Καλώς Ήλθατε!

Καλώς ήλθατε στην ιστοσελίδα της ενορίας του Ιερού Ναού Αγίου Παντελεήμονος Χαλέπας Χανίων. Στους συνδέσμους στο πάνω μέρος θα βρείτε χρήσιμες πληροφορίες:
  • Η ενορία μας: Διεύθυνση, χάρτης, στοιχεία επικοινωνίας, σχολιασμός
  • Ημερολόγιο: Εβδομαδιαίο πρόγραμμα ακολουθιών και δραστηριοτήτων
  • Δραστηριότητες: Επισκόπηση όλων των ενοριακών δραστηριοτήτων
  • Πολυμέσα: Φωτογραφίες και βίντεο, διαδικτυακό ραδιόφωνο και τηλεόραση
Μπορείτε να δείτε τις αναρτήσεις μας χρονολογικά ταξινομημένες παρακάτω ή ανά κατηγορία με τους συνδέσμους στο δεξιό μέρος. Καλή κι ευλογημένη πλοήγηση!

Δίκτυο Προσευχής…

Από την Κυριακή, 5/7/2015, και κάθε βράδυ11 μ.μ. – 12 π.μ., όσοι θέλουν, να κάνουμε στο σπίτι μας την Παράκληση στην Παναγία μας και την Ευχή, για όλα τα δύσκολα που συμβαίνουν καθημερινά στον τόπο μας, στην Πατρίδα μας και τον Λαό μας, αλλά και σε κάθε ψυχή που ζει ανάμεσά μας και γύρω μας.

«Διάσωσον από κινδύνων τους δούλους σου Θεοτόκε, ότι πάντες μετά Θεόν εις Σε καταφεύγομεν, ως άρρηκτον τείχος και προστασίαν»

Ιερά Εξομολόγησις

Η Ιερά Εξομολόγηση εκτός των ωρών που αναγράφονται στο Ημερολόγιο θα γίνεται κατόπιν συνεννοήσεως με τους Ιερείς της ενορίας μας, π. Δημήτριο και π. Εμμανουήλ.

Κήρυγμα (5 Ιουλίου 2020)

Κυριακή 5 Ιουλίου 2020

π. Δημήτριος Καταπίδης – Κήρυγμα στον ναό

[download mp3]

Διακονία (5 Ιουλίου 2020)

Η εφημερίδα μας της Κυριακής 5 Ιουλίου 2020 [download pdf]
[Πατήστε στο τετραγωνάκι κάτω-δεξιά στο πλαίσιο για ανάγνωση σε πλήρη οθόνη.]

Ψαλμός 33ος (5 Ιουλίου 2020)

Ψαλμοί του Δαβίδ με ερμηνεία από τον Όσιο Αρσένιο τον Καππαδόκη. [download pdf]

[Πατήστε στο τετραγωνάκι κάτω-δεξιά στο πλαίσιο για ανάγνωση σε πλήρη οθόνη.]

 

Κήρυγμα (28 Ιουνίου 2020)

Κυριακή 28 Ιουνίου 2020

π. Δημήτριος Καταπίδης – Κήρυγμα στον ναό

[download mp3]

Διακονία (28 Ιουνίου 2020)

Η εφημερίδα μας της Κυριακής 28 Ιουνίου 2020 [download pdf]
[Πατήστε στο τετραγωνάκι κάτω-δεξιά στο πλαίσιο για ανάγνωση σε πλήρη οθόνη.]

Ψαλμός 32ος (28 Ιουνίου 2020)

Ψαλμοί του Δαβίδ με ερμηνεία από τον Όσιο Αρσένιο τον Καππαδόκη. [download pdf]

[Πατήστε στο τετραγωνάκι κάτω-δεξιά στο πλαίσιο για ανάγνωση σε πλήρη οθόνη.]

 

Έχεις Μήνυμα… (24 Ιουνίου 2020)

Νηστεία ανώφελη

59. Οι σωματικοί κόποι χωρίς καθαρούς λογισμούς, είναι σαν άτεκνη μήτρα και σαν κατάξηροι μαστοί. Γιατί δεν έχουν την δύναμη να φέρουν τον άνθρωπο στη θεογνωσία. Και ενώ αυτού του είδους οι άνθρωποι κάνουν το σώμα τους κατάκοπο, δε νοιάζονται καθόλου να εκριζώσουν τα πάθη από το νου. Γι’ αυτό και δεν πρόκειται να χαρούν τον καρπό των κόπων τους. Όπως αυτός που σπέρνει μέσα στ’ αγκάθια, δεν πρόκειται να θερίσει τίποτε, έτσι κι αυτός που κατατρώει τον εαυτό του με τη μνησικακία και με τη φιλοκτημοσύνη, δεν έχει κανένα όφελος, κι ας κοπιάζει. Απεναντίας, στενάζει στο κρεβάτι του τις νύχτες από την πολλή αϋπνία κι από το άγχος. Πάνω σ’ αυτό δίνει τη μαρτυρία της η Αγία Γραφή, που λέει: «Αυτός ο λαός, σαν να έπραξε το δίκαιο και σαν να μην παραμέλησε καμιά εντολή μου, ζητούν από μένα, το Θεό, δίκαιη κρίση και αξιοπιστία, και θέλουν να έρθουν κοντά μου και μου λένε: Γιατί υποβληθήκαμε σε νηστείες και ταλαιπωρίες, αφού δε μας έδωσες καμιά σημασία; Κι εγώ τους απάντησα: Γιατί τις ημέρες που νηστεύατε, κυνηγούσατε τα άνομα συμφέροντά σας, που ταυτίζονταν με τις πονηριές του νου σας» (Ησ. 58, 2-5). Και προσφέρατε τα πονηρά σας έργα, και τους κακούς λογισμούς σας, ως θυσίες σε είδωλα. Λογαριάσατε τα συμφέροντα και τις πανουργίες σας για θεούς σας, και θυσιάσατε, με τους κόπους σας, το σώμα σας σ’ αυτούς. Αυτό το σώμα, που είναι ανώτερο από όλα τα θυμιάματα και τις θυσίες. Αυτό, λοιπόν, το σώμα μας σε μένα έπρεπε να το αφιερώσετε, με τις αγαθοεργίες σας, και με την καθαρή σας συνείδηση, λέει ο Κύριος.

Αγίου Ισαάκ Σύρου

«Ανθολόγιο από την ασκητική εμπειρία του Αγίου Ισαάκ του Σύρου»

Αναγνώσματα (24 Ιουνίου 2020)

Απόστολος: Ρωμ. ιγ’ 11-14 , ιδ’ 1-4

Ἀδελφοί, νῦν ἐγγύτερον ἡμῶν ἡ σωτηρία ἢ ὅτε ἐπιστεύσαμεν. Ἡ νὺξ προέκοψεν, ἡ δὲ ἡμέρα ἤγγικεν. Ἀποθώμεθα οὖν τὰ ἔργα τοῦ σκότους καὶ ἐνδυσώμεθα τὰ ὅπλα τοῦ φωτός. Ὡς ἐν ἡμέρᾳ εὐσχημόνως περιπατήσωμεν, μὴ κώμοις καὶ μέθαις, μὴ κοίταις καὶ ἀσελγείαις, μὴ ἔριδι καὶ ζήλῳ, ἀλλ᾽ ἐνδύσασθε τὸν Κύριον ᾽Ιησοῦν Χριστόν, καὶ τῆς σαρκὸς πρόνοιαν μὴ ποιεῖσθε εἰς ἐπιθυμίας. Τὸν δὲ ἀσθενοῦντα τῇ πίστει προσλαμβάνεσθε, μὴ εἰς διακρίσεις διαλογισμῶν. Ὃς μὲν πιστεύει φαγεῖν πάντα, ὁ δὲ ἀσθενῶν λάχανα ἐσθίει. Ὁ ἐσθίων τὸν μὴ ἐσθίοντα μὴ ἐξουθενείτω, καὶ ὁ μὴ ἐσθίων τὸν ἐσθίοντα μὴ κρινέτω· ὁ Θεὸς γὰρ αὐτὸν προσελάβετο. Σὺ τίς εἶ ὁ κρίνων ἀλλότριον οἰκέτην; τῷ ἰδίῳ Κυρίῳ στήκει ἢ πίπτει, σταθήσεται δέ· δυνατὸς γάρ ἐστιν ὁ Θεὸς στῆσαι αὐτόν.

Νεοελληνική απόδοση:

Ἀδελφοί 11 αὐτὰ νὰ κάνετε, τοσούτῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον γνωρίζετε σὲ τί καιρὸν ζοῦμε: ὅτι εἶναι πλέον ὥρα νὰ ξυπνήσετε ἀπὸ τὸν ὕπνον, διότι τώρα εἶναι πλησιέστερα σ’ ἐμᾶς ἡ σωτηρία παρὰ τότε ποὺ ἐπιστέψαμε. 12 Ἡ νύχτα ἐπροχώρησε· ἡ ἡμέρα ἐπλησίασε. Ἂς πετάξουμε λοιπὸν τὰ ἔργα τοῦ σκότους καὶ ἂς ὁπλισθοῦμε μὲ τὰ ὅπλα τοῦ φωτός. 13 Ἂς εἶναι ἡ συμπεριφορά μας σεμνή, ὅπως ὅταν εἶναι ἡμέρα, ὄχι συμπόσια καὶ μεθύσια, ὄχι ἀκολασίες καὶ ἀσέλγειες, ὄχι ἔριδες καὶ ζηλοτυπίες, 14 ἀλλ’ ἐνδυθῆτε τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστὸν καὶ μὴ φροντίζετε διὰ τὴν σάρκα διὰ νὰ ἱκανοποιήσετε τὰς ἐπιθυμίας της. 1 Ἐκεῖνον ποὺ εἶναι ἀσθενὴς κατὰ τὴν πίστιν, νὰ τὸν δέχεσθε, ἀλλ’ ὄχι διὰ συζητήσεις γνωμῶν. 2 Ὁ ἕνας πιστεύει ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ φάγῃ ἀπὸ ὅλα, ἀλλ’ ὁ ἀσθενὴς τρώγει λάχανα. 3 Ἐκεῖνος ποὺ τρώγει, ἂς μὴ περιφρονῇ ἐκεῖνον ποὺ δὲν τρώγει, καὶ ἐκεῖνος ποὺ δὲν τρώγει, ἂς μὴ κρίνῃ ἐκεῖνον ποὺ τρώγει, διότι ὁ Θεὸς τὸν ἔχει δεχθῆ. 4 Ποιός εἶσαι σὺ ποὺ κρίνεις ξένον ὑπηρέτην; Τὸ ἂν θὰ σταθῇ ἢ θὰ πέσῃ ἀφορᾷ τὸν δικόν του κύριον, θὰ σταθῇ ὅμως, διότι ὁ Θεὸς ἔχει τὴν δύναμιν νὰ τὸν κάνῃ νὰ σταθῇ.

Ιερό Ευαγγέλιο: Λουκ. α’ 24-25, 57-68, 76, 80

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, συνέλαβεν Ἐλισάβετ ἡ γυνὴ Ζαχαρίου· καὶ περιέκρυβεν ἑαυτὴν μῆνας πέντε, 25λέγουσα ὅτι Οὕτω μοι πεποίηκεν ὁ Κύριος ἐν ἡμέραις αἷς ἐπεῖδεν ἀφελεῖν τό ὄνειδός μου ἐν ἀνθρώποις. Τῇ δὲ Ἐλισάβετ ἐπλήσθη ὁ χρόνος τοῦ τεκεῖν αὐτήν, καὶ ἐγέννησεν υἱόν. 58καὶ ἤκουσαν οἱ περίοικοι καὶ οἱ συγγενεῖς αὐτῆς ὅτι ἐμεγάλυνε Κύριος τὸ ἔλεος αὐτοῦ μετ’ αὐτῆς, καὶ συνέχαιρον αὐτῇ. 59Καὶ ἐγένετο ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ ὀγδόῃ ἦλθον περιτεμεῖν τὸ παιδίον, καὶ ἐκάλουν αὐτὸ ἐπὶ τῷ ὀνόματι τοῦ πατρὸς αὐτοῦ Ζαχαρίαν. 60καὶ ἀποκριθεῖσα ἡ μήτηρ αὐτοῦ εἶπεν· Οὐχί, ἀλλὰ κληθήσεται Ἰωάννης. 61καὶ εἶπον πρὸς αὐτὴν ὅτι Οὐδείς ἐστιν ἐν τῇ συγγενείᾳ σου ὃς καλεῖται τῷ ὀνόματι τούτῳ· 62ἐνένευον δὲ τῷ πατρὶ αὐτοῦ τὸ τί ἂν θέλοι καλεῖσθαι αὐτόν. 63καὶ αἰτήσας πινακίδιον ἔγραψε λέγων· Ἰωάννης ἐστὶ τὸ ὄνομα αὐτοῦ· καὶ ἐθαύμασαν πάντες. 64ἀνεῴχθη δὲ τὸ στόμα αὐτοῦ παραχρῆμα καὶ ἡ γλῶσσα αὐτοῦ, καὶ ἐλάλει εὐλογῶν τὸν Θεόν. 65καὶ ἐγένετο ἐπὶ πάντας φόβος τοὺς περιοικοῦντας αὐτούς, καὶ ἐν ὅλῃ τῇ ὀρεινῇ τῆς Ἰουδαίας διελαλεῖτο πάντα τὰ ῥήματα ταῦτα, 66καὶ ἔθεντο πάντες οἱ ἀκούσαντες ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῶν, λέγοντες· Τί ἄρα τὸ παιδίον τοῦτο ἔσται; καὶ χεὶρ Κυρίου ἦν μετ’ αὐτοῦ. 67Καὶ Ζαχαρίας ὁ πατὴρ αὐτοῦ ἐπλήσθη Πνεύματος ἁγίου καὶ προεφήτευσε λέγων· 68Εὐλογητὸς Κύριος, ὁ Θεὸς τοῦ Ἰσραήλ, ὅτι ἐπεσκέψατο καὶ ἐποίησε λύτρωσιν τῷ λαῷ αὐτοῦ. 76Καὶ σὺ, παιδίον, προφήτης ὑψίστου κληθήσῃ· προπορεύσῃ γὰρ πρὸ προσώπου Κυρίου ἑτοιμάσαι ὁδοὺς αὐτοῦ, 77τοῦ δοῦναι γνῶσιν σωτηρίας τῷ λαῷ αὐτοῦ ἐν ἀφέσει ἁμαρτιῶν αὐτῶν 78διὰ σπλάγχνα ἐλέους Θεοῦ ἡμῶν, ἐν οἷς ἐπεσκέψατο ἡμᾶς ἀνατολὴ ἐξ ὕψους 79ἐπιφᾶναι τοῖς ἐν σκότει καὶ σκιᾷ θανάτου καθημένοις, τοῦ κατευθῦναι τοὺς πόδας ἡμῶν εἰς ὁδὸν εἰρήνης. 80Τὸ δὲ παιδίον ηὔξανε καὶ ἐκραταιοῦτο πνεύματι, καὶ ἦν ἐν ταῖς ἐρήμοις ἕως ἡμέρας ἀναδείξεως αὐτοῦ πρὸς τὸν Ἰσραήλ.

Νεοελληνική απόδοση:

Κατ΄ ἐκείνο τόν καιρό, 4 ἡ Ἐλισάβετ, ἡ γυναῖκά του Ζαχαρία, ἔμεινε ἔγκυος καὶ ἔκρυβε τὸν ἑαυτόν της ἐπὶ πέντε μῆνας καὶ ἔλεγε, 25 «Αὐτὸ μοῦ ἔκανε ὁ Κύριος κατὰ τὰς ἡμέρας, ποὺ ἐνδιαφέρθηκε νὰ μοῦ ἀφαιρέσῃ τὴν ἐντροπὴν μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων». 57 Καὶ ἦλθε ὁ καιρὸς τῆς Ἐλισάβετ νὰ γεννήσῃ, καὶ ἐγέννησε υἱόν. 58 Καὶ ἄκουσαν οἱ γείτονες καὶ οἱ συγγενεῖς της ὄτι ὁ Κύριος ἔδειξε πολὺ ἔλεος εἰς αὐτὴν καὶ τὴν συνέχαιραν. 59 Τὴν ὀγδόην ἡμέραν ἦλθαν διὰ νὰ έκτελέσουν τὴν περιτομὴν τοῦ παιδιοῦ καὶ ἤθελαν νὰ τὸ ὀνομάσουν μὲ τὸ ὄνομα τοῦ πατέρα του, Ζαχαρίαν. 60 Ἀλλ’ ἡ μητέρα του εἶπε, «Ὄχι, θὰ ὀνομασθῇ Ἰωάννης». 61 Καὶ αὐτοὶ τῆς εἶπαν, «Δὲν εἶναι κανεὶς ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς σου ποὺ νὰ ἔχῃ τὸ ὄνομα αὐτό». 62 Μὲ νεύματα δὲ ἐρωτοῦσαν τὸν πατέρα του πῶς ἤθελε αὐτὸς νὰ τὸ ὀνομάσουν. 63 Καὶ αὐτὸς ἐζήτησε μικρὴ πλάκα καὶ ἔγραψε τὰ ἑξῆς: «Ἰωάννης εἶναι τὸ ὄνομά του». 64 Καὶ ἐξεπλάγησαν ὅλοι. Ἄνοιξε δὲ ἀμέσως τὸ στόμα του καὶ ἡ γλῶσσα του καὶ εὐλογοῦσε τὸν Θεόν. 65 Καὶ κατέλαβε φόβος ὅλους, ὅσοι κατοικοῦσαν γύρω, καὶ τὰ γεγονότα αὐτὰ διεδίδοντο εἰς ὅλην τὴν ὀρεινὴν περιοχὴν τῆς Ἰουδαίας. 66 Καὶ ὅλοι, ὅσοι τὰ ἄκουσαν, τὰ ἔβαλαν εἰς τὴν καρδιά τους καὶ ἔλεγαν, «Τί ἄραγε θὰ γίνῃ τὸ παιδὶ αὐτό;». Καὶ πραγματικὰ τὸ χέρι τοῦ Κυρίου ἦτο μαζί του. 67 Καὶ ὁ Ζαχαρίας, ὁ πατέρας του, ἐπληρώθη ἀπὸ Πνεῦμα Ἅγιον καὶ ἐπροφήτευσε καὶ εἶπε, 68 «Εὐλογητὸς ὁ Κύριος, ὁ Θεὸς τοῦ Ἰσραήλ, διότι ἐνδιαφέρθηκε καὶ ἐλύτρωσε τὸν λαόν του 76 Καὶ σύ, παιδί, θὰ ὀνομασθῇς προφήτης τοῦ Ὑψίστου. 80 Τὸ δὲ παιδὶ ἐμεγάλωνε καὶ ἐδυνάμωνε κατὰ τὸ πνεῦμα καὶ ἦτο εἰς τὰς ἐρήμους ἕως τὴν ἡμέραν τῆς ἐμφανίσεώς του εἰς τὸν Ἰσραήλ

Έχεις Μήνυμα… (23 Ιουνίου 2020)

Όσο ξεχνάμε τον εαυτό μας, τόσο μας θυμάται ο Θεός

Ὅποιος ἔχει θυσία καὶ πίστη στὸν Θεό, δὲν ὑπολογίζει τὸν ἑαυτό του. Ὁ ἄνθρωπος, ὅταν δὲν καλλιεργήση τὸ πνεῦμα τῆς θυσίας, σκέφτεται μόνον τὸν ἑαυτό του καὶ θέλει ὅλοι νὰ θυσιάζωνται γι᾿ αὐτόν. Ἀλλὰ ὅποιος σκέφτεται μόνον τὸν ἑαυτό του, αὐτὸς ἀπομονώνεται καὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ἀπομονώνεται καὶ ἀπὸ τὸν Θεὸ – διπλὴ ἀπομόνωση –, ὁπότε δὲν δέχεται θεία Χάρη. Αὐτὸς εἶναι ἄχρηστος ἄνθρωπος. Καὶ νὰ δῆτε, αὐτὸν ποὺ σκέφτεται συνέχεια τὸν ἑαυτό του, τὶς δυσκολίες του κ.λπ., καὶ ἀνθρωπίνως κανεὶς δὲν θὰ τοῦ συμπαρασταθῆ σὲ μιὰ ἀνάγκη. Καλά, θεϊκὴ συμπαράσταση δὲν θὰ ἔχη, ἀλλὰ δὲν θὰ ἔχη καὶ ἀνθρώπινη. Μετὰ θὰ προσπαθῆ ἀπὸ ἐδὦ-ἀπὸ ἐκεῖ νὰ βοηθηθῆ. Θὰ βασανίζεται δηλαδή, γιὰ νὰ βοηθηθῆ ἀπὸ ἀνθρώπους, ἀλλὰ βοήθεια δὲν θὰ βρίσκη. Ἀντίθετα, ὅποιος δὲν σκέφτεται τὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ σκέφτεται συνέχεια τοὺς ἄλλους, μὲ τὴν καλὴ ἔννοια, αὐτὸν τὸν σκέφτεται συνέχεια ὁ Θεός, καὶ μετὰ τὸν σκέφτονται καὶ οἱ ἄλλοι. Ὅσο ξεχνάει τὸν ἑαυτό του, τόσο τὸν θυμᾶται ὁ Θεός. Νά, μιὰ ψυχὴ φιλότιμη μέσα σὲ ἕνα Κοινόβιο θυσιάζεται, δίνεται κ.λπ. Αὐτό, νομίζετε, δὲν ἔχει πέσει στὴν ἀντίληψη τὦν ἄλλων; Μπορεῖ νὰ μὴν τὴν σκεφθοῦν οἱ ἄλλοι αὐτὴν τὴν ψυχὴ ποὺ δίνεται ὁλόκληρη καὶ δὲν σκέφτεται τὸν ἑαυτό της; Μπορεῖ νὰ μὴν τὴν σκεφθῆ ὁ Θεός; Μεγάλη ὑπόθεση! Ἐδὦ βλέπει κανεὶς τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ, πὦς ἐργάζεται ὁ Θεός.

Στὶς δυσκολίες δίνει ἐξετάσεις ὁ ἄνθρωπος. Ἐκεῖ φαίνεται ἂν ἔχη πραγματικὴ ἀγάπη, θυσία. Καὶ ὅταν λέμε ὅτι ἕνας ἔχει θυσία, ἐννοοῦμε ὅτι τὴν ὥρα τοῦ κινδύνου δὲν ὑπολογίζει τὸν ἑαυτό του καὶ σκέφτεται τοὺς ἄλλους. Βλέπεις, καὶ ἡ παροιμία λέει «ὁ καλὸς φίλος στὴν ἀνάγκη φαίνεται». Θεὸς φυλάξοι, ἂν λ.χ. τώρα ἔπεφταν βόμβες, θὰ φαινόταν ποιός σκέφτεται τὸν ἄλλον καὶ ποιός σκέφτεται τὸν ἑαυτό του. Ὅποιος ὅμως ἔχει μάθει νὰ σκέφτεται μόνον τὸν ἑαυτό του, σὲ μιὰ δυσκολία πάλι τὸν ἑαυτό του θὰ σκέφτεται, καὶ ὁ Θεὸς δὲν θὰ τὸν σκέφτεται αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο. Ὅταν ἀπὸ τώρα δὲν σκέφτεται κανεὶς τὸν ἑαυτό του ἀλλὰ σκέφτεται τοὺς ἄλλους, καὶ στὸν κίνδυνο τοὺς ἄλλους θὰ σκεφθῆ. Τότε ξεκαθαρίζουν ποιοί ἔχουν πραγματικὰ θυσία καὶ ποιοί εἶναι φίλαυτοι.

Continue Reading »

Αναγνώσματα (23 Ιουνίου 2020)

Απόστολος: Ρωμ. ζ’ 14-25 , η’ 1-2

Ἀδελφοί, οἴδαμεν ὅτι ὁ νόμος πνευματικός ἐστιν· ἐγὼ δὲ σαρκικός εἰμι, πεπραμένος ὑπὸ τὴν ἁμαρτίαν. Ὅ γὰρ κατεργάζομαι οὐ γινώσκω· οὐ γὰρ ὃ θέλω τοῦτο πράσσω, ἀλλ᾿ ὃ μισῶ τοῦτο ποιῶ. Εἰ δὲ ὃ οὐ θέλω τοῦτο ποιῶ, σύμφημι τῷ νόμῳ ὅτι καλός. Νυνὶ δὲ οὐκέτι ἐγὼ κατεργάζομαι αὐτό, ἀλλ᾿ ἡ οἰκοῦσα ἐν ἐμοὶ ἁμαρτία. Οἶδα γὰρ ὅτι οὐκ οἰκεῖ ἐν ἐμοί, τοῦτ᾿ ἔστιν ἐν τῇ σαρκί μου, ἀγαθόν· τὸ γὰρ θέλειν παράκειταί μοι, τὸ δὲ κατεργάζεσθαι τὸ καλὸν οὐχ εὑρίσκω· οὐ γὰρ ὃ θέλω ποιῶ ἀγαθόν, ἀλλ᾿ ὃ οὐ θέλω κακὸν τοῦτο πράσσω. Εἰ δὲ ὃ οὐ θέλω ἐγὼ τοῦτο ποιῶ, οὐκέτι ἐγὼ κατεργάζομαι αὐτό, ἀλλ᾿ ἡ οἰκοῦσα ἐν ἐμοὶ ἁμαρτία. Εὑρίσκω ἄρα τὸν νόμον τῷ θέλοντι ἐμοὶ ποιεῖν τὸ καλόν, ὅτι ἐμοὶ τὸ κακὸν παράκειται· συνήδομαι γὰρ τῷ νόμῳ τοῦ Θεοῦ κατὰ τὸν ἔσω ἄνθρωπον, βλέπω δὲ ἕτερον νόμον ἐν τοῖς μέλεσί μου ἀντιστρατευόμενον τῷ νόμῳ τοῦ νοός μου καὶ αἰχμαλωτίζοντά με ἐν τῷ νόμῳ τῆς ἁμαρτίας τῷ ὄντι ἐν τοῖς μέλεσί μου. Ταλαίπωρος ἐγὼ ἄνθρωπος! τίς με ῥύσεται ἐκ τοῦ σώματος τοῦ θανάτου τούτου; Εὐχαριστῶ τῷ Θεῷ διὰ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν. Ἄρα οὖν αὐτὸς ἐγὼ τῷ μὲν νοῒ δουλεύω νόμῳ Θεοῦ, τῇ δὲ σαρκὶ νόμῳ ἁμαρτίας. Οὐδὲν ἄρα νῦν κατάκριμα τοῖς ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ μὴ κατὰ σάρκα περιπατοῦσιν, ἀλλὰ κατὰ πνεῦμα. Ὁ γὰρ νόμος τοῦ πνεύματος τῆς ζωῆς ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ ἠλευθέρωσέ με ἀπὸ τοῦ νόμου τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου.

Νεοελληνική απόδοση:

14 Γνωρίζομεν ὅτι ὁ νόμος εἶναι πνευματικός, ἀλλ’ ἐγὼ εἶμαι σαρκικός, πουλημένος εἰς τὴν ἁμαρτίαν. 15 Δὲν μπορῶ νὰ ἐννοήσω τὰς ἰδικάς μου πράξεις, διότι δὲν κάνω ἐκεῖνο ποὺ θέλω ἀλλὰ κάνω ἐκεῖνο ποὺ μισῶ. 16 Ἀλλ’ ἐὰν κάνω ἐκεῖνο ποὺ θέλω, τότε συμφωνῶ ὅτι ὁ νόμος εἶναι καλός. 17 Ἀλλὰ εἰς τὴν πραγματικότητα δὲν ἐνεργῶ πλέον ἐγῶ, ἀλλὰ ἡ ἁμαρτία ποὺ κατοικεῖ μέσα μου. 18 Διότι ξέρω ὅτι δὲν κατοικεῖ τίποτε καλὸν μέσα μου, δηλαδὴ εἰς τὴν σάρκα μου. Ἡ θέλησις νὰ κάνω τὸ καλὸν ὑπάρχει, ἀλλὰ δὲν ἔχω τὴν δύναμιν νὰ τὸ κάνω, 19 διότι δὲν κάνω τὸ καλὸ ποὺ θέλω, ἀλλὰ τὸ κακὸν ποὺ δὲν θέλω, αὐτὸ κάνω. 20 Καὶ ἐὰν κάνω ἐκεῖνο ποὺ δὲν θέλω, τότε δὲν ἐνεργῶ πλέον ἐγὼ ἀλλ’ ἡ ἁμαρτία ποὺ κατοικεῖ μέσα μου. 21 Καὶ ἔτσι βρίσκω τοῦτον τὸν νόμον, ὅτι δηλαδὴ ἐνῷ ἐγὼ θέλω νὰ κάνω τὸ καλόν, μέσα μου ὑπάρχει πρόχειρον τὸ κακόν. 22 Αἰσθάνομαι μεγάλην εὐχαρίστησιν εἰς τὸν νόμον τοῦ Θεοῦ κατὰ τὸν ἐσωτερικόν μου ἄνθρωπον, ἀλλὰ βλέπω ἄλλον νόμον εἰς τὰ μέλη μου, 23 ὁ ὁποῖος ἀντιστρατεύεται εἰς τὸν νόμον τοῦ λογικοῦ μου καὶ μὲ αἰχμαλωτίζει διὰ τοῦ νόμου τῆς ἁμαρτίας ποὺ ὑπάρχει εἰς τὰ μέλη μου. 24 Ταλαίπωρος ἐγὼ ἄνθρωπος! Ποιός θὰ μὲ ἐλευθερώσῃ ἀπὸ τὸ σῶμα τοῦτο τὸ καταδικασμένον εἰς θάνατον; 25 Εὐχαριστῶ τὸν Θεόν, διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου μας. Ἄρα λοιπὸν ἐγὼ ὁ ἴδιος μὲ τὸν νοῦν μου δουλεύω εἰς τὸν νόμον τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ μὲ τὴν σάρκα μου εἰς τὸν νόμον τῆς ἁμαρτίας. 1 Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν τώρα καμμία καταδίκη δι’ ἐκείνους ποὺ ἀνήκουν εἰς τὸν Χριστὸν Ἰησοῦν [ποὺ ἡ ζωή τους δὲν εἶναι ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν τῆς σαρκὸς ἀλλὰ ὑπὸ τὴν ὁδηγίαν τοῦ Πνεύματος]. 2 Διότι ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ ὁ νόμος τοῦ Πνεύματος, ποὺ δίνει ζωήν, μὲ ἐλευθέρωσε ἀπὸ τὸν νόμον τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου.

Ιερό Ευαγγέλιο: Ματθ. ι’ 9-15

Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ Μαθηταῖς· Μὴ κτήσησθε χρυσὸν μηδὲ ἄργυρον μηδὲ χαλκὸν εἰς τὰς ζώνας ὑμῶν, 10μὴ πήραν εἰς ὁδὸν μηδὲ δύο χιτῶνας μηδὲ ὑποδήματα μηδὲ ῥάβδον· ἄξιος γὰρ ἐστιν ὁ ἐργάτης τῆς τροφῆς αὐτοῦ. 11εἰς ἣν δ’ ἂν πόλιν ἢ κώμην εἰσέλθητε, ἐξετάσατε τίς ἐν αὐτῇ ἄξιός ἐστι· κἀκεῖ μείνατε ἕως ἂν ἐξέλθητε. 12εἰσερχόμενοι δὲ εἰς τὴν οἰκίαν ἀσπάσασθε αὐτήν λέγοντες· εἰρήνη τῷ οἰκῳ τούτῳ. 13καὶ ἐὰν μὲν ᾖ ἡ οἰκία ἀξία, ἐλέθτω ἡ εἰρήνη ὑμῶν ἐπ’ αὐτήν· ἐὰν δὲ μὴ ᾖ ἀξία, ἡ εἰρήνη ὑμῶν πρὸς ὑμᾶς ἐπιστραφήτω. 14καὶ ὃς ἐὰν μὴ δέξηται ὑμᾶς μηδὲ ἀκούσῃ τοὺς λόγους ὑμῶν, ἐξερχόμενοι ἔξω τῆς οἰκίας ἢ τῆς πόλεως ἐκείνης ἐκτινάξατε τὸν κονιορτὸν τῶν ποδῶν ὑμῶν. 15ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἀνεκτότερον ἔσται γῇ Σοδόμων καὶ Γομόρρας ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως ἢ τῇ πόλει ἐκείνῃ.

Νεοελληνική απόδοση:

Εἶπεν ὁ Κύριος στούς Μαθητές του, 9 Νὰ μὴ πάρετε οὔτε χρυσάφι οὔτε ἀσῆμι οὔτε χάλκινα νομίσματα εἰς τὴν ζώνην σας, 10 οὔτε ὁδοιπορικόν σάκον, οὔτε δύο ὑποκάμισα, οὔτε ὑποδήματα, οὔτε ραβδί, διότι ὁ ἐργάτης ἔχει δικαίωμα νὰ τρέφεται. 11 Εἰς ὁποιανδήποτε δὲ πόλιν ἢ χωριό μπῆτε, ἐξετάστε ποιὸς εἶναι εἰς αὐτὴν ἄξιος καὶ ἐκεῖ νὰ μένετε ὥς ποὺ νὰ φύγετε. 12 Ὅταν δὲ μπαίνετε εἰς τὸ σπίτι, χαιρετῆστε τους μὲ τὰ λόγια, «Εἰρήνη ἂς εἶναι εἰς τὸ σπίτι τοῦτο». 13 Καὶ ἂν μὲν τὸ σπίτι εἶναι ἄξιον, τότε ἂς ἔλθη ἡ εἰρήνη σας εἰς αὐτό· ἐὰν ὅμως δὲν εἶναι ἄξιον, ἡ εἰρήνη σας ἂς γυρίσει σὲ ἐσᾶς. 14 Καὶ ἐὰν κανεὶς δὲν σᾶς δεχθῇ οὔτε ἀκούσῃ τοὺς λόγους σας, τότε ὅταν θὰ βγῆτε ἀπὸ τὸ σπίτι ἢ ἀπὸ τὴν πόλιν ἐκείνην, τινάξτε τὴν σκόνην τῶν ποδιῶν σας. 15 Ἀλήθεια σᾶς λέγω, ὅτι πιὸ λίγο θὰ ὑποφέρουν τὰ Σόδομα καὶ τὰ Γόμορρα κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς κρίσεως παρὰ ἡ πόλις ἐκείνη».

Έχεις Μήνυμα… (22 Ιουνίου 2020)

[…] Θα σάς αναφέρω ένα περιστατικό, για να δείτε πόσο ο Γέροντας αγωνίσθηκε πάνω στο πάθος του θυμού, γιατί, όπως ξέρετε, ήταν λίαν θυμώδης. Κάποια μέρα ένας γείτονας μοναχός Κρητικός άρχισε να φωνάζει και να βρίζει τον γέρο-Εφραίμ άδικα για κάποιο λόγο. Ο Γέροντας, νέος με ζωντανά τα πάθη ακόμα μέσα του, σκέφθηκε να βγει έξω αγανακτισμένος να «τακτοποίησει» τον μοναχό, γιατί άδικα στενοχωρούσε το Γέροντα του. Όμως κρατήθηκε, μπήκε στο ναό του Ευαγγελισμού, έπεσε στο έδαφος κι άρχισε να επικαλείται την Παναγία να τον συγκράτησει από κάποια ενδεχομένως ακραία συμπεριφορά. Κλαίγοντας και οδυρόμενος, βρέχοντας το έδαφος με την πλημμύρα των δακρύων του είδε ότι το πάθος του θυμού υποχώρησε, ηρέμησε, λογικεύθηκε και βγαίνοντας έξω τακτοποίησε το πράγμα με πολλή αγάπη.

Continue Reading »

Αναγνώσματα (22 Ιουνίου 2020)

Απόστολος: Ρωμ. ζ’ 1-13

Ἢ ἀγνοεῖτε, ἀδελφοί· γινώσκουσι γὰρ νόμον λαλῶ· ὅτι ὁ νόμος κυριεύει τοῦ ἀνθρώπου ἐφ᾿ ὅσον χρόνον ζῇ; ἡ γὰρ ὕπανδρος γυνὴ τῷ ζῶντι ἀνδρὶ δέδεται νόμῳ· ἐὰν δὲ ἀποθάνῃ ὁ ἀνήρ, κατήργηται ἀπὸ τοῦ νόμου τοῦ ἀνδρός. ἄρα οὖν ζῶντος τοῦ ἀνδρὸς μοιχαλὶς χρηματίσει ἐὰν γένηται ἀνδρὶ ἑτέρῳ· ἐὰν δὲ ἀποθάνῃ ὁ ἀνήρ, ἐλευθέρα ἐστὶν ἀπὸ τοῦ νόμου, τοῦ μὴ εἶναι αὐτὴν μοιχαλίδα γενομένην ἀνδρὶ ἑτέρῳ. ὥστε, ἀδελφοί μου, καὶ ὑμεῖς ἐθανατώθητε τῷ νόμῳ διὰ τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ εἰς τὸ γενέσθαι ὑμᾶς ἑτέρῳ, τῷ ἐκ νεκρῶν ἐγερθέντι, ἵνα καρποφορήσωμεν τῷ Θεῷ. ὅτε γὰρ ἦμεν ἐν τῇ σαρκί, τὰ παθήματα τῶν ἁμαρτιῶν τὰ διὰ τοῦ νόμου ἐνηργεῖτο ἐν τοῖς μέλεσιν ἡμῶν εἰς τὸ καρποφορῆσαι τῷ θανάτῳ· νυνὶ δὲ κατηργήθημεν ἀπὸ τοῦ νόμου, ἀποθανόντες ἐν ᾧ κατειχόμεθα, ὥστε δουλεύειν ἡμᾶς ἐν καινότητι πνεύματος καὶ οὐ παλαιότητι γράμματος. Τί οὖν ἐροῦμεν; ὁ νόμος ἁμαρτία; μὴ γένοιτο· ἀλλὰ τὴν ἁμαρτίαν οὐκ ἔγνων εἰ μὴ διὰ νόμου· τήν τε γὰρ ἐπιθυμίαν οὐκ ᾔδειν εἰ μὴ ὁ νόμος ἔλεγεν, οὐκ ἐπιθυμήσεις· ἀφορμὴν δὲ λαβοῦσα ἡ ἁμαρτία διὰ τῆς ἐντολῆς κατειργάσατο ἐν ἐμοὶ πᾶσαν ἐπιθυμίαν· χωρὶς γὰρ νόμου ἁμαρτία νεκρά. ἐγὼ δὲ ἔζων χωρὶς νόμου ποτέ· ἐλθούσης δὲ τῆς ἐντολῆς ἡ ἁμαρτία ἀνέζησεν, ἐγὼ δὲ ἀπέθανον, καὶ εὑρέθη μοι ἡ ἐντολὴ ἡ εἰς ζωήν, αὕτη εἰς θάνατον· ἡ γὰρ ἁμαρτία ἀφορμὴν λαβοῦσα διὰ τῆς ἐντολῆς ἐξηπάτησέ με καὶ διὰ αὐτῆς ἀπέκτεινεν. ὥστε ὁ μὲν νόμος ἅγιος, καὶ ἡ ἐντολὴ ἁγία καὶ δικαία καὶ ἀγαθή. τὸ οὖν ἀγαθὸν ἐμοὶ γέγονε θάνατος; μὴ γένοιτο· ἀλλὰ ἡ ἁμαρτία, ἵνα φανῇ ἁμαρτίᾳ, διὰ τοῦ ἀγαθοῦ μοι κατεργαζομένη θάνατον, ἵνα γένηται καθ᾿ ὑπερβολὴν ἁμαρτωλὸς ἡ ἁμαρτία διὰ τῆς ἐντολῆς.

Νεοελληνική απόδοση:

1 Δὲν ξέρετε, ἀδελφοί, – ὁμιλῶ βέβαια σὲ ἀνθρώπους ποὺ γνωρίζουν τὸν νόμον – ὅτι ὁ νόμος ἔχει κυριαρχίαν ἐπὶ τοῦ ἀνθρώπου ἐφ’ ὅσον χρόνον ζῆ ὁ ἄνθρωπος; 2 Ὅπως ἡ παντρεμένη γυναῖκα, ἡ ὁποία εἶναι δεμένη διὰ νόμου μὲ τὸν ἄνδρα της, ἐφ’ ὅσον αὐτὸς ζῆ. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ ἄνδρας πεθάνῃ, εἶναι ἀποδεσμευμένη ἀπὸ τὸν νόμον τῶν συζύγων. 3 Ὥστε, ἐφ’ ὅσον ζῆ ὁ ἄνδρας της, ἐὰν συνδεθῇ μὲ ἄλλον ἄνδρα, θὰ γίνῃ μοιχαλίς, ἐὰν ὅμως πεθάνῃ ὁ ἄνδρας, εἶναι ἐλεύθερη ἀπὸ τὸν νόμον καὶ δὲν θεωρεῖτε μοιχαλὶς ἐὰν συνδεθῇ μὲ ἄλλον ἄνδρα. 4 Ὥστε, ἀδελφοί μου, καὶ σεῖς θανατωθήκατε ὡς πρὸς τὸν νόμον διὰ τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ διὰ νὰ συνδεθεῖτε μὲ ἄλλον, μὲ ἐκεῖνον ποὺ ἀναστήθηκε ἀπὸ τοὺς νεκρούς, διὰ νὰ φέρωμε καρπὸν διὰ τὸν Θεόν. 5 Ὅταν ἐζούσαμε ζωὴν σαρκικήν, τὰ ἁμαρτωλὰ πάθη μας, διεγειρόμενα ἐξ’ αἰτίας τοῦ νόμου, ἐνεργοῦσαν εἰς τὰ μέλη μας ὥστε νὰ φέρουν καρποὺς διὰ τὸν θάνατον. 6 Τώρα ὅμως ἐλευθερωθήκαμε ἀπὸ τὸν νόμον, ἐπειδὴ ἐπεθάναμε ὡς πρὸς τὸν νόμον ποὺ μᾶς ἐκρατοῦσε αἰχμαλώτους, καὶ ἔτσι ὑπηρετοῦμε εἰς τὴν νέαν ζωὴν τοῦ Πνεύματος καὶ ὄχι κάτω ἀπὸ τὸ παλαιὸν γραπτὸν κώδικα. 7 Τί θὰ ποῦμε λοιπόν; Ὅτι ὁ νόμος εἶναι ἁμαρτία; Μὴ γένοιτο, ἀλλὰ τὴν ἁμαρτίαν δὲν θὰ τὴν εἶχα γνωρίσει παρὰ διὰ τοῦ νόμου. Καὶ τὴν ἐπιθυμίαν τὴν κακὴν δὲν θὰ τὴν ἤξερα, ἐὰν ὁ νόμος δὲν ἔλεγε: Νὰ μὴ ἐπιθυμήσῃς. 8 Διὰ τῆς ἐντολῆς ἐκείνης εὑρῆκε τὴν εὐκαιρίαν ἡ ἁμαρτία καὶ ἐξύπνησε μέσα μου κάθε κακὴν ἐπιθυμίαν, διότι χωρὶς νόμον ἡ ἁμαρτία εἶναι νεκρή. 9 Ἐγὼ ζοῦσα κάποτε χωρὶς νὰ ἔχω νόμον, ἀλλ’ ὅταν ἦλθε ἡ ἐντολή, ἡ ἁμαρτία ἀνέζησε, ἐγὼ δὲ πέθανα, 10 καὶ ἔτσι ἡ ἐντολή, ποὺ ἦτο προωρισμένη νὰ ὁδηγήσῃ εἰς τὴν ζωήν, σ’ ἐμένα ἔφερε θάνατον. 11 Διότι ἡ ἁμαρτία βρῆκε τὴν εὐκαιρίαν διὰ τῆς ἐντολῆς, μὲ ἐξηπάτησε καὶ διὰ τῆς ἐντολῆς μὲ ἐθανάτωσε. 12 Ὥστε ὁ νόμος εἶναι ἅγιος καὶ ἡ ἐντολὴ ἁγία, δίκαια καὶ ἀγαθή. 13 Τὸ καλὸν λοιπὸν ἔγινε γιὰ μένα θάνατος; Μὴ γένοιτο, ἀλλὰ ἡ ἁμαρτία, διὰ νὰ φανερωθῇ σὰν ἁμαρτία, ἐχρησιμοποίησε τὸ καλὸν διὰ νὰ μοῦ προξενήσῃ θάνατον, καὶ ἔτσι νὰ γίνῃ ἡ ἁμαρτία ὑπερβολικὰ ἁμαρτωλὴ διὰ τῆς ἐντολῆς.

Ιερό Ευαγγέλιο: Ματθ. θ’ 36-38 , ι’ 1-8

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, εἶδεν ὁ Ἰησοῦς πολὺν ὄχλον καὶ ἐσπλαγχνίσθη περὶ αὐτῶν ὅτι ἦσαν ἐκλελυμένοι καὶ ἐρριμμένοι ὡς πρόβατα μὴ ἔχοντα ποιμένα. 37τότε λέγει τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ· Ὁ μὲν θερισμὸς πολύς, οἱ δὲ ἐργάται ὀλίγοι· 38 δεήθητε οὖν τοῦ κυρίου τοῦ θερισμοῦ ὅπως ἐκβάλῃ ἐργάτας εἰς τὸν θερισμὸν αὐτοῦ. 1 Καὶ προσκαλεσάμενος τοὺς δώδεκα μαθητὰς αὐτοῦ ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν πνευμάτων ἀκαθάρτων ὥστε ἐκβάλλειν αὐτὰ καὶ θεραπεύειν πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν. 2 Τῶν δὲ δώδεκα ἀποστόλων τὰ ὀνόματά ἐισι ταῦτα· πρῶτος Σίμων ὁ λεγόμενος Πέτρος καὶ Ἀνδρέας ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ, Ἰάκωβος ὁ τοῦ Ζεβεδαίου καὶ Ἰωάννης ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ, 3 Φίλιππος καὶ Βαρθολομαῖος, Θωμᾶς καὶ Ματθαῖος ὁ τελώνης, Ἰάκωβος ὁ τοῦ Ἁλφαίου καὶ Λεββαῖος ὁ ἐπικληθεὶς Θαδδαῖος, 4 Σίμων ὁ Κανανίτης καὶ Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης ὁ καὶ παραδοὺς αὐτόν. 5 Τούτους τοὺς δώδεκα ἀπέστειλεν ὁ Ἰησοῦς παραγγείλας αὐτοῖς λέγων· Εἰς ὁδὸν ἐθνῶν μὴ ἀπέλθητε, καὶ εἰς πόλιν Σαμαριτῶν μὴ εἰσέλθητε· 6 πορεύεσθε δὲ μᾶλλον πρὸς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ. 7 πορευόμενοι δὲ κηρύσσετε λέγοντες ὅτι Ἤγγικεν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. 8 ἀσθενοῦντας θεραπεύετε, λεπροὺς καθαρίζετε, νεκροὺς ἐγείρετε, δαιμόνια ἐκβάλλετε· δωρεὰν ἐλάβετε, δωρεὰν δότε.

Νεοελληνική απόδοση:

Κατ΄ ἐκείνο τόν καιρό, 36 εἶδεν ὁ Ἰησοῦς τὸν κόσμον, τοὺς σπλαγχνίσθηκε, διότι ἦσαν κατακουρασμένοι καὶ παρατημένοι σὰν πρόβατα ποὺ δὲν ἔχουν βοσκό. 37 Τότε λέγει εἰς τοὺς μαθητάς του, «Ὁ μὲν θερισμὸς εἶναι πολύς, οἱ δὲ ἐργάται ὀλίγοι. 38 Παρακαλέστε λοιπὸν τὸν Κύριον τοῦ θερισμοῦ διὰ νὰ στείλῃ ἐργάτας εἰς τὸν θερισμόν του». 1 Καὶ ἀφοῦ προσκάλεσε τοὺς δώδεκα μαθητὰς του, τοὺς ἔδωσε ἐξουσίαν ἐπάνω στὰ ἀκάθαρτα πνεύματα, νὰ τὰ βγάζουν καὶ νὰ θεραπεύουν κάθε ἀσθένειαν καὶ κάθε ἀδυναμίαν. 2 Τῶν δώδεκα ἀποστόλων ετὰ ὀνόματα εἶναι τὰ ἑξῆς: Πρῶτος ὁ Σίμων, ὁ ὁποῖος ὀνομάζεται Πέτρος, καὶ Ἀνδρέας ὁ ἀδελφός του καὶ Ἰάκωβος ὁ υἱὸς τοῦ Ζεβεδαίου καὶ Ἰωάννης ὁ ἀδελφός του, 3 Φίλιππος καὶ Βαρθολομαῖος, Θωμᾶς καὶ Ματθαῖος ὁ τελώνης, Ἰάκωβος ὁ υἱὸς τοῦ Ἀλφαίου καὶ Λεββαῖος, ὁ ὁποῖος ὠνομάσθη Θαδδαῖος, 4 Σίμων ὁ Κανανίτης καὶ Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης, ὁ ὁποῖος καὶ τὸν παρέδωσε. 5 Αὐτοὺς τοὺς δώδεκα ἔστειλε ὁ Ἰησοῦς καὶ τοὺς παρήγγειλε τὰ ἑξῆς, «Πρὸς τοὺς ἐθνικοὺς μὴ πηγαίνετε καὶ σὲ πόλιν τῶν Σαμαρειτῶν μὴ μπαίνετε, 6 ἀλλὰ πηγαίνετε μάλλον εἰς τὰ χαμένα πρόβατα τῆς γενεᾶς τοῦ Ἰσραήλ». 7 «Καθὼς πηγαίνετε, νὰ κηρύττετε καὶ νὰ λὲγετε ὅτι ἐπλησίασε ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. 8 Ἀσθενεῖς νὰ θεραπεύετε, νεκροὺς νὰ ἀνασταίνετε, λεπροὺς νὰ καθαρίζετε, δαιμόνια νὰ διώχνετε. Δωρεὰν ἐλάβατε, δωρεὰν δώσατε.

Κήρυγμα (21 Ιουνίου 2020)

Κυριακή 21 Ιουνίου 2020

π. Δημήτριος Καταπίδης – Κήρυγμα στον ναό

[download mp3]

Διακονία (21 Ιουνίου 2020)

Η εφημερίδα μας της Κυριακής 21 Ιουνίου 2020 [download pdf]
[Πατήστε στο τετραγωνάκι κάτω-δεξιά στο πλαίσιο για ανάγνωση σε πλήρη οθόνη.]

Ψαλμός 31ος (21 Ιουνίου 2020)

Ψαλμοί του Δαβίδ με ερμηνεία από τον Όσιο Αρσένιο τον Καππαδόκη. [download pdf]

[Πατήστε στο τετραγωνάκι κάτω-δεξιά στο πλαίσιο για ανάγνωση σε πλήρη οθόνη.]

 

Έχεις Μήνυμα… (20 Ιουνίου 2020)

[…] Ὁ νόμος τοῦ πνεύματος, πού εἶναι ἡ ἀγάπη γιά τό Θεό, εἶναι νόμος φιλίας καί εὐγνωμοσύνης. Γιά νά ἀκολουθήση κανείς αὐτό τό νόμο δέν εἶναι ἀνάγκη νά καταβάλη κόπους, οὔτε έξοδα, οὔτε νά χύση ἰδρῶτα […] Οὕτε εἶναι ἀνάγκη νά ἀφήσης τή δουλειά σου, ἤ νά ἀποσυρθῆς σέ ἀπόμερα μέρη, νά διάγης μιά παράξενη ζωή καί νά φορῆς ἕνα παράξενο ἔνδυμα. Δέ χρειάζεται νά κάμης ὅλα αὐτά. Μπορεῖς νά μείνης στό σπίτι σου, καί, χωρίς νά χάσης τά ἀγαθά σου, νά βρίσκεσαι πάντα στή μελέτη τοῦ Θεοῦ καί τοῦ ἀνθρώπου, στή μελέτη τῆς συγγενείας τοῦ ἀνθρώπου μέ τό θεῖο καί σέ κάθε ἄλλη τέτοιας λογῆς μελέτη. […]

Καί πρῶτα πρῶτα, προσθέτει ἀλλοῦ, δέ χρειάζονται προετοιμασίες γιά τήν προσευχή μας, οὔτε εἰδικοί τόποι, οὔτε φωνές ὅταν ἐπικαλούμαστε τό Θεό. Γιατί δέν ὑπάρχει τόπος ἀπό ὅπου λείπει ὁ Θεός, δέν εἶναι δυνατό νά μήν εἶναι μαζί μας, ἀφοῦ ὁ Θεός εἶναι πάντα πιό κοντά σέ κείνους πού Τόν καλοῦν, ἀπό ὅσο εἶναι ἡ ἴδια ἡ καρδιά τους. Θά ἔλθη πρός ἠμᾶς, ἀκόμη κι ἄν εἴμαστε κακοί, γιατί ὁ Θεός εἶναι ἀγαθός. […]

Αγίου Νικολάου Καβάσιλα

«Περί της εν Χριστώ ζωής»

Αναγνώσματα (20 Ιουνίου 2020)

Απόστολος: Ρωμ. γ’ 19-26

Ἀδελφοί, οἴδαμεν δὲ ὅτι ὅσα ὁ νόμος λέγει τοῖς ἐν τῷ νόμῳ λαλεῖ, ἵνα πᾶν στόμα φραγῇ καὶ ὑπόδικος γένηται πᾶς ὁ κόσμος τῷ Θεῷ, διότι ἐξ ἔργων νόμου οὐ δικαιωθήσεται πᾶσα σὰρξ ἐνώπιον αὐτοῦ· διὰ γὰρ νόμου ἐπίγνωσις ἁμαρτίας. Νυνὶ δὲ χωρὶς νόμου δικαιοσύνη Θεοῦ πεφανέρωται, μαρτυρουμένη ὑπὸ τοῦ νόμου καὶ τῶν προφητῶν, δικαιοσύνη δὲ Θεοῦ διὰ πίστεως ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ εἰς πάντας καὶ ἐπὶ πάντας τοὺς πιστεύοντας· οὐ γὰρ ἔστι διαστολή· πάντες γὰρ ἥμαρτον καὶ ὑστεροῦνται τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, δικαιούμενοι δωρεὰν τῇ αὐτοῦ χάριτι διὰ τῆς ἀπολυτρώσεως τῆς ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ, ὃν προέθετο ὁ Θεὸς ἱλαστήριον διὰ τῆς πίστεως ἐν τῷ αὐτοῦ αἵματι, εἰς ἔνδειξιν τῆς δικαιοσύνης αὐτοῦ διὰ τὴν πάρεσιν τῶν προγεγονότων ἁμαρτημάτων ἐν τῇ ἀνοχῇ τοῦ Θεοῦ, πρὸς ἔνδειξιν τῆς δικαιοσύνης αὐτοῦ ἐν τῷ νῦν καιρῷ, εἰς τὸ εἶναι αὐτὸν δίκαιον καὶ δικαιοῦντα τὸν ἐκ πίστεως ᾿Ιησοῦ.

Νεοελληνική απόδοση:

Ἀδελφοί, 19 γνωρίζωμεν δὲ ὅτι ὅσα λέγει ὁ νόμος, τὰ λέγει εἰς ἐκείνους ποὺ εἶναι ὑπὸ τὸν νόμον, διὰ νὰ βουλωθῇ κάθε στόμα καὶ ὅλος ὁ κόσμος νὰ γίνῃ ὑπόδικος εἰς τὸν Θεόν, 20 διότι κανεὶς ἄνθρωπος δὲν θὰ δικαιωθῇ ἐμπρός του ἐπειδὴ ἐτήρησε τὸν νόμον. Ὁ νόμος φέρει μόνον τὴν συναίσθησιν ἁμαρτίας. 21 Ἀλλὰ τώρα ἦλθε εἰς φῶς δικαίωσις, ἀνεξαρτήτως νόμου, ἡ ὁποία μαρτυρεῖται ἀπὸ τὸν νόμον καὶ τοὺς προφήτας, 22 δικαίωσις ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ διὰ τῆς πίστεως εἰς τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν δι’ ὅλους καὶ εἰς ὅλους ποὺ πιστεύουν. 23 Δὲν ὑπάρχει διάκρισις, διότι ὅλοι ἁμάρτησαν καὶ στεροῦνται τῆς θείας δόξης, 24 καὶ παίρνουν τὴν δικαίωσιν δωρεὰν μὲ τὴν χάριν του διὰ τῆς λυτρώσεως, ποὺ ἔγινε διὰ τοῦ Χριστοῦ Ἰησοῦ, 25 τὸν ὁποῖον ὁ Θεὸς προώρισε νὰ εἶναι, διὰ μέσου τῆς πίστεως, τὸ ὄργανον ἐξιλασμοῦ διὰ τοῦ αἵματός του, καὶ τοῦτο διὰ νὰ φανῇ ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, ἐπειδὴ εἶχε παραβλέψει τὰς ἁμαρτίας τοῦ παρελθόντος, 26 εἰς τὴν περίοδον τῆς ἀνοχῆς του, διὰ νὰ φανῇ ἡ δικαιοσύνη του εἰς τὸν παρόντα καιρόν, ὥστε νὰ εἶναι δίκαιος καὶ συγχρόνως νὰ δικαιώνῃ ἐκεῖνον ποὺ πιστεύει εἰς τὸν Ἰησοῦν.

Ιερό Ευαγγέλιο: Ματθ. ζ’ 1-8

Εἶπεν ὁ Κύριος · Μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε· 2ἐν ᾧ γὰρ κρίματι κρίνετε κριθήσεσθε, καὶ ἐν ᾧ μέτρῳ μετρεῖτε μετρηθήσεται ὑμῖν. 3τί δὲ βλέπεις τὸ κάρφος τὸ ἐν τῷ ὀφθαλμῷ τοῦ ἀδελφοῦ σου, τὴν δὲ ἐν τῷ σῷ ὀφθαλμῷ δοκὸν οὐ κατανοεῖς; 4ἢ πῶς ἐρεῖς τῷ ἀδελφῷ σου, Ἄφες ἐκβάλω τὸ κάρφος ἀπὸ τοῦ ὀφθαλμοῦ σου, καὶ ἰδοὺ ἡ δοκὸς ἐν τῷ ὀφθαλμῷ σοῦ; 5ὑποκριτά, ἔκβαλε πρῶτον τὴν δοκὸν ἐκ τοῦ ὀφθαλμοῦ σοῦ, καὶ τότε διαβλέψεις ἐκβαλεῖν τὸ κάρφος ἐκ τοῦ ὀφθαλμοῦ τοῦ ἀδελφοῦ σου. 6Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσίν, μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς. 7Αἰτεῖτε, καὶ δοθήσεται ὑμῖν· ζητεῖτε, καὶ εὑρήσετε· κρούετε, καὶ ἀνοιγήσεται ὑμῖν. 8πᾶς γὰρ ὁ αἰτῶν λαμβάνει καὶ ὁ ζητῶν εὑρίσκει καὶ τῷ κρούοντι ἀνοιγήσεται.

Νεοελληνική απόδοση:

Εἶπεν ὁ Κύριος, 1 «Μὴν κατακρίνετε, διὰ νὰ μὴ κατακριθῆτε, διότι μὲ τὸ κριτήριον ποὺ κρίνετε, θὰ κριθῆτε, 2 καὶ μὲ τὸ μέτρον ποὺ μετρᾶτε, θὰ μετρηθῆτε. 3 Γιατὶ βλέπεις τὴν ἀγκίδα, ποὺ εἶναι εἰς τὸ μάτι τοῦ ἀδελφού σου, ἐνῷ τὸ δοκάρι, ποὺ εἶναι εἰς τὸ μάτι σου, δὲν τὸ παρατηρεῖς; 4 Ἢ πῶς θὰ πῇς στὸν ἀδελφόν σου, «Ἄφησέ με νὰ βγάλω τὴν ἀγκίδα ἀπὸ τὸ μάτι σου», ὅταν ὑπάρχῃ ἐκεῖνο τὸ δοκάρι εἰς τὸ δικό σου τὸ μάτι; 5 Ὑποκριτά, βγάλε πρῶτα ἀπὸ τὸ δικό σου μάτι τὸ δοκάρι, καὶ τότε θὰ ἰδῇς καθαρὰ γιὰ νὰ βγάλῃς τὴν ἀγκίδα ἀπὸ τὸ μάτι τοῦ ἀδελφοῦ σου. 6 Μὴν δίνετε τὸ ἅγιον εἰς τὰ σκυλιὰ καὶ μὴν ρίχνετε ἐμπρὸς εἰς τοὺς χοίρους τὰ μαργαριτάρια σας, μὴ τυχὸν τὰ καταπατήσουν μὲ τὰ πόδια τους καὶ ἔπειτα στραφοῦν καὶ σᾶς ξεσχίσουν». 7 «Ζητᾶτε καὶ θὰ σᾶς δοθῇ, ἐρευνᾶτε καὶ θὰ βρῆτε, κτυπᾶτε καὶ θὰ σᾶς ἀνοιχθῇ ἡ πόρτα. 8 Διότι καθένας ποὺ ζητᾶ, λαμβάνει, καὶ καθένας ποὺ ἐρευνᾶ, βρίσκει, καὶ εἰς ἐκεῖνον ποὺ κτυπᾶ, θὰ τοῦ ἀνοιχθῇ ἡ πόρτα.

Έχεις Μήνυμα… (19 Ιουνίου 2020)

[…] – Γέροντα, ὅταν τὸ παιδὶ φύγη ἀπὸ τὸ σπίτι, τί πρέπει νὰ κάνουν οἱ γονεῖς;

– Νὰ προσπαθήσουν νὰ διατηρήσουν μιὰ ἐπαφὴ μαζί του, ὥστε, ὅταν συνέλθη, νὰ μπορέση νὰ ἐπιστρέψη στὸ σπίτι. Νὰ τοῦ μιλήσουν μὲ τὸ καλό, νὰ τὸ προβληματίσουν, γιὰ νὰ τὸ βοηθήσουν. Ἂν λ.χ. τὸ παιδὶ ξενυχτάη, νὰ τοῦ πῆ ἡ μητέρα: «Ἔλα ἐδῶ, παιδάκι μου. Ἂν ἤσουν ἐσὺ στὴν θέση μου καὶ ἀργοῦσαν τὰ παιδιά σου νὰ γυρίσουν τὸ βράδυ στὸ σπίτι, θὰ μποροῦσες νὰ μὴν ἀνησυχῆς;».

Continue Reading »

Αναγνώσματα (19 Ιουνίου 2020)

Απόστολος: Ιουδ. 1-25

Ιούδας, ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ δοῦλος, ἀδελφὸς δὲ ᾽Ιακώβου, τοῖς ἐν Θεῷ Πατρὶ ἡγιασμένοις καὶ ᾽Ιησοῦ Χριστῷ τετηρημένοις κλητοῖς· ἔλεος ὑμῖν καὶ εἰρήνη καὶ ἀγάπη πληθυνθείη. ᾽Αγαπητοί, πᾶσαν σπουδὴν ποιούμενος γράφειν ὑμῖν περὶ τῆς κοινῆς σωτηρίας, ἀνάγκην ἔσχον γράψαι ὑμῖν παρακαλῶν ἐπαγωνίζεσθαι τῇ ἄπαξ παραδοθείσῃ τοῖς ἁγίοις πίστει. Παρεισέδυσαν γάρ τινες ἄνθρωποι, οἱ πάλαι προγεγραμμένοι εἰς τοῦτο τὸ κρῖμα, ἀσεβεῖς, τὴν τοῦ Θεοῦ ἡμῶν χάριν μετατιθέντες εἰς ἀσέλγειαν καὶ τὸν μόνον δεσπότην καὶ Κύριον ἡμῶν ᾽Ιησοῦν Χριστὸν ἀρνούμενοι. ῾Υπομνῆσαι δὲ ὑμᾶς βούλομαι, εἰδότας ὑμᾶς ἅπαξ τοῦτο, ὅτι ὁ Κύριος λαὸν ἐκ γῆς Αἰγύπτου σώσας, τὸ δεύτερον τοὺς μὴ πιστεύσαντας ἀπώλεσεν, ἀγγέλους τε τοὺς μὴ τηρήσαντας τὴν ἑαυτῶν ἀρχήν, ἀλλ’ ἀπολιπόντας τὸ ἴδιον οἰκητήριον εἰς κρίσιν μεγάλης ἡμέρας δεσμοῖς ἀϊδίοις ὑπὸ ζόφον τετήρηκεν· ὡς Σόδομα καὶ Γόμορρα καὶ αἱ περί αὐτὰς πόλεις τὸν ὅμοιον τούτοις τρόπον ἐκπορνεύσασαι καὶ ἀπελθοῦσαι ὀπίσω σαρκὸς ἑτέρας πρόκεινται δεῖγμα, πυρὸς αἰωνίου δίκην ὑπέχουσαι. Ὁμοίως μέντοι καὶ οὗτοι ἐνυπνιαζόμενοι σάρκα μὲν μιαίνουσι, κυριότητα δὲ ἀθετοῦσι, δόξας δὲ βλασφημοῦσιν. ὁ δὲ Μιχαὴλ ὁ ἀρχάγγελος, ὅτε τῷ διαβόλῳ διακρινόμενος διελέγετο περὶ τοῦ Μωϋσέως σώματος, οὐκ ἐτόλμησε κρίσιν ἐπενεγκεῖν βλασφημίας, ἀλλ᾽ εἶπεν· ἐπιτιμήσαι σοι Κύριος. οὗτοι δὲ ὅσα μὲν οὐκ οἴδασι βλασφημοῦσιν, ὅσα δὲ φυσικῶς ὡς τὰ ἄλογα ζῷα ἐπίστανται, ἐν τούτοις φθείρονται. Οὐαὶ τοῖς ἀσεβἐσιν, ὅτι τῇ ὁδῷ τοῦ Κάϊν ἐπορεύθησαν, καὶ τῇ πλάνῃ τοῦ Βαλαὰμ μισθοῦ ἐξεχύθησαν, καὶ τῇ ἀντιλογίᾳ τοῦ Κορὲ ἀπώλοντο. Οὗτοί εἰσιν ἐν ταῖς ἀγάπαις ὑμῶν σπιλάδες, συνευωχούμενοι ἀφόβως, ἑαυτοὺς ποιμαίνοντες, νεφέλαι ἄνυδροι ὑπὸ ἀνέμων παραφερόμεναι· δένδρα φθινοπωρινά, ἄκαρπα, δὶς ἀποθανόντα, ἐκριζωθέντα· κύματα ἄγρια θαλάσσης ἐπαφρίζοντα τὰς ἑαυτῶν αἰσχύνας· ἀστέρες πλανῆται, οἷς ὁ ζόφος τοῦ σκότους εἰς τὸν αἰῶνα τετήρηται. Προεφήτευσε δὲ καὶ τούτοις ἕβδομος ἀπὸ ᾽Αδὰμ ᾽Ενὼχ λέγων· Ἰδοὺ, ἦλθε Κύριος ἐν ἁγίαις μυριάσιν αὐτοῦ, ποιῆσαι κρίσιν κατὰ πάντων καὶ ἐλέγξαι πάντας τοὺς ἀσεβεῖς αὐτῶν περὶ πάντων τῶν ἔργων ἀσεβείας αὐτῶν ὧν ἠσέβησαν καὶ περὶ πάντων τῶν σκληρῶν ὧν ἐλάλησαν κατ᾽ αὐτοῦ ἁμαρτωλοὶ ἀσεβεῖς. Οὗτοί εἰσι γογγυσταί, μεμψίμοιροι, κατὰ τὰς ἐπιθυμίας αὐτῶν πορευόμενοι, καὶ τὸ στόμα αὐτῶν λαλεῖ ὑπέρογκα, θαυμάζοντες πρόσωπα ὠφελείας χάριν. ῾Υμεῖς δέ, ἀγαπητοί, μνήσθητε τῶν ῥημάτων τῶν προειρημένων ὑπὸ τῶν Ἀποστόλων τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, ὅτι ἔλεγον ὑμῖν ὅτι ἐν ἐσχάτῳ χρόνῳ ἔσονται ἐμπαῖκται κατὰ τὰς ἑαυτῶν ἐπιθυμίας πορευόμενοι τῶν ἀσεβειῶν. Οὗτοί εἰσιν οἱ ἀποδιορίζοντες, ψυχικοί, Πνεῦμα μὴ ἔχοντες. ῾Υμεῖς δέ, ἀγαπητοί, τῇ ἁγιωτάτῃ ὑμῶν πίστει ἐποικοδομοῦντες ἑαυτούς, ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ προσευχόμενοι, ἑαυτοὺς ἐν ἀγάπῃ Θεοῦ τηρήσατε, προσδεχόμενοι τὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, εἰς ζωὴν αἰώνιον. Καὶ οὓς μὲν ἐλεεῖτε διακρινόμενοι, οὓς δὲ ἐν φόβῳ σῴζετε, ἐκ τοῦ πυρὸς ἁρπάζοντες, μισοῦντες καὶ τὸν ἀπὸ τῆς σαρκὸς ἐσπιλωμένον χιτῶνα. Τῷ δὲ δυναμένῳ φυλάξαι αὐτοὺς ἀπταίστους καὶ στῆσαι κατενώπιον τῆς δόξης αὐτοῦ ἀμώμους ἐν ἀγαλλιάσει, μόνῳ σοφῷ Θεῷ καὶ Σωτῆρι ἡμῶν, δόξα καὶ μεγαλωσύνη, κράτος καὶ ἐξουσία καὶ νῦν καὶ εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.

Νεοελληνική απόδοση:

Ἀδελφοί, 1 ὁ Ἰούδας, δοῦλος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ἀδελφὸς τοῦ Ἰακώβου, πρὸς ἐκείνους τοὺς ὁποίους ὁ Θεὸς ἐκάλεσε καὶ οὁ ὁποῖοι εἶναι ἁγιασμένοι ἀπὸ τὸν Θεὸν Πατέρα, καὶ διαφυλαγμένοι ἀπὸ τὸν Ἰησοῦν Χριστόν. 2 Εἶθε τὸ ἔλεος καὶ ἡ εἰρήνη καὶ ἡ ἀγάπη νὰ αὐξηθοῦν μεταξύ σας. 3 Ἀγαπητοί, εἶχα μεγάλη ἐπιθυμίαν νὰ σᾶς γράψω διὰ τὴν σωτηρίαν εἰς τὴν ὁποίαν μετέχομεν καὶ αἰσθάνθηκα τὴν ἀνάγκην νὰ τὸ κάνω διὰ νὰς σᾶς προτρέψω νὰ ἀγωνίζεσθε διὰ τὴν πίστιν, ἡ ὁποία μιὰ γιὰ πάντα παραδόθηκε εἰς τοὺς ἁγίους. 4 Διότι εἰσέδυσαν κρυφὰ μεταξύ σας μερικοὶ ἄνθρωποι, ἐκεῖνοι ποὺ ἀπὸ καιρὸν ἦσαν σημειωμένοι διὰ τὴν καταδίκην αὐτήν, ἀσεβεῖς, οἱ ὁποῖοι τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ μας μετέτρεψαν εἰς ἀσέλγειαν καὶ ἀρνοῦνται τὸν μόνον Δεσπότην καὶ Κύριόν μας Ἰησοῦν Χριστόν. 5 Θέλω νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω ὅλα ἐκεῖνα ποὺ ξέρετε ἤδη, ὅτι ὁ Κύριος, ἐνῷ ἔσωσε τὸν λαὸν ἐκ τῆς γῆς τῆς Αἰγύπτου, κατόπιν κατέστρεψε ἐκείνους ποὺ δὲν ἐπίστεψαν, 6 καὶ ἀγγέλους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐκράτησαν τὸ ὑπούργημά των ἀλλὰ ἄφησαν τὸν τόπον τῆς διαμονῆς των, τοὺς ἔχει κρατήσει μὲ αἰώνια δεσμὰ εἰς τὸ σκοτάδι διὰ νὰ κριθοῦν τὴν μεγάλην Ἡμέραν· 7 ὅπως τὰ Σόδομα καὶ τὰ Γόμορρα καὶ αἱ γύρω πόλεις αἱ ὁποῖαι, κατὰ ὅμοιον τρόπον μὲ αὐτούς, παρεδόθησαν εἰς τὴν πορνείαν καὶ ἀκολούθησαν παρὰ φύσιν ἐπιθυμίας, χρησιμεύουν ὡς παράδειγμα, κατόπιν τῆς τιμωρίας τῆς αἰωνίας φωτιᾶς ποὺ ὑπέστησαν. 8 Κατὰ τὸν ἴδιον ἐπίσης τρόπον καὶ αὐτοί, ὀνειρευόμενοι, μολύνουν τὴν σάρκα, ἀπορρίπτουν τὴν ἐξουσίαν τοῦ Θεοῦ καὶ λοιδοροῦν τὰ οὐράνια ὄντα. 9 Ἐνῷ ὁ Μιχαὴλ ὁ ἀρχάγγελος, ὅταν ἐφιλονεικοῦσε μὲ τὸν διάβολον καὶ συζητοῦσε διὰ τὸ σῶμα τοῦ Μωϋσέως, δὲν ἐτόλμησε νὰ ἐκστομίσῃ λοίδορον κρίσιν, ἀλλ’ εἶπε, «Ὁ Κύριος νὰ σὲ ἐπιτιμήσῃ». 10 Αὐτοὶ ὅμως λοιδοροῦν ὅσα δὲν ξέρουν, ἐκεῖνα δὲ ποὺ ξέρουν μὲ τὸ φυσικὸν ἔνστικτον, ὅπως τὰ ἄλογα ζῶα, μὲ αὐτὰ καταστρέφονται. 11 Ἀλοίμονον εἰς αὐτούς, διότι ἐβάδισαν τὸν δρόμον τοῦ Κάϊν, ἐκτροχιάσθησαν εἰς τὴν πλάνην τοῦ Βαρλαὰμ χάριν χρημάτων καὶ κατεστράφησαν στασιάσαντες ὅπως ὁ Κορέ. 12 Αὐτοὶ εἶναι κηλῖδες κατὰ τὰς ἀγάπας σας, καθὼς τρώγουν μαζί σας χωρὶς σεβασμόν, βοσκοὶ ποὺ φροντίζουν μόνον διὰ τὸν ἑαυτόν τους σύννεφα χωρὶς νερὸ ποὺ παρασύρονται ἀπὸ τοὺς ἀνέμους, δένδρα φθινοπωρινὰ ἄκαρπα, δυὸ φορὲς πεθαμένα, ξερριζωμένα, 13 ἄγρια κύματα τῆς θαλάσσης ποὺ βγάζουν σὰν ἀφρὸν τὰ αἴσχη των, ἀστέρια ποὺ περιπλανῶνται, διὰ τοὺς ὁποίους εἶναι φυλαγμένο γιὰ πάντα τὸ βαθὺ σκοτάδι. 14 Ὁ Ἐνώχ, ὁ ἕβδομος ἀπόγονος ἀπὸ τὸν Ἀδάμ, ἐπροφήτευσε καὶ γι’ αὐτούς, ὅταν εἶπε, «Ἰδού, ἦλθε ὁ Κύριος μὲ τὰς ἁγίας του μυριάδας, 15 διὰ νὰ κάνῃ κρίσιν ἐναντίον ὅλων καὶ νὰ ἐλέγξῃ ὅλους τοὺς ἀσεβεῖς δι’ ὅλα τὰ ἔργα τῆς ἀσεβείας των, τὰ ὁποία ἀσεβῶς ἔκαναν καὶ δι’ ὅλα τὰ σκληρὰ λόγια τὰ ὁποῖα εἶπαν ἐναντίον του ἁμαρτωλοὶ ἀσεβεῖς». 16 Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ γογγύζουν, εἶναι μεμψίμοιροι, βαδίζουν κατὰ τῆς ἐπιθυμίας των καὶ τὸ στόμα των μιλεῖ ὑπερήφανα, κολακεύουν πρόσωπα διὰ νὰ ὠφεληθοῦν. 17 Σεῖς ὅμως, ἀγαπητοί, θυμηθῆτε ὅσα προεῖπαν οἱ ἀπόστολοι τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. 18 Σᾶς ἔλεγαν ὅτι, «Κατὰ τὸν ἔσχατον καιρὸν θὰ ἐμφανισθοῦν χλευασταί, οἱ ὁποῖοι θὰ βαδίζουν κατὰ τὰς δικάς των ἀσεβεῖς ἐπιθυμίας». 19 Αὐτοὶ εἶναι ποὺ προκαλοῦν διαιρέσεις, κοσμικοὶ ἄνθρωποι, ποὺ δὲν ἔχουν Πνεῦμα. 20 Σεῖς ὅμως, ἀγαπητοί, ἐποικοδομεῖτε τὸν ἑαυτόν σας εἰς τὴν ἁγιωτάτην πίστιν σας, προσεύχεσθε ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ, φυλάξατε τὸν ἑαυτόν σας εἰς τὴν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ, 21 περιμένοντες τὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ εἰς ζωὴν αἰώνιον. 22 Μερικοὶ νὲ ἐλεῆτε μὲ διάκρισιν, ἄλλους μὲ φόβον νὰ τοὺς σώζετε, ἁρπάζοντες αὐτοὺς ἀπὸ τὴν φωτιά, 23 νὰ μισῆτε δὲ καὶ τὸ ἔνδυμά τους ποὺ εἶναι μολυσμένον ἀπὸ τὴ σάρκα. 24 Εἰς ἐκεῖνον ποὺ δὲν ἔχει τὴν δύναμιν νὰ σᾶς φυλάξῃ ὥστε νὰ μὴ πέσετε καὶ νὰ σᾶς στήσῃ ἐνώπιον τῆς δόξης του ἀμώμους μὲ ἀγαλλίασιν, 25 εἰς τὸν μόνον σοφὸν Θεόν, τὸν Σωτῆρά μας, ἀνήκει ἡ δόξα καὶ ἡ μεγαλωσύνη, ἡ δύναμις καὶ ἡ ἐξουσία καὶ τώρα καὶ εἰς ὅλους τοῦς αἰῶνας. Ἀμήν.

Ιερό Ευαγγέλιο: Ιω. ιδ’ 21-24

Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ Μαθηταῖς· ὁ ἔχων τὰς ἐντολάς μου καὶ τηρῶν αὐτὰς, ἐκεῖνός ἐστιν ὁ ἀγαπῶν με· ὁ δὲ ἀγαπῶν με ἀγαπηθήσεται ὑπὸ τοῦ πατρός μου, καὶ ἐγὼ ἀγαπήσω αὐτὸν καὶ ἐμφανίσω αὐτῷ ἐμαυτόν. 22 Λέγει αὐτῷ Ἰούδας, οὐχ ὁ Ἰσκαριώτης· Κύριε, καὶ τί γέγονεν ὅτι ἡμῖν μέλλεις ἐμφανίζειν σεαυτὸν καὶ οὐχὶ τῷ κόσμῳ; 23 ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ἐάν τις ἀγαπᾷ με, τὸν λόγον μου τηρήσει, καὶ ὁ πατήρ μου ἀγαπήσει αὐτόν, καὶ πρὸς αὐτὸν ἐλευσόμεθα καὶ μονὴν παρ’ αὐτῷ ποιήσομεν. 24 ὁ μὴ ἀγαπῶν με τοὺς λόγους μου οὐ τηρεῖ· καὶ ὁ λόγος ὃν ἀκούετε οὐκ ἔστιν ἐμὸς, ἀλλὰ τοῦ πέμψαντός με πατρός.

Νεοελληνική απόδοση:

Εἶπε ὁ Κύριος στούς Μαθητές του, 21 Ὅποιος ἔχει τὰς ἐντολάς μου καὶ τὰς τηρεῖ, ἐκεῖνος εἶναι ποὺ μὲ ἀγαπᾶ, ὅποιος δὲ ἀγαπᾶ ἐμὲ θὰ ἀγαπηθῇ ἀπὸ τὸν Πατέρα μου καὶ ἐγὼ θὰ τὸν ἀγαπήσω καὶ θὰ τοῦ φανερώσω τὸν ἑαυτόν μου». 22 Λέγει εἰς αὐτὸν ὁ Ἰούδας, ὄχι ὁ Ἰσκαριώτης, «Κύριε, καὶ πῶς συμβαίνει ὅτι θὰ φανερώσῃς τὸν ἑαυτόν σου σ’ ἐμᾶς καὶ ὄχι στὸν κόσμον;». 23 Ὁ Ἰησοῦς τοῦ ἀπεκρίθη, «Ἐὰν κανεὶς μὲ ἀγαπᾶ, θὰ τηρήσῃ τὸν λόγον μου, καὶ ὁ Πατέρας μου θὰ τὸν ἀγαπήση καὶ θὰ ἔλθωμεν σ’ αὐτὸν καὶ θὰ κατοικήσωμεν μαζί του. 24 Ὅποιος δὲν μὲ ἀγαπᾶ, δὲν τηρεῖ τοὺς λόγους μου. Καὶ ὁ λόγος ποὺ ἀκοῦτε, δὲν εἶναι δικός μου, ἀλλὰ τοῦ Πατέρα ποὺ μὲ ἔστειλε.

Έχεις Μήνυμα… (18 Ιουνίου 2020)

[…] Είναι αδύνατον να γνωρίζει κανείς τον Χριστό χωρίς να επιθυμεί να είναι μαζί του, όπου είναι Αυτός. Και δεν βρίσκεται μόνο στον κόσμο, που η δόξα του παρέρχεται, ούτε αποτελεί τμήμα του. Δεν είναι μόνο στους ουρανούς όπου αναλήφθκε, αλλά είναι ολόκληρος μέσα στον βαπτισμένο. Γι΄αυτό όταν ο βαπτισμένος γυρίσει μέσα στην καρδιά του, δια της μονολογίστου ευχής, θα συναντήσει Αυτόν και θα ενωθεί μαζί Του.

Αλλά ο άνθρωπος, επειδή είναι αμαρτωλός, φοβάται να γυρίσει μέσα του για να βρει τον Χριστό, που ενδύθηκε με το βάπτισμα. Φοβάται να αντιμετωπίσει τις ενοχές του, τους τρωγλοδύτες που λυμαίνονται την ψυχή και το σώμα του, το τμήμα του εαυτού του που μισεί ή περιφρονεί, την έλλειψη ψυχοσωματικής δικαιοσύνης, την εντροπία του. Πανικόβλητος φεύγει από την καρδιά του, καταφεύγει στη λήθη του Χριστού ή ψάχνει να Τον βρει έξω από τον εαυτό του, χωρίς Αυτόν, όπου και όπως θέλει αυτός. Λησμονεί όμως ότι ο Θεάνθρωπος είπε «Ἰδοὺ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστιν. ἐροῦσιν ὑμῖν, ἰδοὺ ἐκεῖ’ ἰδοὺ ὧδε’ μὴ ἀπέλθητε, μηδὲ διώξητε«.

Σώζεται κανείς, όχι επειδή πιστεύει στις υπερφυσικές δυνάμεις του Χριστού -τέτοια πίστη δεν την θέλει από τον άνθρωπο- αλλά γιατί δέχεται να κάνει δική του με όλη την ύπαρξή του, την επιθυμία του Χριστού, που Τον έκανε να κατέλθει στον θάνατο για να τον καταργήσει. Διότι το να πιστεύει κανείς σ΄Αυτόν και να μην πιστεύει σε ό,τι Αυτός πιστεύει, να μην αγαπά ό,τι Αυτός αγαπά, να μην επιθυμεί όσα Αυτός επιθυμεί, είναι σαν να μην πιστεύει σ’ Αυτόν, σαν να μην τον εμπιστεύεται. Είναι αδύνατο να σωθεί κανείς, να ενωθεί με τον Χριστό, να τον γνωρίσει, χωρίς να επιθυμεί να πιεί και να πίνει από το ποτήρι που Εκείνος ήπιε και να βαπτισθεί με το βάπτισμα που Εκείνος βαπτίσθηκε’ χωρίς να κατέλθει στα χαοτικά σκοτάδια της εσωτερικής ερημικότητας, χωρίς να αντικαταστήσει το ψέμα του με την αλήθεια του, χωρίς να ελευθερώσει την ψυχή του από τα συμπλέγματα των ενοχικών βιωμάτων.

Ο προσευχόμενος όμως τολμά, αποφασίζει να κατέλθει στα βάθη της καρδιάς του, να συναντήσει τον Χριστό που ενδύθηκε με το βάπτισμα. Μέχρις ότου Τον συναντήσει, έχει το θάρρος με το φως της προσευχής να κοιτάξει κατάματα το ψέμα του, τις ενοχές του, να βαδίσει μέσα στη νεκρότητά του, να φτάσει στην ανάστασή του. Αγωνίζεται με δάκρυα και κόπο να παραμείνει στο στάδιο του συνειδησιακού μαρτυρίου, μέχρις ότου μέσα του να μορφωθεί ο Χριστός.

Continue Reading »