Αναγνώσματα (28 Νοεμβρίου 2018)

Απόστολος: Α’ Τιμ. ε’ 22-25, ς’ 1-11

Τέκνον Τιμόθεε, χεῖρας ταχέως μηδενὶ ἐπιτίθει, μηδὲ κοινώνει ἁμαρτίαις ἀλλοτρίαις· σεαυτὸν ἁγνὸν τήρει. Μηκέτι ὑδροπότει, ἀλλ᾿ οἴνῳ ὀλίγῳ χρῶ διὰ τὸν στόμαχόν σου καὶ τὰς πυκνάς σου ἀσθενείας. Τινῶν ἀνθρώπων αἱ ἁμαρτίαι πρόδηλοί εἰσι, προάγουσαι εἰς κρίσιν, τισὶ δὲ καὶ ἐπακολουθοῦσιν· ὡσαύτως καὶ τὰ καλὰ ἔργα πρόδηλά ἐστι, καὶ τὰ ἄλλως ἔχοντα κρυβῆναι οὐ δύνανται. ῞Οσοι εἰσὶν ὑπὸ ζυγὸν δοῦλοι, τοὺς ἰδίους δεσπότας πάσης τιμῆς ἀξίους ἡγείσθωσαν, ἵνα μὴ τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ διδασκαλία βλασφημῆται. Οἱ δὲ πιστοὺς ἔχοντες δεσπότας μὴ καταφρονείτωσαν, ὅτι ἀδελφοί εἰσιν, ἀλλὰ μᾶλλον δουλευέτωσαν, ὅτι πιστοί εἰσι καὶ ἀγαπητοὶ οἱ τῆς εὐεργεσίας ἀντιλαμβανόμενοι. Ταῦτα δίδασκε καὶ παρακάλει. εἴ τις ἑτεροδιδασκαλεῖ καὶ μὴ προσέρχεται ὑγιαίνουσι λόγοις τοῖς τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ καὶ τῇ κατ᾿ εὐσέβειαν διδασκαλίᾳ, τετύφωται, μηδὲν ἐπιστάμενος, ἀλλὰ νοσῶν περὶ ζητήσεις καὶ λογομαχίας, ἐξ ὧν γίνεται φθόνος, ἔρις, βλασφημίαι, ὑπόνοιαι πονηραί, παραδιατριβαὶ διεφθαρμένων ἀνθρώπων τὸν νοῦν καὶ ἀπεστερημένων τῆς ἀληθείας, νομιζόντων πορισμὸν εἶναι τὴν εὐσέβειαν. ἀφίστασο ἀπὸ τῶν τοιούτων. Ἔστι δὲ πορισμὸς μέγας ἡ εὐσέβεια μετὰ αὐταρκείας. Οὐδὲν γὰρ εἰσηνέγκαμεν εἰς τὸν κόσμον, δῆλον ὅτι οὐδὲ ἐξενεγκεῖν τι δυνάμεθα· ἔχοντες δὲ διατροφὰς καὶ σκεπάσματα, τούτοις ἀρκεσθησόμεθα. Οἱ δὲ βουλόμενοι πλουτεῖν ἐμπίπτουσιν εἰς πειρασμὸν καὶ παγίδα καὶ ἐπιθυμίας πολλὰς ἀνοήτους καὶ βλαβεράς, αἵτινες βυθίζουσι τοὺς ἀνθρώπους εἰς ὄλεθρον καὶ ἀπώλειαν· ῥίζα γὰρ πάντων τῶν κακῶν ἐστιν ἡ φιλαργυρία, ἧς τινες ὀρεγόμενοι ἀπεπλανήθησαν ἀπὸ τῆς πίστεως καὶ ἑαυτοὺς περιέπειραν ὀδύναις πολλαῖς. Σὺ δέ, ὦ ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ, ταῦτα φεῦγε. 

Νεοελληνική απόδοση:

Παιδί μου Τιμόθεε, 22 Εις κανένα μη επιθέτης γρήγορα τα χέρια και μη γίνεσαι συμμέτοχος εις ξένας αμαρτίας· κράτει τον εαυτόν σου αγνόν. 23 Μη πίνης πλέον μόνον νερό, αλλά κάνε χρήσιν ολίγου κρασιού για το στομάχι σου και τας συνχάς σου ασθενείας. 24 Μερικών ανθρώπων αι αμαρτίαι είναι ολοφάνεροι, ακόμη και πριν από την κρίσιν, άλλων όμως φανερώνονται αργότερα. 25 Έτσι και τα καλά έργα είναι ολοφάνερα, αλλ’ ακόμη και όταν δεν είναι καλά, δεν μπορούν να κρυφθούν. 1 Όσοι είναι υπό τον ζυγόν της δουλείας, ας θεωρούν τους κυρίους των αξίους κάθε τιμής, διά να μη δυσφημήται το όνομα του Θεού και η διδασκαλία. 2 Εκείνοι δε που έχουν κυρίους πιστούς, ας μη τους περιφρονούν με την πρόφασιν ότι είναι αδελφοί, αλλά να τους υπηρετούν καλύτερα, διότι είναι πιστοί και αγαπητοί αυτοί που ωφελούνται από την υπηρεσίαν τους. 3 Αυτά να διδάσκης και να προτρέπης. Εάν κανείς διδάσκη άλλας διδασκαλίας και δεν ακολουθή τους υγιείς λόγους του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και την διδασκαλίαν που ανταποκρίνεται εις την ευσέβειαν, 4 αυτός είναι φουσκωμένος και δεν ξέρει τίποτε, αλλά έχει μίαν νοσηρήν επιθυμίαν διά συζητήσεις και λογομαχίες εκ των οποίων προέρχεται φθόνος, έρις, συκοφαντίαι, πονηραί υποψίαι, 5 θορυβώδεις φιλονεικίαι από ανθρώπους που έχουν διεφθαρμένον τον νούν, στερούνται της αληθείας και νομίζουν ότι η ευσέβεια είναι μέσον υλικού κέρδους. Να απομακρύνεσαι από τέτοιους ανθρώπους. 6 Η ευσέβεια είναι, πραγματικά, πηγή κέρδους, όταν αρκήται κανείς σ’ εκείνα που έχει. 7 Δεν εφέραμε τίποτε εις τον κόσμον και είναι φανερόν ότι δεν μπορούμε ούτε να πάρωμε τίποτε μαζί μας. 8 Ώστε, εάν έχωμεν τροφάς και σκεπάσματα θα είμεθα ευχαριστημένοι με αυτά. 9 Εκείνοι όμως που θέλουν να πλουτίσουν πέφτουν εις πειρασμόν και παγίδα και εις πολλάς επιθυμίας ανόητους και βλαβεράς, αι οποίαι βυθίζουν τους ανθρώπους εις τον όλεθρον και την απώλειαν. 10 Διότι η ρίζα όλων των κακών είναι η φιλαργυρία. Λόγω του πάθους αυτού, μερικοί επλανήθησαν από την πίστιν και εκάρφωσαν τον εαυτόν τους με βάσανα πολλά. 11 Αλλά συ, ω άνθρωπε του Θεού, απόφευγε αυτά.

__________

Ιερό Ευαγγέλιο: Λουκ. κ’ 1-8

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, διδάσκοντος τοῦ Ἰησοῦ τὸν λαὸν ἐν τῷ ἱερῷ καὶ εὐαγγελιζομένου ἐπέστησαν οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ γραμματεῖς σὺν τοῖς πρεσβυτέροις 2καὶ εἶπον πρὸς αὐτόν λέγοντες· Εἰπέ ἡμῖν ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ ταῦτα ποιεῖς, ἢ τίς ἐστιν ὁ δούς σοι τὴν ἐξουσίαν ταύτην; 3ἀποκριθεὶς δὲ εἶπε πρὸς αὐτούς· Ἐρωτήσω ὑμᾶς κἀγὼ ἕνα λόγον, καὶ εἴπατέ μοι· 4τὸ βάπτισμα Ἰωάννου ἐξ οὐρανοῦ ἦν ἢ ἐξ ἀνθρώπων; 5οἱ δὲ συνελογίσαντο πρὸς ἑαυτοὺς λέγοντες ὅτι ἐὰν εἴπωμεν, ἐξ οὐρανοῦ, ἐρεῖ, διατί οὖν οὐκ ἐπιστεύσατε αὐτῷ; 6ἐὰν δὲ εἴπωμεν, ἐξ ἀνθρώπων, πᾶς ὁ λαὸς καταλιθάσει ἡμᾶς· πεπεισμένος γάρ ἐστιν Ἰωάννην προφήτην εἶναι. 7καὶ ἀπεκρίθησαν μὴ εἰδέναι πόθεν. 8καὶ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Οὐδὲ ἐγὼ λέγω ὑμῖν ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ ταῦτα ποιῶ. 

Νεοελληνική απόδοση:

Εκείνο τον καιρό, 1 εδίδασκε ο Ιησούς τον λαόν εις τον ναόν και εκήρυττε το χαρμόσυνον άγγελμα, τον επλησίασαν οι ιερείς και οι γραμματείς μαζί με τους πρεσβυτέρους 2 και του είπαν, «Πες μας με ποιάν εξουσίαν κάνεις αυτά και ποιος σου έδωκε την εξουσίαν αυτήν;». 3 Αυτός τους απεκρίθη, «Θα σας κάνω και εγώ μίαν ερώτησιν: 4 πέστε μου, το βάπτισμα του Ιωάννου ήτο από τον ουρανόν ή από τους ανθρώπους;». 5 Αυτοί συζητούσαν μεταξύ τους και έλεγαν, «Εάν πούμε, «Από τον ουρανόν», θα μας πη, «Γιατί δεν επιστέψατε σ’ αυτόν;». 6 Εάν πούμε «Από τους ανθρώπους», όλος ο λαός θα μας λιθοβολήση, διότι είχε πεισθή ότι ο Ιωάννης είναι προφήτης». 7 Απεκρίθησαν ότι δεν γνωρίζουν από πού. 8 Και ο Ιησούς τους είπε, «Ούτε και εγώ σας λέγω με ποιάν εξουσίαν κάνω αυτά».