Έχεις Μήνυμα… (12 Αυγούστου 2017)

Τη Θεοτόκω εκτενώς νυν προσδράμωμεν, αμαρτωλοί καί ταπεινοί, και προσπέσωμεν εν μετανοία, κράζοντες εκ βάθους ψυχής, Δέσποινα, βοήθησον εφ’ ημίν σπλαγχνισθείσα, σπεύσον, απολλύμεθα υπό πλήθους πταισμάτων, μη αποστρέψης σους δούλους κενούς, σε γαρ και μόνην ελπίδα κεκτήμεθα.

_____

Η έλαφος ψυχή

[…] Ήμουν στο τέλος του Λυκείου και ο καθηγητής των θρησκευτικών, ο εξαιρετικός και φλογερός κύριος Ιωάννης Ματιάτος μάς διάβαζε με το πάθος που πάντα μας διάβαζε ιερά κείμενα, τον Ψαλμό ΡΛΗ΄του Δαβίδ.

ποῦ πορευθῶ ἀπό τοῦ πνεύματός σου καί ἀπό τοῦ προσώπου σου ποῦ φύγω;
ἐάν ἀναβῶ εἰς τόν οὐρανόν, σύ ἐκεῖ εἶ, ἐάν καταβῶ εἰς τόν ᾅδην, πάρει·
ἐάν ἀναλάβοιμι τάς πτέρυγάς μου κατ᾿ ὄρθρον καί κατασκηνώσω εἰς τά ἔσχατα τῆς θαλάσσης
καί γάρ ἐκεῖ ἡ χείρ σου ὁδηγήσει με, καί καθέξει με ἡ δεξιά σου.

Έχουν περάσει τόσες και τόσες δεκαετίες και θυμάμαι ακόμα το δέος, αλλά και ένα είδος πνιγμού που αισθάνθηκα όταν τον άκουσα. Τον διάβαζα και τον ξαναδιάβαζα μόνη μου μετά και αναρωτιόμουν γιατί με γοητεύει αλλά και με στενοχωρεί έτσι; Με την έννοια του στενού χώρου που σε περιστοιχίζει γύρω γύρω, σαν τι;

Σαν τι;

Ο ποιητής βασιλέας, ο σπαραχτικότατος Δαβίδ, γράφει ασφαλώς τον υπέροχο Ψαλμό για να θαυμάσει την πανταχού παρουσία του Θεού του. Όμως εμένα με καταπνίγει το αναπόδραστο. Νομίζω πως το είπα και στον καθηγητή μας τότε.

«Δεν μπορείς να του κρυφτείς λοιπόν! Δεν μπορείς να γλυτώσεις και να μείνεις ήσυχος και μόνος…».

Αισθάνθηκα πως τα τείχη της τότε οικογενειακής φυλακής  μου υψώνονταν και άλλο.

Βρισκόμαι μέσα στην εφηβεία που διψάει απελευθέρωση, είναι οι εποχές που οι γονείς είναι υπερβολικά αυστηροί, δεν δέχονται να ξεφύγεις από το παιδικό σου δωμάτιο που ελέγχουν και ηρεμούν τη νύχα, ακριβώς όπως αργότερα επιθυμούσα για τον γιο μου κι εγώ.

Είμαι στην εφηβεία όμως ακόμα. Τους κρύβουμε ότι βλέπουμε κάποιες ταινίες που θεωρούν ακατάλληλες, τους κρύβουμε ότι καπνίζουμε πότε πότε στις παρέες, τους κρύβουμε ότι συναντούμε κάποιο αγόρι, πως κάνουμε παρέα με τη συμμαθήτρια που δεν εγκρίνει ο πατέρας. Εκείνα τα χρόνια, η ζωή μας που λαχταράει να ξεφύγει προς τον κόσμο, καταντάει ένα παιχνίδι όπως «κλέφτες και αστυνόμοι» που μικρή μου άρεσε να παίζω με τα ξαδέλφια μου.

Πρέπει όμως να ορμήσεις στη νιότη, δεν σου επιτρέπεται πάντα, την κερδίζεις με μάχες, προσπαθείς να μειώσεις στα μάτια σου τον πατέρα και τη μαμά σου, να κερδίσεις αυτοπεποίθηση, συνήθως δεν σου επιτρέπονται ούτε οι πιο φυσικές επιθυμίες σου, ξυπνούν τα δικαιώματά σου.

Οι γονείς είναι τόσο τρομαγμένοι κοινωνικά, προτιμούν να ασφαλιστείς παρά να αναπτυχθείς, φοβούνται μην τους εγκαταλείψεις και τους φύγεις αν μεγαλώσεις τόσο γρήγορα. Τρέμουν την ανεξαρτησία σου. Η σύγκρουση, ο πόλεμος που αρχίζει από την προεφηβεία είναι σκληρός. Εσύ τείνεις να γίνεις μεγάλος, οι γονείς τείνουν να σε κρατήσουν παιδί, δεν αντέχουν να ορφανέψουν από τα παιδιά τους, τα παιδιά τους είναι συνήθως το μόνο ενδιαφέρον τους.

Και στον πόλεμο επιτρέπονται όλα! Βρίσκεις και λες δικαιολογίες, προφάσεις, ψέματα, προκειμένου να ενηλικιωθείς. Οι ενοχές που ακολουθούν γίνονται κάποτε ανυπόφορες, όμως με θυμό και μελαγχολία θα συνεχίζεις. Εσύ πρέπει να μεγαλώσεις, οι γονείς θέλουν να μείνεις μικρό. Οι λαχτάρες μας και οι φόβοι μας συγκρούονται, ανάμεσα οι ενοχές και των δύο αντιπάλων, νικάει πάντα η δίψα της ζωής, η δίψα του έρωτα, η πείνα να μάθεις.

Ένας Θεός του Δαβίδ που όπου και να πας έχει ήδη πάει και σε περιμένει, περίπου σαρκαστικά, θυμίζει τον πατέρα σου, το μάτι της μητέρας. Ο ΡΛΗ’ Ψαλμός την εποχή εκείνη έμοιαζε με τη χειρότερή μου απειλή. Ο εκγλωβισμός!

Θα περάσουν και θα περνούν χρόνια, θα ελευθερωθείς δήθεν. Θα γίνει ανεξάρτητος δήθεν. Θα φύγεις μακριά από τους γονείς, μακριά από το πατρικό καταφύγιο που έγινε και φυλακή. Θα πας πιο πέρα αλλά θα τους μεταφέρεις στο μυαλό σου. Ο Φρόιντ γράφει πως μέσα στο κεφάλι σου κάθονται ισόβια πατέρας και μητέρα σαν δικαστές.

Όμως δεν είναι το ίδιο όπως τότε που κατοικούσατε στο ίδιο σπίτι και νυχθημερόν σε νοιάζονταν και επειδή σε νοιάζονταν σε κατασκόπευαν. Μεγαλώνεις, παριστάνεις τον ώριμο, παριστάνεις τον δυνατό, επιλέγεις πολλά.

Μια μέρα εκείνοι πεθαίνουν και δεν σε παρακολουθούν πια, δεν σε αγχώνουν, δεν τους απολογείσαι. Αδειάζεις το σπίτι τους για να το νοικιάσεις σε ξένους, διαλέγεις ποιά απ΄τα πράγματά τους θα κρατήσεις, τους θρηνείς σαν ορφανό μωρό αλλά και κάτι λυτρώνεται.

Με τον καιρό σου λείπουν πιο πολύ από τη μέρα της κηδείας. Δεν έχεις πια με ποιούς να πολεμάς, που να δικαιολογείς τις αμαρτίες σου, πολεμάς περισσότερο με την ψυχή σου. Δεν τους έχεις μπροστά σου να φωνάζεις «εσύ φταις», για τη δυστυχία, για τις αποτυχίες φταις εσύ μόνο. Οι αναμνήσεις εξιδανικεύονται, οι ενοχές μεγαλώνουν, φανερώνονται λάθη σου. Ελευθερώνεσαι θες δεν θες, και συχνά ανακαλύπτεις πως δεν θες.

Οι ψυχολόγοι μιλούν ατελείωτα και σχολαστικά για τη δύσκολη παρουσία των γονέων, σπάνια αναφέρονται στη δύσκολη απουσία τους.

Η ζωή γεμίζει ελευθερίες που θυμίζουν μοναξιά και μοναξιές που θυμίζουν ελευθερία. Η υπαρξιακή μοναξιά, το κενό, ο φόβος του θανάτου.

Κι έτσι οι Ψαλμοί του Δαβίδ αλλάζουν πνεύμα στην καρδιά σου.

Όχι μονάχα με ανακουφίζει ο Ψαλμός ΡΛΗ΄που με έπνιγε, αλλά παρακαλώ να είναι έτσι. Όπου και να πάω, να με περιμένει ο Θεός! Να είναι εκεί, να μη μ΄αφήνει να αποφασίζω άλλο μόνη, τα έκανα χιλιάδες φορές μούσκεμα, με βαρέθηκα… Οι δυνάμεις μου είναι πολύ ισχνότερες από όσο πίστευα όταν με καυγάδες διεκδικούσα δικαιώματα και ελευθερίες από τους γονείς μου. Δεν είναι τώρα τρομακτική η καταπίεση, τώρα, σήμερα, γίνεται τρομακτική η ερημιά.

Οι συνομήλικοί μου κι εγώ είμαστε πάντα σαστισμένα παιδιά με πολύ λιγότερο μέλλον μπροστά τους, συχνά απελπισμένα παιδιά. Προς τα παιδιά μας γίναμε, στην καλύτερη περίπτωση, εντυπωσιακά όμοιοι με τους γονείς μας, όλα τους τα σφάλματα τα επαναλάβαμε. Συχνά παραδεχόμαστε με απορία, νοσταλγία και με πίκρα πως τα προτερήματά τους υπήρξαν περισσότερα από όσα εμείς καταφέραμε.

Αν δεν υπάρχει ο Θεός του Δαβίδ όλα μοιάζουν με μια φάρσα αβάσταχτη, απάνθρωπη, δεν θες να μετέχεις άλλο σ΄αυτό το κενό, κακό παιχνίδι των μεγάλων που κάποτε, στην αρχή-αρχή της νιότης και της τολμηρής συνείδησης, ονειρεύτηκες αλλιώς. Ακόμα κι αν πολλά εξελίχθηκαν όπως τα ονειρεύτηκες, δεν έχουν στην πράξη τη γεύση που περίμενες πως θα έχουν.

Πρέπει να πιστέψεις σε όσα ο βασανσμένος και αυτοβασανισμένος Δαβίδ πιστεύει, αλλιώς δεν υποφέρεται η παρανοϊκή ζωή.

Πρώτα πιστεύεις από απελπισία, επειδή διέρρηξες τις σχέσεις με τους γονείς σου, έπεσες σε χάος, στο μέσα χάος σου.

Μετά αρχίζει μια ανταπόκριση έξω από σένα.

Μια παρουσία που πλησιάει με βήματα άηχα.

Αρχίζεις να ελπίζεις ότι η πίστη σου δεν είναι όπιο, δεν είναι αυθυποβολή.

Υπάρχει ανταπόκριση, μικρά θαύματα, ανατροπές.

Στο σκάκι του Μπόρχες δεν είσαι ένας μοναχικός παίκτης, κάποιος κινεί το χέρι σου με το πιόνι.

Η ζωή είναι κι αλλού, με άλλους νόμους αλλιώτικους από τους  φυσικούς.

Εκεί να ζήσεις, εκεί να μεταναστεύσεις.

Έχουν μακριά οδοιπορία και περάσματα από ερημιές τέτοιες μεταναστεύσεις, προϋποθέτουν θλίψη, εγκαταλείψεις, θανάτους, ανασφάλεια, ρίσκο, αυτοκριτική.

Τώρα, μόνος, μονότατος, αναζητάς όχι μόνο να σε περιμένει παντού ένας πατέρας, ανέχεσαι, ακόμα και αποζητάς, να σε παρακολουθεί. Φτάνεις στο σημείο να ελπίζεις, όχι μόνο να σε παρακολουθεί, αλλά και να σε «καταδιώκει» μια καλοσύνη άλλου. Άλλου. Να σε καταδιώκει με έλεος.

Ο Ψαλμός ΚΒ’ σπαραχτικά  επιζητά την αγάπη που σε νοιάζεται, την αγαθή αγάπη που σε φροντίζει, που σε σώζει από τον εφιάλτη ότι είσαι στην άκρη του γκερμού ένα χαμένο πρόβατο. Ακόμα κι αν είσαι λύκος, έρχεται η ώρα που έτσι αισθάνεσαι. Ιδίως όταν αρχίζει να πέφτει πάνω σου η σκιά του θανάτου.

Κύριος ποιμαίνει με καί οὐδέν με ὑστερήσει…
τήν ψυχήν μου ἐπέστρεψεν. ὡδήγησέ με ἐπί τρίβους δικαιοσύνης ἕνεκεν τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ.
ἐάν γάρ καί πορευθῶ ἐν μέσῳ σκιᾶς θανάτου, οὐ φοβηθήσομαι κακά, ὅτι σύ μετ᾿ ἐμοῦ εἶ· ἡ ῥάβδος σου καί ἡ βακτηρία σου, αὗταί με παρεκάλεσαν….
καί τό ἔλεός σου καταδιώξει με πάσας τάς ἡμέρας τῆς ζωῆς μου…

Και έτσι ο Δαβίδ πάντα και παντού, αιώνια νέος, αιώνια στοχαστικός, ανήσυχος και ήσυχος, αιώνια συναισθηματικός, με ικεσίες, θρήνους, παράπονα, απόγνωση, αυτομαστιγώσεις και πάλι ελπίδες και πίστη κατάφωτη όσο τα λευκά ιμάτια του απογόνου του στο Θαβώρ, ειλικρινέστατος, γενναίος που φοβάται, και δειλός όπως κάθε ήρωας, διάφανος, αμαρτωλότατος και αγιότατος σαν κάθε εκλεκτός του Θεού, σαν ο καθένας, θα σπέρνει στο χώμα της καρδιάς μας αλλά και στην άμμο των φόβων μας, τις δικές του ποιητικότατες ώρες, τις ωδές της νύχτας του, και θα συντροφεύει παρηγορητικά και στηρικτικά την οδοιπορία μας. Την επιστροφή.

Ανάλογα με την κατάστασή μας θα προστρέχουμε στους στίχους του και σαν πολύπαθος και σοφός που είναι θα μας επιτρέπει ακόμα και να τους παρερμηνεύουμε όταν το έχουμε μεγάλη ανάγκη.

Μέχρι κάποια εξιλέωση, κάποια θεραπεία.

Μέχρι να αξιωθούμε μια κάθαρση, πιο καθαρή καρδιά, μια λύτρωση, λίγη ταπείνωση. Μέχρι να γιατρευτούμε από την ψυχολογική ανάγκη και να πλησιάζουμε την αγάπη την ελεύθερη, την αγνή και την αμοιβαία. Να σταθούμε στον κρυστάλλινο άνεμο του δικού μας Θαβώρ και να χαρούμε τον πιο αυθεντικό μας πόθο. Τον μοναδικό γνήσιο έρωτά μας, εκείνον με τον τρόπο της ελάφου:

Ὅν τρόπον ἐπιποθεῖ ἡ ἔλαφος ἐπί τάς πηγάς τῶν ὑδάτων, οὕτως ἐπιποθεῖ ἡ ψυχή μου πρός σέ, ὁ Θεός.
ἐδίψησεν ἡ ψυχή μου πρός τόν Θεόν τόν ζῶντα· πότε ἥξω καί ὀφθήσομαι τῷ προσώπῳ τοῦ Θεοῦ;
ἄβυσσος ἄβυσσον ἐπικαλεῖται εἰς φωνήν τῶν καταῤῥακτῶν σου, πάντες οἱ μετεωρισμοί σου καί τά κύματά σου ἐπ᾿ ἐμέ διῆλθον.
ἱνατί περίλυπος εἶ, ἡ ψυχή μου; καί ἱνατί συνταράσσεις με; ἔλπισον ἐπί τόν Θεόν, ὅτι ἐξομολογήσομαι αὐτῷ· σωτήριον τοῦ προσώπου μου καί ὁ Θεός μου.

 

Μάρως Βαμβουνάκη

«Τα λόγια σου σαν μέλι – Σύγχρονες αναγνώσεις στους Ψαλμούς»