Έχεις Μήνυμα… (7 Αυγούστου 2017)

Πάντων θλιβομένων η χαρά, και αδικουμένων προστάτις, και πενομένων τροφή, ξένων τε παράκλησις, και βακτηρία τυφλών, ασθενούντων επίσκεψις, καταπονουμένων σκέπη και αντίληψις, και ορφανών βοηθός, Μήτερ του Θεού του Υψίστου, συ υπάρχεις, Άχραντε, σπεύσον, δυσωπούμεν, ρύσασθαι τους δούλους σου.

_____

[…] Ο ρουμάνος ιερεύς, κάθε φορά που τελεί την Θεία Λειτουργία, περιμένει την βίαιη είσοδο του εχθρού μέσα στην εκκλησία του. Και για να μπορέση ν΄αντιμετωπίση τον κίνδυνο και ν΄αποφύγη την ιεροσυλία -γιατί δεν μπορεί να διακοπή μια ακολουθία- ο ιερεύς έχει πάντα πάνω από το θυσιαστήριό του ένα θυσιαστήριο φορητό -το αντιμήνσιον- που μπορεί να πάρη μαζή του και να φύγη μπροστά στον εχθρό για να πάη κάπου αλλού και να τελειώση την ακολουθία του.

Το αντιμήνσιον λοιπόν είναι μια εκκλησία της τσέπης. Μια εκκλησία που μπορεί κανείς να την μεταφέρη μαζή του μέσα στα δάση, πάνω στα βουνά, μέσα στις σπηλιές για να ιερουργήση. Ο ιερεύς μπορεί να πάρη το αντιμήνσιον μαζή του σε μια φυγή, στην εξορία, στις φυλακές ή στο κάτεργο ή στα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας. Ακόμη κι ένας ιερεύς πολύ γέρος και πολύ αδύνατος μπορεί να το μεταφέρη, γιατί το αντιμήνσιο είναι ευλύγιστο σαν το φτερό. Είναι καμωμένο από το πιο φίνο μετάξι, το πιο ελαφρό, ώστε να μπορή κανείς να το κρύψη ακόμη και μέσα στη χούφτα του χεριού. Χωράει μέσα στην κλειστή παλάμη.

Αλλά οι κληρονομικοί εχθροί της πίστεώς μας και του λαού μας έμαθαν πως είχαμε φορητές εκκλησίες. Πως κάθε ιερεύς συνηθίζει να κρύβη πάνω του μια εκκλησία της τσέπης, μια εκκλησία, που, όταν διπλωθή, δεν είναι πιο μεγάλη από ένα κουτί σπίρτα. Κάθε ιερεύς, φεύγοντας μπροστά στον εισβολέα, μεταφέρει πάντα μια εκκλησία, που είναι ελαφριά σαν το φτερό. Μια εκκλησία για τους δύστυχους καιρούς.

Εξ αιτίας αυτού, κάθε φορά που συλλαμβάνεται ένας ιερεύς, τον ξεντύνουν και τον ψάχνουν πολύ προσεκτικά, για να βρουν και κατάσχουν το θυσιαστήριό του, την φορητή εκκλησία του, την εκκλησία της τσέπης, το αντιμήνσιον.

Χωρίς εκκλησία ο ιερεύς δεν μπορεί πια να ιερουργήση. Και επειδή και η πιο μικρή εκκλησία είναι αρκετά μεγάλη, που ο εχθρός μπορεί να τη δη και να την κατάσχη, ανακαλύψαμε μια εκκλησία που κανείς αστυνομικός του κόσμου δεν μπορεί να κατάσχη. Στους καιρούς της δυστυχίας, αν ο ιερεύς δεν έχη το αντιμήνσιό του, μπορεί να τελέση την Θεία Λειτουργία και με έγκυρο τρόπο πάνω στο στήθος ενός άλλου ιερέως.

Ο δεύτερος ιερεύς ξαπλώνεται ανάσκελα εκεί που βρίσκεται στη φυλακή, στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως, στο κάτεργο και ο ιερουργός ιερεύς, τοποθετώντας τα ιερά σκεύη πάνω στο στήθος του αδελφού ιερέως, ιερουργεί πάνω στο σώμα του σαν σε ιερό θυσιαστήριο.

Και αν δυστυχώς ο εχθρός σκοτώση όλους τους ιερείς, αν δεν μένη παρά ένας μόνο, αυτός μπορεί πάντα να ιερουργήση, χωρίς εκκλησία, χωρίς αντιμήνσιο, χωρίς το στήθος ενός δεύτερου ιερέως, που θα του χρησίμευε για θυσιαστήριο: ιερουργεί πάνω στο στήθος οποιουδήποτε χριστιανού. Κάθε άνθρωπος μπορεί να χρησιμοποιηθή για θυσιαστήριο. Κάθε άνθρωπος μπορεί να αντικαταστήση την εκκλησία με το σώμα του. Το στήθος ενός ανθρώπου αντικαθιστά, έγκυρα, τον πιο ωραίο, τον πιο ιερό και τον πιο μνημειώδη καθεδρικό ναό του κόσμου. Μέσα στη φυλακή το στήθος ενός χριστιανού χρησιμεύει για εκκλησία. Γιατί το στήθος του  ανθρώπου είναι ένα θυσιαστήριο, τόσο ιερό, όσο και η βασιλική του Αγίου Πέτρου της Ρώμης και όσο η Αγία Σοφία της Κωνσταντινουπόλεως. Ο θεολόγος δίνει την εξής ερμηνεία σ΄αυτό: «Μόνο η ανθρώπινη φύσις, ανάμεσα στα ορατά πλάσματα, μπορεί να είναι πραγματικά ένα θυσιαστήριο» και τα όμορφα θυσιαστήρια, που οι χριστιανοί κατασκεύασαν από μάρμαρο, χρυσάφι και ασήμι δεν είναι στο βάθος τίποτε άλλο παρά η απομίμησις της ανθρωπίνης φύσεως, διότι «κάθε θυσιαστήριο, καμωμένο με χέρι ανθρώπινο, δεν είναι παρά απομίμησις της ανθρωπίνης εικόνος του Χριστού» […]

Π. Βιργκίλ Γκεωργκίου

«Από την εικοστή πέμπτη, ώρα στην αιώνια ώρα»