Έχεις Μήνυμα… (1 Αυγούστου 2017)

 Ἀπόστολοι ἐκ περάτων, συναθροισθέντες ἐνθάδε, Γεθσημανή τῷ χωρίω, κηδεύσατέ μου τό σῶμα.
Καί σύ Υἱέ καί Θεέ μον, παράλαβέ μου τό πνεῦμα .

_____

[…] Ο ιερεύς δεν μπορεί να τελέση τη Θεία Λειτουργία, όπως και πολλές άλλες ακολουθίες, χωρίς να παρευρίσκεται τουλάχιστον ένας άνθρωπος. Αυτό το δεύτερο πρόσωπο ήμουν πολύ συχνά εγώ. Και γνωρίζομε πως εκεί που υπάρχει ο λειτουργός ιερεύς και ένας μόνον πιστός, εκεί είναι πάντοτε παρών και ο Θεός. Αυτά τα τρία πρόσωπα, ο Θεός, ο ιερεύς και ο πιστός, σχηματίζουν, μόνο αυτοί, μια πλήρη Εκκλησία, θεία, αποστολική και καθολική. Ο Θεός λοιπόν ο πατέρας μου κι εγώ αποτελούσαμε την Εκκλησία. Το μυστικό σώμα του Χριστού. Σε μας τους Ορθοδόξους το επίθετο «καθολική» δεν προσδιορίζει ποσοτικά μια Εκκλησία, αυτή δηλαδή που εκτείνεται σ΄όλους τους λαούς και σ΄όλους τους τόπους της γης, αλλά ποιοτικά. Διότι εκείνος που είναι ενωμένος με τον Θεό είναι ενωμένος με το σύμπαν ολόκληρο. Καμμιά λοιπόν Εκκλησία δεν μπορούσε να είναι μεγαλύτερη, περισσότερο παγκόσμια και καθολική από την Εκκλησία που αποτελούσαμε ο Θεός, ο πατέρας μου κι εγώ, αν και δεν είμαστε παρά τρεις, μέσα σε μια μικρή ξύλινη εκκλησία, κάπου βαθειά στα βουνά της Petrodava. Το ήξερα αυτό. Ήξερα πως συνιστούσαμε μια Εκκλησία, που πιο μεγάλη και πιο παγκόσμια δεν μπορεί να υπάρχη, διότι δεν υπάρχει τίποτε πιο μεγάλο και πιο παγκόσμιο απ΄τον Θεό, που ήταν μαζή μας και που αντιπροσωπεύει τα πάντα.

Το κορύφωμα της ζωής μας ήταν η τέλεσις της Θείας Λειτουργίας. Η ευχαριστία δεν είναι μια επανάληψις της θυσίας του Χριστού, αλλ΄όμως είναι πάντα ένα μοναδικό μυστήριο, που πραγματοποιείται κάτω από τα μάτια μας. Έτσι γινόμουν μάρτυς και σύγχρονος του Χριστού, της ζωής Του, του Πάθους Του επί του Γολγοθά και της Αναστάσεώς Του. Μερικές φορές η θερμή πίστις μου πλημμύριζε την παιδική ύπαρξί μου μ΄ένα παράφορο αίσθημα. Είχα μια ποιητική και χριστιανική ψυχή και ένοιωθα μια βαθειά λύπη που δεν είχα ζήσει την εποχή του Χριστού. Επιθυμούσα να Τον δω πολύ μικρόν μέσα στη φάτνη, όπως Τον είδαν οι μάγοι και οι βοσκοί. Ο πατέρας μου μού απαντούσε πως είμαι σύγχρονος του Χριστού και πως κάθε χριστιανός είναι επίσης σύγχρονος του Χριστού. Μου έλεγε τα λόγια του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου:

Δεν είσαι συ ο μοναδικός Χριστιανός, που λυπάσαι γιατί δεν είδες τον Χριστό. «Πόσοι νυν λέγουσιν, εβουλόμην αυτού την μορφήν ιδείν, τον τύπον, τα ιμάτια, τα υποδήματα! Ιδού αυτόν οράς, αυτού άπτη, αυτόν εσθίεις… Ουκ εν φάτνη οράς, αλλ΄εν θυσιαστηρίω, ου γυναίκα κατέχουσαν, αλλ΄ιερέα παρεστώτα… Και ουχ οράς μόνον, αλλά και άπτη και ουχ άπτη μόνον, αλλά και εσθίεις και λαβών οίκαδε αναχωρείς».

Κι αυτό είναι αληθινό. Υπήρχε κάποιος ραββίνος που ισχυριζόταν πως μέχρι τη γιορτή της Σκηνοπηγίας -το φθινόπωρο- ένοιωθε την επίδρασι του ιερού κρασιού που είχε πιή το Πάσχα. Εγώ, μέχρι το θάνατό μου, θα νοιώθω πάνω στα χείλη μου τη θέρμη του ασημένιου κουταλιού, με το οποίο κάθε φορά κοινωνούσα. Κι ήταν φυσικό να μείνη η θέρμη αυτή πάνω στα χείλη μου: γιατί το κουτάλι της κοινωνίας ονομάζεται Λαβίς και συμβολίζει τη λαβίδα, με την οποία το Σεραφείμ παίρνει τα αναμμένα κάρβουνα πάνω απ΄το θυσιαστήριο του Θεού, όπως περιγράφει ο Ησαΐας: «Και απεστάλη προς με εν των Σεραφείμ και εν τη χειρί είχεν άνθρακα, ον τη λαβίδι έλαβεν από του θυσιαστηρίου και ήψατο του στόματός μου«.

Κοινωνόντας, λέγει ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, παίρνομε θεία αναμμένα κάρβουνα «ώστε η θεία φωτιά της επιθυμίας, που καίει μέσα μας, να κάψη τα αμαρτήματά μας, να φωτίση την καρδιά μας και, μετέχοντας στη θεά φωτιά, να αγνισθούμε και να θεωθούμε«.

Παίρνομε την Θεία Κοινωνία -τα αναμμένα κάρβουνα- όρθιοι, με τα χέρια σταυρωμένα, μπροστά στις βασιλικές πύλες του ιερού, που συμβολίζουν τις πύλες του Παραδείσου. Άκουγα, την ώρα της Κοινωνίας, τη φωνή του Χριστού που μου έλεγε:

«Εγώ ταις σαρξί τρέφω ταις εμαίς, εμαυτόν υμίν παρατίθημι… Αδελφός ηθέλησα υμέτερος γενέσθαι. Εκοινώνησα σαρκός και αίματος δι΄υμάς πάλιν αυτήν υμίν την σάρκα και το αίμα, δι΄ων συγγενής εγενόμην, εκδίδωμι«.

«Ο Θεός έσμιξε το αίμα Του με το δικό μας για να μας φτιάξη μια καινούργια ύπαρξη, ενωμένη μαζή Του«.

Ύστερα από κάθε Κοινωνία, ένοιωθα όχι μόνο καθαρισμένος από κάθε αμαρτία, αλλά ακόμη θεωμένος, γιατί μέσα στο σώμα μου είχα το ίδιο αίμα με τον Θεό. Ήμουν παιδί του Θεού εξ αίματος. Έφερα τον Θεό μέσα μου. Ήμουν θεοφόρος. Έτσι κατάλαβα γιατί οι πιστοί είναι μεταμορφωμένοι και ωραίοι, όταν βγαίνουν απ΄τη Θεία Λειτουργία, όπως οι καλλιτέχνες που τους φωτίζουν τα φώτα της σκηνής. Είναι γιατί φέρουν τον Θεό μέσα τους, μέσα στο σώμα τους και Εκείνος τους φωτίζει. Ύστερα από κάθε Κοινωνία δεν ένοιωθα μόνο παιδί του Θεού, αλλά και αδελφός εξ αίματος με όλους τους χριστιανούς ολόκληρου του κόσμου. Ήμουνα αδελφός εξ αίματος με όλους τους χριστιανούς που έζησαν, με εκείνους που ζουν τώρα και μ΄εκείνους που θα ζήσουν αύριο, διότι είχαν, έχουν και θα έχουν  μέσα στις φλέβες τους το ίδιο θείο αίμα που κι εγώ έχω μέσα στο δικό μου σώμα. Αυτή η αθρώπινη και παγκόσμια αδελφοσύνη είναι το χριστιανικό πλήρωμα. Σ΄αυτή την παγκόσμια λειτουργία τα πάντα ενώνονται και το σύμπαν ολόκληρο γίνεται ένα. Κοινωνούσα με τον Θεό και Εκείνος κοινωνούσε μαζή μου. Αυτές τις στιγμές ζούσαμε στην αιωνιότητα. Διότι η αιωνιότης αρχίζει εδώ κάτω, στη γη. Και όταν βρισκώμαστε στην Εκκλησία, βρισκόμαστε κιόλας στον ουρανό. Είμαστε κιόλας στην αιωνιότητα. Και σ΄αυτή την αιωνιότητα πέρασα ολόκληρη την παιδική μου ηλικία…

Π. Constant Virgil Gheorghiou

«Από την εικοστή πέπμτη ώρα στην αιώνια ώρα»