Έχεις Μήνυμα… (13 Ιουνίου 2017)

Ο ποιμενικός

Μα κι Εσύ με αγάπησες
μ΄ αγάπη πιο μεγάλη,
μιαν αγάπη που όμοια της
στον κόσμο δεν είν’ άλλη!

Δε σ’ έχω διαλέξει εγώ,
μα Εσύ μ’ έχεις διαλέξει.
Και στα βάθη μου έγραψες
την υπερούσια λέξη.

Τ’ ‘Ονομά Σου τ’ ακριβό
μέσα μου τόχεις γράψει,
και κανένας δεν μπορεί
να σβήση ή να τ’ αλλάξη.

Τ’ ‘Ονομά Σου τ’ ακριβό
μέσα μου τόχεις γράψει,
και μια σπίθα μυστική
στα βάθη μου έχεις θάψει,

κι όλο μέσα μου θερμή
και ζωντανή σαλεύει.
Κι η καρδιά μου πάντα Εσέ
πιστεύει και λατρεύει.

Μα φτωχή ειν’ η προσφορά
-και φλόγα η σπίθα αν γίνη-
στης δικής σου μπρος στοργής
το φλογερό καμίνι.

Άπειρη κι αμέτρητη
η αγάπη Σου για μένα.
(Πες μου την παραβολή
για τον καλό Ποιμένα!).

Πες μου το τραγούδι σου
για τον καλόν τσοπάνο
που γυρνά σε ρεματιές
και σε κορφές απάνω,

πρόθυμος να στερηθή,
να χτυπηθή, να πάθη,
για να βρη το πρόβατο
που τούφυγε και εχάθη.

Πήρε την αγκλίτσα του
και κίνησε απ’ την στάνη,
με λαχτάρα αναρωτάσ’
όποια καλύβα φτάνει.

Ψάχνει κάθε πατουλιά
και βράχο και ρουμάνι,
στο λιβάδι, στην πηγή,
στο βαρυκό, στο χάνι.

Έτρεξε, πληγώθηκε,
του ρίχτηκαν οι λύκοι,
τον κυνήγησε η νυχτιά
και του θανάτου η φρίκη.

Δίψασε και σκέβρωσε,
τον στέγνωσεν η πείνα
ξέχασε κι ο νους του πια
τη μέρα και το μήνα.

Έπεσε, σηκώθηκε,
σταλάζει αίμα κι ιδρώτα.
-Θε μου, και να τόβρισκε,
και νάτανε σαν πρώτα!

Τέλος, ω άφραστη χαρά
κι ανείπωτη ευτυχία!
κι ω της γης και τ’ ουρανού
πρωτόφαντη ευτυχία!

Να τ’ αγαπημένο του
το πρόβατο και πάλι!
μεσ’ στους βάτους πόμπλεξε
σαλεύει το κεφάλι.

Έσκυψε και τ’ άρπαξε,
τ’ αγκάλιασε με θέρμη,
το χαϊδεύει, το φιλεί,
στον ώμο του το παίρνει.

Το χρυσάφι όλης της γης
κρατάει, θαρρείς, στην πλάτη!
Ρίχτηκε σφυρίζοντας
στο πρώτο μονοπάτι.

Τρέχει τον κατήφορο
και κράζει απ’ την χαρά του.
Κάπου στέκει μια στιγμή
να τ’ απιθώση κάτου,

κι ω ουρανέ, με ποια στοργή
σκύβει και το κοιτάζει,
πως κι εκείνο αντάμα του
χορεύει και γιορτάζει!

Πως τον γλύφει ευγνώμονα,
χαϊδεύεται σιμά του,
σαν τραγούδι λυτρωμού
μοιάζει το βέλασμά του.

Τοσφιξε, τ’ αγκάλιασε,
και δρόμο ξαναπαίρνει,
-τι γοργός ο γυρισμός!-
στη στάνη του το φέρνει.

Φίλοι του και μπιστικοί,
δικοί του και παιδιά του,
κράξετε, χορέψετε,
χαρήτε στη χαρά του!

Γ. Βερίτη
«Άπαντα»