Έχεις Μήνυμα… (19 Μαΐου 2017)

Ημέρα μνήμης της γενοκτονίας του Ποντιακού Ελληνισμού…

Πήρε ο χρόνος στα χέρια του ένα κάρβουνο
αναμμένο κι έγραψε πάνω στην καρδιά της Ρωμιοσύνης
το όνομά του: «1922-1924». Κι αυτή τόσο πόνεσε
και μάτωσε που δεν μπόρεσε ποτέ να ξεχάσει
τα χρόνια εκείνα.

[…] Καθώς τα χρόνια περνούν, τα μαύρα σύννεφα της συμφοράς αρχίζουν να μαζεύονται και πάλι απειλιτικά πάνω από τον Καύκασο. Σαν τα είδε ο ουρανός σκοτείνιασε κι ο ήλιος έτρεξε να κρυφτεί για να μη δουν τα μάτια του το κακό που έμελλε να γίνει.

Τα πουλιά αλαφιασμένα πετούνε από ‘δω κι από ΄κει και τα ζώα ανήσυχα οσφραίνονται τον αέρα.

– Έϊ, φωνάζει μια αρκούδα, σ΄έναν αϊτό που πετούσε εκεί κοντά. Εσύ που είσαι εκεί ψηλά τι βλέπεις; Μην έρχεται και πάλι καταιγίδα;

– Θαρρώ πως τέτοιο χαλασμό δεν έχουν ξαναδεί τα μάτια μας. Γι΄αυτό, το καλό που σε θέλω, μάζεψε τα μικρά σου κι ανέβα ψηλότερα. Κρύψε τα στην πιο βαθιά σπηλιά που θα βρεις, μπας και τα σώσεις.

Και με αυτά τα λόγια άνοιξε διάπλατα τα φτερά του κι άρχισε να πετά προς τη φωλιά του. Τα αγρίμια του δάσους τρομαγμένα από τα λόγια του αϊτού, άρχισαν να φεύγουν πανικόβλητα, ουρλιάζοντας.

Οι άνρθωποι διαισθάνονται το κακό που έρχεται και οι ψυχές τους παγώνουν.

– Πάπα, να φύγουμε, λένε κλαίγοντας τα παιδιά.

– Να φύγουμε! Φωνάζει κι η μάνα, αρχίζοντας να μαζεύει τους μπόγους της. Οι γείτονες ζέψανε στους αραμπάδες τα βόδια και φόρτωσαν ό,τι μπόρεσαν. Ένας-ένας φεύγει.

– Δεν πάω πουθενά! Βροντοφωνεί ο πατέρας. Εδώ είναι το σπίτι μας, το βιος μας όλο. Αιώνες τώρα προσπαθούν να διώξουν τον Ελληνισμό από τον Πόντο και την Ιωνία, μα δεν τα καταφέρνουν.

– Φύγετε, γυιέ μου, λέει ο παπούς, που το πρόσωπό του το έχουν χαρακώσει οι πίκρες του χρόνου. Φύγετε! Μακάρι ο Θεός ψεύτη να με βγάλει, μα θαρρώ πως τούτη τη φορά θα είναι χειρώτερα. Εμείς οι γεροντότεροι θα μείνουμε ξοπίσω να φυλάξουμε τη γη των προγόνων.

– Όσο  ήσουν νέος, τη φύλαξες. Τώρα ήρθε η σειρά μας!

Η καταιγίδα δεν άργησε να φτάσει, κρατώντας στο ένα χέρι δίστομο σπαθί και στ΄ άλλο μαχαίρι. Πάνω στους δύστυχους Έλληνες της Ανατολής άρχισε να βρέχει φωτιά και αίμα.

Η γιαγιά, τρέμοντας, μάζεψε στην αγκαλιά της τα γεμάτα όνειρα εγγόνα της, και δακρυσμένη προσεύχεται. Η μάνα τους, γονατιστή μπρος το εικόνισμα της Σουμελιώτισσας, παρακαλεί:

– Σώσε μας, Παναγιά μου! Σώσε μας!

Ο αέρας λυσσομανά. Τέτοια ανεμοδούρα δεν ξανάγινε. Στο πέρασμά της ξεριζώνει σπίτια κι ανθρώπους. Αυτή τη διαταγή έχει πάρει. Ο κόσμος ζώθηκε στις φλόγες. Κι η προσφυγιά βγήκε στους δρόμους με την πίκρα στο στόμα. Η Ρωμιοσύνη κοιτάζει το Χάρο κατάματα και δεν ξέρει που ν΄ακουμπήσει την ψυχή της. Μόνη ελπίδα της η Μεγαλόχαρη του Πόντου.

Μα τούτη τη φορά η καταιγίδα έφτασε μέχρι το όρος Μελά. Όρμηξε πάνω στο ξακουστό μοναστήρι να το κατασπαράξει. Οι μοναχοί ίσα που πρόλαβαν να τυλίξουν βιαστικά την εικόνα της Παναγίας Σουμελάς, το Ευαγγέλιο του Οσίου Χριστοφόρου και το Σταυρό με το Τίμιο Ξύλο του αυτοκράτορα Μανουήλ του Κομνηνού. Με την ψυχή στο στόμα έτρεξαν μέχρι το ξωκλήσι τις Αγίας Βαρβάρας και τα έθαψαν εκεί, μην πέσουν σε βέβηλα χέρια.

– Ο άνθρωπος είναι το πιο άγριο θεριό, είπε ένα πληγωμένο περιστέρι στην κουκουναριά και κρύφτηκε μέσα στις πευκοβελόνες της.

– Σαν παγώσουν οι καρδιές, το μίσος θεριεύει, αναστέναξε εκείνη, και τότε…

– Πω! Πω! Κακό που γίνεται! Φώναξε ένα κυπαρίσσι, που έβλεπε από ψηλά. Έβαλαν φωτιά στη Σουμελιώτισσα! Πάει το Μοναστήρι!

Τα κυπαρισσόμηλα τρομαγμένα αρχίζουν να θρηνούν:

– Ερήμωσε η Σουμελά! Πάει ο Φάρος της Ρωμιοσύνης!

Ολάκερη η Μικρά Ασία έσκυψε, πήρε λίγο χώμα σ΄ένα μιρκό σακούλι, κι απαρηγόρητη πήρε το δρόμο της προσφυγιάς. […]

Μυρσίνης Βιγγοπούλου

«Η Παναγία Σουμελά και η λύρα του Ευγένιου»