Έχεις Μήνυμα… (3 Μαΐου 2017)

[…] Άκου να σου πω… Πέρασε ένας ορειβάτης. Και με είδε και με ζήλεψε. Και…του λέω: «Που βρέθηκες εδώ εσύ;» Είναι κι άλλοι, λέει, … θα μαζευτούμε πάνω λέει στο… σ΄ένα λόφο πιο απέναντι, δεν θυμάμαι πως λεγότανε ο λόφος. Μου λέει: «Πολύ, λέει, σε ζηλεύω… Εγώ δεν μπορώ να το κάνω, μου λέει, δυστυχώς… Είμαι δεμένος, έχω οικογένεια… Λοιπόν μου θύμισες, λέει, ένα ποίημα του Κρυστάλλη». Δεν του μίλησα. Μετά πήγε να φύγει. «Στάσου, μωρέ, του λέω, μου΄βαλες μια έννοια. Τι θα πη μου θύμισες ένα ποίημα του Κρυστάλλη;» «Ααα, πρέπει να στο πω μου λέει». Λέω: «Πεσ’ το.» «Α, μα είναι, σου ταιριάζει πολύ». Λοιπόν μου το είπε. «Ααα, του λέω, μ΄αρέσει. Δεν έχεις κάνα μολύβι.» «Πως δεν έχω», μου λέει. Τραβάει λοιπόν από μέσα το αυτό, βγάζει και το΄γραψε και το΄μαθα που λες.

Όταν πέρασε έπειτα από καμμιά δεκαριά μέρες ήρθε να ιδεί αν είμαι από εκεί πάνω και ήμουνα. Του λέω: «Κάτσε να σου πω το ποίημα του Κρυστάλλη»*. Λοιπόν έκανα το σταυρό μου.

Νά΄ταν τα πεύκα της πλαγιάς να μού΄διναν
απ΄τα κλαδιά τους τ΄άμετρα μια στίβα
νάφτιανα σε μιαν άκρη δίπλα τους
τη φτωχική μου κι έρημη καλύβα.

Να΄ταν το καλοκαίρι να μου δίνανε
τα φύλλα να πλαγιάζω τα ξερά τους,
μαζί τους να το λέω το τραγούδι τους,
μαζί τους τ΄αυγινό το σφύριγμά τους…

Κι ύστερα; τίποτ΄άλλο…
Κι όταν θα΄σβυνε έτσι η ωή μου από χαρά γεμάτη
λίγα κλαδιά του πάλι να μου δίνανε
να γίνουν το στερνό μου το κρεββάτι…

(Ο Γέροντας συγκινήθηκε).

– Συνομιλητής: Πολύ ωραίο.

– Γέροντας: Λίγα κλαδιά τους πάλι να μου δίνανε… Μία ζωή στην πηγή της χαράς, στην πηγή της ζωής, γιατί σε θέλει τέτοιονε; να σε κάνη ευδαίμονα.

– Συνομιλητής: Μάλιστα.

– Γέροντας: Να σου δώσει εκείνο το μεγαλείο, το θείο… να αισθανθής στην ψυχή σου, αλλά εκείνο πως το λέει; Εξ όλης…

– Συνομιλητής: …της ψυχής, εξ όλης της διανοίας σου, εξ όλης της ισχύος σου. Και το μυαλό και η ψυχή και η διάνοια και η δύναμις του.

– Γέροντας: Το παν στο Θεό. Ό,τι έχεις… Ενώσου με το Θεό. Δώσ΄τα στο Θεό. Άνοιξέ τα στο Θεό. Εις πάντας αρμούς, εις νεφρούς, εις καρδίαν.

– Συνομιλητής: Μάλιστα. Όπως λέει η προσευχή.

– Γέροντας: Και όλοι οι χριστιανοί. Και όλος ο κόσμος και που πιστεύουνε και που δεν πιστεύουνε αυτό το πράγμα τους ετρώει…η απομάκρυνσις από το Θεό.

– Συνομιλήτής: Μάλιστα.

– Γέροντας: Η απομάκρυνσις από τον Θεό φέρνει τη μοναξιά. Κατάλαβες;

– Συνομιλητής: Φέρνει κατάθλιψη, φέρνει τούτο, φέρνει εκείνο…το άγχος.

– Γέροντας: Και όταν αρνείσαι ένα μυστήριο…ένα μυστήριο… Έχουνε γίνει τόσοι γιατροί, ψυχίατροι, ψυχαναλυταί, ψυχολόγοι και δέχονται ασθενείς. Ποιούς ασθενείς, βρε, ποιός είσαι εσύ που θα δεχθείς ασθενείς; Και στο τέλος πάει: «Τι βλέπεις, γιατρέ μου.». «Δεν έχεις τίποτα. Έχεις ανασφάλεια».

– Συνομιλητής: Τι θα πη ανασφάλεια;

– Γέροντας: «Τι θα πει ανασφάλεια;» «Δεν έχεις τίποτα. Πάρε αυτό.» Άμα δεν δώσεις τον εαυτό σου στο Θεό, τι να σου κάνη αυτό; Θα σε ναρκώση σήμερα, αύριο μπορεί να σου΄ρθη πιο μεγάλη.

– Συνομιλητής: …πιο έντονη. Και συνήθως αυτό γίνεται.

Κωνσταντίνου Γανιτσιώτη

«Κοντά στον Γέροντα Πορφύριο»

* Το ποίημα είναι του Λάμπρου Πόρφυρα και βρίσκεται στη συλλογή «Τα ποιήματα», Αθήνα 1993, σ. 248. Προφανώς ο ορειβάτης, που το είπε στον Γέροντα, το ανέφερε ως ποίημα του Κρυστάλλη και γι΄αυτό ο Γέροντας το αναφέρει ως ποίημα αυτού. Οι δύο τελευταίοι στίχοι της πρώτης στροφής είναι καλύτεροι, όπως του απαγγέλει ο Γέροντας, από τους τυπωμένους στη συλλογή (Να φτιάσω κάπου σε μιαν άκρη δίπλα τους, τη χαμηλή μου κ΄έρημη καλύβα).