Έχεις Μήνυμα… (19 Απριλίου 2017)

Ένας πολύ ευλαβής κι ενάρετος μοναχός είχε μια αδελφή στην πόλι, που ζούσε βίο άσωτο και παρέσυρε πολλούς νέους στην αμαρτία. Οι αδελφοί στην έρημο συχνά παρώτρυναν το μοναχό να πάη ως την πόλι, να συνετήση την παραστρατημένη αδελφή του. Εκείνος στην αρχή εδίσταζε. Φοβόταν τους κινδύνους, που κρύβει ο κόσμος για τους νέους μοναχούς. Ύστερα όμως για την υπακοή αποφάσισε να κατέβη.

Μόλις πλησίασε στο πατρικό του σπίτι, οι γείτονες πρόλαβαν και ειδοποίησαν την αδελφή του. Η καρδιά της παραστρατημένης κόρης σκίρτησε στ’ αναπάντεχο άκουσμα. Χρόνια επιθυμούσε να ιδή τον αγαπημένο της αδελφό. Παράτησε τη συντροφιά της κι όπως βρισκόταν τη στιγμή εκείνη μέσα στο σπίτι της, με γυμνά πόδια και ξέσκεπη την κεφαλή, έτρεξε στο δρόμο να τον υποδεχτή.

Αντικρύζοντας με τα μάτια του εκείνος τον ξεπεσμό της, ταράχτηκε. Έκλαψε η ψυχή του.

— Δεν λυπάσαι τον εαυτό σου, αδελφή μου, της είπε με θλίψι, κι εκείνους που εξ’ αιτίας σου παραστρατούν; Συλλογίσου τι σε περιμένει ύστερα από το θάνατο.

Το αγνό πρόσωπο του αδελφού, η σεμνή του στάσι, τα δάκρυα της συμπόνιας, που έτρεχαν από τα μάτια του, μαζί με το δίκαιο έλεγχο, συγκλόνισαν την αμαρτωλή.

— Υπάρχει και για μένα σωτηρία; ψιθύρισαν τα χείλη της.

— Ω, ναί. Αρκεί ειλικρινά να το θελήσης.

— Πάρε με μαζί σου, παρακάλεσε, μη με αφήνης μόνη να παλεύω με τ’ άγρια κύματα της αμαρτίας.

— Φόρεσε τα σανδάλια σου, σκέπασε και την κεφαλή σου και ακολούθησε με, είπε αποφασιστικά ο μοναχός.

— Άφησε να έλθω όπως είμαι, αδελφέ, γιατί ποιός ξέρει αν, μπαίνοντας σ’ αυτό το εργαστήρι του σατανά, θα έχω τη δύναμι να ξαναβγώ.

Ο μοναχός ικανοποιήθηκε από τη σταθερότητά της. Χωρίς χρονοτριβή την ωδήγησε έξω από την πόλι και τράβηξαν μαζί το δρόμο για την έρημο. Σκόπευε να την πάη σ’ ένα γνωστό του γυναικείο Μοναστήρι. Καθώς περπατούσαν, διέκριναν από μακριά να έρχεται προς το μέρος τους ένα καραβάνι.

— Παραμέρισε λίγο, αδελφή μου, της είπε ο μοναχός. Κρύψου πίσω από τους θάμνους, γιατί οι άνθρωποι που δεν ξέρουν πως είσαι αδελφή μου, μπορεί, βλέποντάς μας μαζί, να σκανδαλισθούν.

Εκείνη συμμορφώθηκε αμέσως με τη σύστασί του. Όταν προσπέρασε το καραβάνι, ο αδελφός την φώναξε να συνεχίσουν το δρόμο τους. Δεν έδειξε να άκουσε. Εκείνος πήγε κοντά, της ξαναμίλησε, τη σκούντισε με το πόδι του. Δεν έδειχνε σημεία ζωής. Είχε πεθάνει. Είδε τα γυμνά της πόδια καταματωμένα και ξεσκισμένα αλύπητα από τα λιθάρια του δρόμου και τ’ αγκάθια.

Απαρηγόρητος ο μοναχός για τον αιφνίδιο θάνατο της αδελφής του γύρισε στο κελλί του. Η αμφιβολία τον κατάτρωγε.

— Αδύνατο να σώθηκε, του έλεγε ο λογισμός του, αφού δεν πρόλαβε να κάνη έργα μετανοίας.

Διηγήθηκε στους Γέροντας στην έρημο με κάθε λεπτομέρεια όλα όσα συνέβησαν. Εκείνοι ώρισαν νηστεία και προσευχή για την ψυχή της. Αποκαλύφθηκε τότε σ’ έναν αγιώτατο Ερημίτη, πως ο Θεός δέχτηκε τη μετάνοια της αμαρτωλής και την κατάταξε με τους δικαίους για την αυταπάρνησι που έδειξε, ώστε να περιφρονήση, όχι μόνο τα υλικά πράγματα, αλλά και το ίδιο της το σώμα.

Εκ του Γεροντικού