Έχεις Μήνυμα… (18 Απριλίου 2017)

[…] Η υπακοή ξεκινάει υποκειμενικά, από την ταπείνωση και γνώση των ορίων και μέτρων μας. Όσο κι αν προαχθεί ο άνθρωπος, ποτέ δεν εγκαταλείπει αυτήν την αφετηρία, δηλαδή την υπακοή. Γι’ αυτό και κάθε του πράξη ξεκινάει με ευλογία. Αυτό σημαίνει ταπείνωση, αλλά και αγάπη. Και αν για κάθε πράγμα απαιτείται ευλογία, πολύ περισσότερο για τα σπουδαία και μεγάλα. Κάθε πράγμα που κάνει ο άνθρωπος είναι σημαντικό και ουσιώδες. Με την υπακοή και την ευλογία όλα αποκτούν ιερό χαρακτήρα. Ο γνήσια υπάκουος νιώθει μέσα του την παρουσία του Αγίου Πνεύματος, το οποίο του χαρίζει όχι μόνο τη βαθειά ειρήνη, αλλά και τη βεβαιότητα της μεταβάσεώς του «εκ του θανάτου εις την ζωήν» (Ιω. 5:24).

Με τη μεθοδική απάρνηση του ιδίου θελήματος και της ιδίας κρίσεως που απεργάζεται η υπακοή με σκοπό να συγκατατεθεί ο άνθρωπος στο θείο θέλημα, ξεπερνάει σιγά σιγά ο υπακούων την ανθρώπινη σοφία, γιατί ουσιαστικά παραιτείται από την εθελοτυφλία και την εμπάθεια, που σκοτίζει το ηγεμονικό της ψυχής, δηλαδή το νου. Ανυψώνεται σε πνευματική κατάσταση που δεν μπορούν να διανοηθούν οι άνθρωποι του κόσμου παρά τα τυχόν προτερήματά τους, την κατά κόσμο μόρφωση και παιδεία. Η υπακοή είναι τελικά οδός πίστεως, που νικάει τον κόσμο, όχι μόνον αυτόν, που τον περιβάλλει, αλλά πρώτιστα αυτόν που φωλιάζει μέσα μας.

Γι’ αυτό η υπακοή κατορθώνεται δια της πίστεως. Χωρίς αυτήν κανένας δεν μπορεί να τη διδάξει και κανένας δεν μπορεί να την προσλάβει και νοητικά και πρακτικά. Επειδή δε η υπακοή είναι πράξη θρησκευτική, είναι ενέργεια καθαρά ελεύθερη τόσο από τα αρνητικά στοιχεία, που αναφέρθηκαν, όσο και από τον εγωκεντρισμό μας. Αλλιώς δεν έχει κανένα νόημα και αξία. Ακριβώς δε γιατί είναι τόσο μεγάλη η αξία της υπακοής, το ζήτημα του πνευματικού καθοδηγού δεν είναι ζήτημα τύχης, αλλά επίμονης εκζητήσεώς του από τον Θεό με προσευχή και νηστεία. […]

Π. Ευσεβίου Βίττη, Ιερομονάχου

Περιοδικό «Όσιος Φιλόθεος της Πάρου»