Έχεις Μήνυμα… (8 Απριλίου 2017)

Ἐπιστάς σύ τῷ τάφῳ, θαυματουργέ Κύριε, ἐν τῇ Βηθανίᾳ, Λαζάρου, τοῦτον ἐδάκρυσας, νόμῳ τῆς φύσεως, πιστοποιῶν σου τήν σάρκα, Ἰησοῦ ὁ Θεός μου, ἥν περ προσείληφας.

Τῆς Μαρίας τό πένθος, σύ παρευθύς ἔπαυσας, Σῶτερ, καί τῆς Μάρθας, δεικνύων τό αὐτεξούσιον· σύ γάρ ἀνάστασις, καί σύ ζωή ὥσπερ ἔφης· ἀληθείᾳ πέλεις γάρ, καί πάντων Κύριος.

Εἰλημμένον κειρίαις, τόν προσφιλῆ Κύριε, ᾍδου ἐκ νεκάδων, καί ζόφου τοῦτον ἀφήρπασας, σύ ἐν τῷ λόγῳ σου, τῷ πανσθενεῖ τοῦ θανάτου, διαρρήξας κλεῖθρά τε, καί τά βασίλεια.

Κανών β΄ εκ του Όρθρου του Σαββάτου προ των Βαΐων

_____

Η Ανθίτσα…

Το Μεσολόγγι τώρα ετοιμάζεται να βγη με το σπαθί. Τοιμάζεται κ’ η χήρα Μάνθα η Μεσολογγίτισσα να βγη κι αυτή. Ο τούρκος α’ νικήθηκε χίλιες φορές, της πείνας το θεριό είν’ ανίκητο. Έτσι ο λαός, μαζί με τη Φρουρά, πήρανε την απόφαση.

Κι απόψε…Νύχτα, σκοτάδι. Η χήρα στα τυφλά ψηλαφώντας ηύρε το δέμα με τα ρούχα τ’ άχαρα του μακαρίτη ανδρός της. Η μπόμπα η τούρκικη τον έκοψε στα δυο, μόλις άρχιζε η πολιορκία. Κι αυτό μονάχα; Το βόλι, το σπαθί, της αρρώστειας η οργή, της πείνας η κατάρα θέρισαν κάθε δικό της, γύρω της. Έρημη η χήρα, έρημη με την Ανθή την κόρη της, εφτά χρονών μικρούλα κι άρρωστη, στα βάσανα μπασμένη, από την πείνα αγνώριστη, φάντασμα ζωντανό κ’ ήμερο κ’ ιλαρό σαν άλλου κόσμου πλάσμα.

Η χήρα ντυμένη βρίσκεται με τη στολή, τη λεβέντικη και τη ματόβαφη τ’ αντρός της. Την φύλαγε σαν άγιο λείψανο τόσον καιρό. Και τώρα πόσα γέλια θ’ άκουγε μέρα έτσι να την έβλεπε κανείς. Τόσο είν’ άχαρη και τόσο κωμική. Κ’ έχει στη μέση της ζωσμένο το σπαθί. Και πρέπει νάναι τόσο τρομερή κ’ η όψη κ’ η ματιά της, που θάδιωχνε ακόμα και του χωρατού τον ίσκιο από μπροστά της.

Κ’ είναι τόσες άλλες χήρες είτε ανύπαντρες, νιές και γριές, αντροντυμένες, έτοιμες να βγουν απόψε. Την κόρη της σηκώνει από το στρώμα, το χάδι της καρδιάς τραχύ της βγαίνει από τον λαιμό. Μοιάζει σαν προσταγή και σα φοβέρισμα. Τη σέρνει από το χέρι, της κρυφομιλεί, μα στην αγκαλιά να τη σηκώση δε μπορεί. Τέτοια δύναμη κ’ η μάννα δεν την έχει.

Τραβούν αργά τον δρόμο κατά τα προχώματα μαζί με τ’ άλλο ρέμα του κόσμου που τραβά. Ζυγώνει η ώρα. Κανένας δε φωνάζει κι όμως μια σύσμιχτη βοή ακολουθεί τον ίδιο δρόμο. Η χήρα σκύβει για στερνή φορά, κι’ άγρια και βραχνερά την άμοιρη μικρούλα θέλει να ορμηνέψη.

– Ανθή μου, Ανθή, Ανθίτσα μου, εδώ που θα κινήσουμε, σφιχτά να μου κρατής τη φουστανέλλα. Τίποτ’ άλλο να μη βλέπης και να μην ακούς. Τη φουστανέλλα να μη χάσης από τα χέρια σου. Ανθή μου, Ανθίτσα μου. Εδώ που πάμε, για να σε γλυτώσω πρέπει να χτυπώ με το σπαθί, μ’ ό,τι μπορώ. Δε θάχω όλο το νου μου απάνου σου. Βαστάξου εσύ με τα χεράκια σου, με την καρδιά σου! Πιάσου…Και κινήσανε. Μέσ’ τη θεοποντή, που άνοιγαν και περνούσανε, χωρίς να γύρη πίσω, κάποτε ρωτούσε η χήρα:

– Πού είσαι, Ανθή;

– Εδώ είμαι, μάννα.

Μα κάποτε, κ’ εκεί που πλάκωσε το κύμα το τρανό και σάρωσε και σαρώθηκε, η χήρα ξέχασε την Ανθή για μόνη μια στιγμή. Ξέχασε και να τη ρωτήση. Κι’ άμα βρέθηκε σε μια βρουλιά κρυμμένη και πήρε αναπνοή, τότε είδε πως έλειπε η Ανθή της.

Δεν άργησε ύστερα στη ράχη απάνου να βρεθή. Τότε γύρισε στον εαυτό της. Τότε ξύπνησε της θυγατέρας ο καϋμός μέσ’ την καρδιά της.

– Ανθή! φώναξε, και πάλι φώναξε: – Ανθή! Ανθίτσα!

Του κάκου! Η Ανθίτσα πάει πια. Πάει και το Μεσολόγγι! «.

Γιάννη Βλαχογιάννη
“Χίλιες μορφές» της Αντιγόνης Μεταξά

_____

Η ΕΞΟΔΟΣ ΤΟΥ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ

«Θέλτε ν’ ακούστε κλάματα, δάκρυα και μοιρολόγια;

Περάστε από το Κάρελι κι από το Μεσολόγγι.

Εκεί θ’ ακούστε κλάματα, δάκρυα και μοιρολόγια,

πως κλαίν οι μάνες για παιδιά και τα παιδιά για μάνες.

Δεν κλαίνε για το σκοτωμό, που θε, να σκοτωθούνε,

μον’ κλαίνε για το σκλαβωμό, που θε να σκλαβωθούνε.

῏Ηταν Σαββάτο αποβραδίς, ανήμερα Λαζάρου·

τρανό τελάλη βάρεσαν μέσα στο Μεσολόγγι

στις εκκλησιές μαζώχτηκαν όλοι μικροί μεγάλοι

κι ένας τον άλλον έλεγε κι ένας τον άλλον λέει

– «Αδέρφια, τι θα κάμωμε στο χάλι που μας ήρθε;

εικοσι μέρες πέρασαν που ο ζαερές εσώθη,

φάγαμε ακάθαρτα σκυλιά και γάτες και ποντίκια,

το Βασιλάδι έπεσε, το Αιτωλικόν εχάθη,

ήρθαν και τα καράβια μας και πάλι πίσω πάνε.»

Θανάσης Κότσκας φώναξε, Θανάσης Κότσκας λέει:

– «Αδέρφια ας πολεμήσωμε τους Τούρκους σα λιοντάρια

και το γιουρούσι ας κάμωμε, πας και διαβούμε πέρα.

Μπροστά νάβγούν οι γέροι, στη μέσην οι γυναίκες.

Εγίνικε το τσάκισμα μες στού Μακρή την τάπια ̇

κι το γεφύρι χάλασαν και τα παιδιά τα πνίξαν.

Οι άρρωστοι μέσα μείνανε, μαζί με το δεσπότη ̇

φωτιά στο κάστρο βάλανε. Κανένας δε σκλαβώθη».

Δημοτικό τραγούδι