Έχεις Μήνυμα… (24 Μαρτίου 2017)

Μόνον ἐπάγη τό ξύλον Χριστέ τοῦ Σταυροῦ σου, τά θεμέλια ἐσαλεύθη τοῦ θανάτου Κύριε· ὃν γάρ κατέπιε πόθῳ ὁ ᾍδης, ἀπέλυσε τρόμῳ, ἔδειξας ἡμῖν τό σωτήριόν σου Ἅγιε, καί δοξολογοῦμέν σε Υἱέ Θεοῦ. Ἐλέησον ἡμᾶς.

Κάθισμα Τριωδίου εκ του Όρθρου της Παρασκευής της Δ’ Εβδομάδος Νηστειών

_____

Το αϊτόπουλο – Μάρκο-Μπότσαρης

Μεγάλα γκριζόμαυρα σύγνεφα σκέπαζαν τ΄άγρια βουνά του Σουλιού. Το Κούγκι, η Τρύπα, ο Άϊ Διονάτος, η Ράχη της Αστραπής κι άλλες πιο χαμηλές βουνοκορφές και ψηλές ράχες είχαν κρυφτή απ΄τη χειμωνιάτικη αντάρα. Ένας παγερός αέρας κατηφόριζε απ΄τις κακοτράχαλες κι άδεντρες πλαγιές κι έδερνε δω και μια βδομάδα τον τόπο. Και τώρα δυό μέρες το σφύριγμα του αγέρα ακουγόταν σα θρήνος πάνω στο Σούλι.

Ο Δεκέμβρης του 1803 βρισκόταν στα μέσα του, κι ο χειμώνας που άγριος ήταν αυτό το χρόνο, βρισκόταν σ΄όλη τη δύναμή του. Λες και βάλθηκε μαζί με τον Αλήπασα ν΄αφανίσουν το πολύπαθο το Σούλι.

Τα κεφαλοχώρια Σαμονίβα, Αβαρίκο, Σούλι, και Κιάφα, που κάνουν το τετραχώρι με το όνομα Σούλι, βρίσκονταν τώρα ανάστατα. Το ίδιο και τ΄άλλα, τα πιο μικρά γειτονοχώρια. Ξεσηκωμένοι οι Σουλιώτες, άντρες, γυναίκες, γέροι, γριες και παιδιά. Τούτη τη φορά δεν ήταν για να ξαναρπάξουν τα ντουφέκια και να πιάσουν τα ταμπούρια τους. Την αυγή τους ήρθε το κακό μαντάτο, που ήταν προσταγή απ΄τους καπεταναίους τους. Ψες κάνανε ειρήνη με το γιο του Αλή, Βελή πασά, με τον όρο να αφήσουν για πάντα το Σούλι, αφού πάρουν κοντά τους όλα τα κινητά υπάρχοντά τους. Δε μπορούσαν άλλο να βαστάξουν τον πόλεμο οι Σουλιώτες απ΄την πείνα.

Δεκατρία χρόνια πόλεμο με τον Αλήπασα και τώρα ήρθε η κακιά ώρα ν΄αφήσουνε το Σούλι στα χέρια του, για να φύγουν σε ξένο κι αλαργινό τόπο. Τόσοι αγώνες, αγώνες νικηφόροι, τόσες θυσίες και αίματα, όλα πάνε στα χαμένα. Δεκατρία χρόνια οι ηρωϊκοί υπερασπιστές του το βαστάξανε αδούλωτο με σκληρούς πολέμους. Πόσα δεν είχαν να μονολογήσουν οι βράχοι, τα φαράγγια, οι πλαγιές και τα κοντοράχια για το σουλιώτικό πόλεμο! […] Κι οι γέροι οι γριες, που δεν μπορούσανε να νοιώσουνε πως έγινε ένα τέτοιο, καταριόνταν τον αίτιο, τον Αρβανίτη Αλή, το γιο της Χάμκως… […]

Στο μποτσαραίϊκο καπετανόσπιτο, το ίδιο και κει σήκωναν ό,τι μπορούσαν. Ο καπετάν Κίτσος Μπότσαρης, είχε δώσει προσταγή στη φαμίλια του:

– Από μια αλλαξιά ρούχα για τον καθένα, κι από ένα στρωσίδι. Περισσευάμενα δε χρειάζονται, ας δώσει ο Θεός να ριζώσουμε σ΄ένα τόπο και ξαναφτιάχνουμε το σπιτικό μας πιο καλό από τούτο… Ζωή να΄χουμε.

Το δειλινό ό ίδιος κάτω στο αχούρι, ετοίμαζε το άλογό του και τα δυό μουλάρια. Όπως έβγαινε για ν΄ανεβή στο ανώγι, έξω στην αυλή, αντάμωσε το δευτερότοκο γιο του: το Μάρκο.

Ένα παιδόπουλο δεκατριών χρονών. Ξανθό, μ΄όμορφα γαλανά μάτια κι ευγενική μορφή. Ήταν φρεσκοαλλαγμένο, με ολοκάθαρο πουκάμισο, κάτασπρη φουστενέλλα και χρυσοκέντητη φέρμελη. Το σελάχι του έγερνε απ΄τις βαριές πιστόλες του και το γιαταγάνι. Λοξά περασμένο πίσω στις πλάτες του βρισκόταν κρεμασμένο το κοντό καριοφίλι του. […]

Ο καπετάν Κίτσος έκανε να φύγη, μα άξαφνα η ματιά του έπεσε στη θλιμμένη όψη του γιού του, κι είδε τα μάτια του κλαμένα.

– Τι κλαις, ορέ; Γιατί φεύγουμε απ΄το Σούλι;

– Ναι, ψιθύρισε ο Μάρκος με σβησμένη φωνή, για να μην προδώση τον πόνο του.

– Και γι΄αυτό σκανιάζεις; του λέει τώρα με μαλακώτερο ύφος ο πατέρας του. Μη σε νοιάζη, κάποια μέρα θα ξαναγυρίσουμε. Κι αν δε ζω γω ως τότε, σε σας, τα παιδιά μου, αφήνω ευκή και κατάρα να ξανάρθετε στον τόπο μας, το Σούλι μας. Άϊντε σκούπισε τώρα τα μάτια σου.

Ο μικρός με μιας υπάκουσε στη συμβουλή του πατέρα του. Με το αντίστροφο του χεριού του, σκούπισε τα κλαμένα μάτια του.

– Έτσι, γειά σου, του είπε δίνοντας κουράγιο ο πατέρας του. Και δε θέλω να σε ματαδώ να κλαις. Ακούς; Ένας Σουλιώτης, και Σουλιώτης που τον λένε Μπότσαρη, ποτέ του δεν πρέπει να κλαίη… Τον πόνο του κορμιού και της ψυχής, όσο μεγάλος κι αν είναι, ένας Σουλιώτης ποτέ δεν τον αφήνει να φανή. Τον καταχωνιάζει στα τρίσβαθα της ψυχής του. Τ΄άκουσες! Αυτό που σου λέω τώρα, γράφτο καλά στο μικρό σου το μυαλό και να το θυμάσαι μεγάλος, ως να γεράσης… […]

Ο Μάρκος μπήκε στο χαμώϊ (ισόγειο). Η μητριά του, με τις αδελφές του, τη Λένω, τη Δέσπω και τη Μαριώ, ετοιμάζανε με πόνο όσα θα παίρνανε κοντά τους.

Πάνε τώρα τέσσερα χρόνια που πέθανε η μάνα τους κι ο πατέρας τους παντρεύτηκε την Αναστασώ, απ΄τη φάρα του Μακαντώνη. Μα τη μητρυιά τους όλα τα Μποτσαρόπουλα την αγαπούσανε όσο και τη σχωρεμένη τη μάνα τους. […] Σαν πέθανε η πρώτη γυναίκα του Κίτσου -η Χρύσω, απ΄τη φάρα του Παπαζώτη- το αρχοντικό του το ξαναπήρε πάνω της η μάνα του, η γρια καπετάνισσα Δέσπω, που ζούσε κι έμενε κοντά του. Τα κορίτσια αναλάβανε τ΄αδέρφια τους. Η Μαριώ τον μεγάλο, το Γιαννάκη και τον Κώστα, η Δέσπω το Γιώργη κι η Λένω, η πιο μεγάλη απ΄τις θυγατέρες του Μπότσαρη, το Μάρκο, που τον περνούσε πέντε χρόνια. Πως και τι τον είχε! Αυτή δεν ήταν αδελφή, ήταν μάνα. Και κείνος τη λάτρευε. Ο λόγος της ήταν γι΄αυτον προσταγή. Όλες οι θυγατέρες του Μπότσαρη ήταν άξιες στη νοικοκυρωσύνη, μα για τη Λένω είχαν να το λένε σ΄όλο το Τετραχώρι! Και να ήταν μόνο άξια νοικοκυρά… Ήταν απ΄τις πρώτες Σουλιώτισσες στ΄άρματα. Ακόμα κι αυτές η Μόσχω Τζαβέλλαινα κι η Χάϊδω Σέχου, μπαρουτοκαπνισμένες Σουλιώτισσες, καμαρώνανε τη Μποτσαροπούλα. […]

Το Μποτσαρόπουλο άφησε το βέμμα του να πέση ρεμβαστικά στις φλόγες που ξεπετούσανε τα κούτσουρα στο τζάκι. Έμεινε έτσι για λίγα λεπτά, και χωρίς κι ο ίδιος να το καταλάβη, η σκέψη του γύρισε πίσω κάμποσα χρόνια.

Η θύμησή του, του έφερε πίσω τη μακαρίτισσα τη μάνα του. Ήταν ακόμα μικρός. Είχε δεν είχε πατήσει τα έξι. Τις καλοκαιρινές αστροφεγγαριάτικες νύχτες τον κάθιζε καμιά φορά η μάνα του στα γόνατά της. Του έδειχνε κατά τον ουρανό και του έλεγε, με κείνη τη γλυκειά, την αξέχαστη φωνή της:

– Να, Μάρκο, αυτό κειπάνω το αστέρι, το βλέπεις, και του έδειχνε κάποιο απ΄τα μύρια αστέρια που τρεμόσβηναν στον ουρανό, αυτό γιε μου, είναι το δικό σου αστέρι. Την ίδια νύχτα που γεννήθηκες, τότε στα 1790, φανερώθηκε στον ουρανό το αστέρι κείνο κειπάνω.

Κι αυτός σήκωνε το κεφαλάκι του κι ερευνητικά αποζητούσε νάβρη ανάμεσα στα τόσα άλλα αστέρια, το δικό του αστέρι.

– Να, γιε μου, τον βοηθούσε με το δάχτυλό της η μάνα του, αυτό το λαμερό είναι το αστέρι σου. Όλοι στο Σούλι μας το ξέρουν, το δείχνουν και λένε: «το αστέρι του Μάρκου Μπότσαρη». Και ξέρεις τι μονολογάνε γιε μου, οι γεροντότεροι Σουλιώτες, κι αυτοί ακόμα οι Ηπειρώτες; Σαν φανή στον ουρανό καινούργιο αστέρι, την ίδια νύχτα που θα γεννηθή αγόρι, ε, αυτό θα ξεχωρίση απ΄του άλλους ανθρώπους… Θα τρανέψη κάποια μέρα, τόσο, που θα μιλήση γι΄αυτό ούλος ο ντουνιάς! Θα γίνη πιο πολύ από τρανός καπετάνιος… Θα γίνη ήρωας!

Κι ο Μάρκος, ακούγοντας τη μανούλα του, αυτά να του μονολογάη, έγερνε το κεφαλάκι του στον ώμο της κι αποκοιμιόταν. Ψηλά, πάνω απ΄τον ουρανό, ένα αστέρι έριχνε το φως του καταπάνω στο κοιμισμένο καπετανόπουλο…

Κι η σκέψη του Μάρκου γοργά φτερούγισε, αφήνοντας πίσω κείνα τα χρόνια, να φτάση σ΄άλλα, πιο κοντινά, στην «πρώτη χαρά».

Είχε γίνει εννιά χρονών. Καιρό να του κάνουν, όπως λέγανε στο Σούλι, την «πρώτη χαρά». Ήταν μια γιορτή που κάνανε οι Σουλιώτες όταν πρωτοδίνανε άρματα στα παιδιά τους. Κι ήταν γι΄αυτους, πιο μεγάλη χαρά κι απ΄του γάμου.

Η μάνα του αποβραδίς τον έλουσε και τον μοσκοάλλαξε. Την αυγή της Κυριακής τον ομορφόντυσε με ολοκαίνουρια φορεσιά. Η ίδια τον πήγε στην εκκλησιά του Άϊ Λια. Αυτή την Κυριακή θα γινόταν μονοκκλησιά, κι είχαν συναχτή οι παπάδες απ΄τ΄άλλα χωριά. Είχε φτάσει ακόμα απ΄το Κούγκι κι ο γέρο Σαμουήλ, ο άγιος αυτός καλόγερος. […] Κει προς το τέλος της λειτουργίας, ο παπα-Ζήκος, ο πολεμιστής παπάς του Σουλίου, αφού διάβασε μιαν ευχή πάνω στ΄άρματα και κοινώνησε το Μάρκο, ύστερα πήρε ένα ένα τα άρματα και του τα φόρεσε. […]

Μηχανικά ο Μάρκος συνταύλισε λίγο τη φωτιά. Βυθίστηκε και πάλι στις αναμνήσεις του. Ο λογισμός του τώρα τον έφερε στο Σαμουήλ. Θυμήθηκε όταν τον πρωτοπήγε η Λένω στην Αγιά Παρασκευή στο Κούγκι, για να τον παραδώση στον καλόγερο, να τον μάθη γράμματα, μαζί μ΄άλλα Σουλιωτόπουλα. Πόση εντύπωση του είχε κάνει ο ξερακιανός αυτός καλόγερος με τα μακριά γένεια και την ασκητική του μορφή… Ολόϊδιος μ΄έναν άγιο, που ήταν ζωγραφισμένος μέσα στην εκκλησιά του Άϊ Δονάτου.

Αυτός τον έμαθε γράμματα. Κάθε αυγή, μαζί μ΄άλλα παιδιά πήγαιναν στο Κούγκι, και μέσα στην εκκλησιά της Αγια-Παρασκευής τους μάθαινε ο Σαμουήλ να διαβάζουν και να γράφουν. Έμαθε να διαβάζη στο Ψαλτήρι του Δαβίδ και στο Οκτώηχο του Δαμασκηνού. Όσο για να γράφη τα πρώτα του γράμματα τα μάθαινε γράφοντας με ξύλο πάνω στην άμμο. Κι ήταν ο πρώτος στα γράμματα απ΄όλους. Τόσο, που δέκα χρονών, τον έβαζε ο παπα Ζήκος τις Κυριακές και διάβαζε στην εκκλησία τον Απόστολο… Ας ήταν καλά ο πάτερ Σαμουήλ που βρέθηκε στο Σούλι να δασκαλέψη στα γράμματα τόσα παιδιά.

Και το ένα έφερε το άλλο στη θύμηση του Μάρκου. Σε κάποια συμπλοκή με τους Αρβανίτες του Αλήπασα, πέρασαν τώρα δυό χρόνια, ο Μάρκος πήρε μέρος για πρώτη φορά. Ως τότε, χαλούσε τα φουσέκια του στο σημάδι. Και δεν πήγαν στα χαμένα, γιατί έγινε απ΄τους πιο καλούς σκοπευτές.

Στη συμπλοκή εκείνη είχε ταμπουρωθή πίσω απ΄ένα βράχο. Κάποιος απ ΄τους Αρβανίτες πήγαινε μπροστά, ξεθαρρεύοντας και τους άλλους ν΄ακολουθήσουν. Ο Μάρκος τον σημάδεψε καλά, και ρίχνοντας το βόλι του, τον σώριασε νεκρό. Οι άλλοι Αρβανίτες φοβισμένοι, κάνανε πίσω. Οι Σουλιώτες πετάχτηκαν μεμιάς απ΄τα ταμπούρια τους, και παίρνοντάς τους στο κυνήγι, τους κάνανε να φτάσουν λαχανιασμένοι στα Γιάννενα.

Ο Μάρκος πήγε στον σκοτωμένο Αρβανίτη. Ήταν ο πρώτος που είχε σκοτώσει. Του πήρε τ΄άρματα, που δεν ήταν και τόσο διαλεχτά. Ο Κίτσος Μπότσαρης δεν είχε πάρει μέρος σ΄αυτή τη μάχη, ούτε κι ήξερε πως ο γιος του βρισκόταν εκεί. Τον βλέπη να ζυγώνει με τ΄άρματα του Αρβανίτη στα χέρια.

– Με την ευκή σου, πατέρα, σήμερα το μάτωσα, του λέει.

Παραξενεμένος όσο κι υπερήφανος, ο καπετάν Κίτσος του λέει:

– Με την ευκή μου, ορέ Μάρκο.

Ο Μάρκος φίλησε το χέρι του πατέρα του.

– Πάρε και τ΄άρματα του Αρβανίτη, χάρισμά σου.

Από κείνη τη μέρα, σύμφωνα με τη σουλιώτικη παράδοση, ο Μάρκος ήταν ένας άντρας Σουλιώτης, μ΄όλο που ακόμα ήταν έντεκα χρονών. […]

Απ΄το ανώγι κατέβηκε κι ο καπετάν Κίτσος, με μερικούς άλλους Σουλιώτες, κι έμεινε κι αυτός στην αυλή. […] Όλοι είχαν τριγυρίσει το Σουλιώτη αρχηγό. […]

– Γρήγορα, ακούστηκε και πάλι η αυστηρή φωνή του καπετάν Κίτσου.

Οι γυναίκες βγήκαν στην αυλή. Πρώτη η γρια καπετάνισσα, η μάνα του Κίτσου Μπότσαρη. Βαστούσε στα χέρια δυό παλιά εικονίσματα του σπιτιού τους.

– Θα τα πάρω κοντά μου, είπε.

– Καλά έκανες, γρια καπετάνισσα. Βοήθειά μας, αποκρίθηκε κάποιος Σουλιώτης.

Από κοντά βγήκανε η Αναστασώ, η γυναίκα του Μπότσαρη, η Μαριώ με τη Δέσπω, που βαστούσε στα χέρια της τη μιρκή Αγγελική. Και τελευταία η Λένω.

Στα χέρια της κρατούσε μιαν άσπρη σακούλα. Στη ζώνη της φαίνοντα δυο κουμπούρια κι ένα γιαταγάνι, και στη δεξιά της την πλάτη βρίσκονταν κρεμασμένο το καριοφίλι της.

Σε κανένα δεν έκανε εντύπωση το αρμάτωμα της Λένως. Πολλές φορές την είχαν δει να παίρνη μέρος στον πόλεμο αρματωμένη. Μόνο ο πατέρας της παραξενεύτηκε, με τη σακούλα που βαστούσε.

– Τι έχεις αυτού μέσα; τη ρωτάει.

Κι η Λένω θαρρετά του απαντάει:

– Κάτι, πατέρα, που δε θ΄αφήσω πίσω να το μαγαρίσουν οι Αρβανίτες, σαν πατήσουν το Σούλι μας.

– Σαν τι, αρή Λένω; της ξαναλέει, χωρατεύοντας ο πατέρας της.

– Τα κόκκαλα της μάνας μου, αποκρίνεται σοβαρά και με συγκίνηση. Πήγα και τα πήρα απ΄την εκκλησιά του Άϊ Λια, που τα είχαμε. Όπου ρίξουμε κονάκι, θα τα βάλω εκεί, στην εκκλησιά…

Η απάντηση της Λένως συγκίνησε εκείνους που την άκουσαν. […]

– Φύγετε και να με καρτεράτε στο πλάτωμα, είπε ο Κίτσος Μπότσαρης.

Κανένας δε μπορούσε να αντείπη στο λόγο του, ούτε και να εξετάση τη σκέψη του. Δεν άργησε ν΄αδειάση το μποτσαραίϊκο καπετανόσπιτο. Ολομόναχος τώρα απόμεινε ο καπετάν Κίτσος. Όπως βρισκόταν στην αυλή, έριξε παράξενα τα μάτια του στο έρημο χαγιάτι (εξώστη) και στο ανώγι. Σκεφτικός μπήκε στο χαμώϊ. Έφερε γύρω το βλέμμα του παράξενα. Ποιός ξέρει τι λογής αναμνήσεις τον πνίξανε κείνη τη στιγμή και του θόλωσαν το λογισμό. Άγρια άρχισε να ξεφωνίζη:

– Α, όχι, σκύλε Αρβανίτη Αλή.. Όχι… δε θα μαγαρίσης το Μποτσαραίϊκο καπετανόσπιτο… […[ Αλή, δωμέσα που μοιρολογήσαμε τον πατέρα μας, δω που μας ανάστησε η μάνα μας κι η γυναίκα μου βύζαξε τα παιδιά μου, δε θα ρίξης κονάκι, άπιστε!…[…] Να πως θα σε καλοδεχτή ο Μπότσαρης στο σπιτικό του, Αλή… Μ΄αποκαΐδια και καρκανιασμένους τοίχους! […]

Απ΄το πλάτωμα οι συναγμένοι κειπέρα Σουλιώτες αγνάντευαν τη φωτιά που είχε τυλίξει απ΄όλες τις πλευρές το Μποτσαραίϊκο. Έφτασε κι ο Κίτσος Μπότσαρης. Όλοι τους ρίξανε το βλέμμα του επάνω του. Και κείνος ήρεμος, μίλησε:

– Ας έρθη τώρα λοιπόν ο γιος της Χάμκως να κονέψη στο Μποτσαραίϊκο!!

– Με την ευκή μου, γιε μου. Έπραξες το χρέος σου. Ας ζήσης και συ και τ΄αγγόνια μου, να ξανάρθετε να το φτιάξετε.

Ήταν η μάνα του, η γρια Δέσπω, η καπετάνισσα, που μίλησε. Κι είδανε οι Σουλιώτες το Μάρκο, το εγγόνι της, να αρπάζη το χέρι της γιαγιάς του και να το φιλή. Μ΄αυτό, ο μικρός Μπότσαρης, έδειχνε πως συμφωνούσε κι αυτός με την πράξη του πατέρα του και τα λόγια της γιαγιάς του της γριας Δέσπως.

Σύγχρονα όμως, στην αντίπερα μεριά, κι άλλη φωτιά φάνηκε. Ήταν στα Τζαβελλέϊκα. Το ίδιο, κι ο Φώτος Τζαβέλλας είχε βάλει φωτιά με το χέρι του, στο σπιτικό του. […]

Ήταν εννιά η ώρα τη νύχτα της 16 του Δεκέμβρη στα 1803, που οι Σουλιώτες ξεριζώνονταν απ΄το Σούλι.

Το χιονόνερο τώρα όλο και δυνάμωνε και κάποτε γινόταν χιόνι. Ο αγέρας εξακολουθούσε το λυπητερό του σφύριγμα, λες και θρηνούσε το άδικο ξετόπισμα που πάθαιναν οι Σουλιώτες.

Τάκη Λάππα

«Οι ήρωες του 21 στα παιδικά τους χρόνια»

Η συνέχεια της Ιστορίας…: Οι Σουλιώτες είχαν συνάψει συμφωνία με τον Βελή πασά, το γιο του Αλή, να φύγουν απ΄το Σούλι χωρίς πόλεμο. Ο Βελής θα τους διέθετε και τα απαραίτητα άλογα για τη μεταφορά. Η συμφωνία όμως τηρήθηκε απ΄τους Τουρκαλβανούς, μόνο για 2000 Σουλιώτες που έφτασαν σώοι στην Πάργα. Το γεγονός ότι είχαν μαζί τους σαν εγγύηση το δεκατετράχρονο ανεψιό του Αλή (γιο της αδερφής του Χαϊνίτσας), ίσως ήταν η αιτία. Όμως 1000 άλλοι Σουλιώτες, που κατευθύνθηκαν προς το Ζάλογγο περικυκλώθηκαν από τους στρατιώτες του Αλή και δέχτηκαν αιφνιδιαστική επίθεση. Εξήντα -περίπου- γυναίκες όταν είδαν την εξόντωση των αντρών τους, αποφάσισαν να αυτοκτονήσουν πέφτοντας στο γκρεμό κρατώντας τα μικρά παιδιά τους στην αγκαλιά. Από την καταστροφή ξέφυγαν 78 Σουλιώτες, που, μαζί με άλλες 28 οικογένειες, οχυρώθηκαν στον Πύργο του Δημουλά, στο χωριό Ρηνιάσα, με επικεφαλής τη Δέσπω Μπότση-Σέχου, η οποία -για να μην παραδοθούν- έβαλε φωτιά στο μπαρούτι, και τιναχτήκανε στον αέρα. Παράλληλα, ο τελευταίος που έμεινε στο Σούλι, ο καλόγερος Σαμουήλ, ανατινάζεται, και αυτός, στην Αγία Παρασκευή στο Κούγκι….

Το σημείον (ο Τίμιος Σταυρός) ‘που προσκυνάτε
Είναι τούτο, και γι΄αυτό
Ματωμένους μας κυττάτε
‘Σ τον αγώνα τον σκληρό.

Διονυσίου Σολωμού, «Ύμνος εις την Ελευθερίαν»