Έχεις Μήνυμα… (23 Μαρτίου 2017)

Κύριε ἡμεῖς ἐσμέν λαός σου, καί πρόβατα νομῆς σου, πλανηθέντας τῇ φθορᾷ, ἐπίστρεψον ἡμᾶς, σκορπισθέντας ὡς ποιμήν, συνάγαγε ἡμᾶς, ἐλέησον τήν ποίμνην σου, Φιλάνθρωπε σπλαγχνίσθητι, πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου μόνε ἀναμάρτητε.

Κάθισμα Τριωδίου εκ του Όρθρου της Πέμπτη της Δ’ Εβδομάδος Νηστειών

_____

Η κόρη της θάλασσας – Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα

Λασκαρίνα! Λασκαρίνα! Που είσαι, Λασκαρίνα!…

Άδικα ξεφώνιζε η κυρά Σκεύω, αγναντεύοντας απ΄το παράθυρο κατά το σοκάκι. Στο κάλεσμά της, φωνή δεν απάντησε. Για τούτο κι αυτή, πήγε απ΄το χαγιάτι, που αγναντεύει κάτω στο γιαλό. Ξανάρχισε να φωνάζη:

– Λασκαρίνα! Που βρίσκεσαι, Λασκαρίνα!…

Τούτη τη φορά δεν πήγε στα χαμένα. Μια παιδιάστικη φωνή ακούστηκε να της αποκρίνεται κάτω απ΄το γιαλό:

– Εδώ είμαι, μητέρα.

– Έλα γρήγορα, που σε ζητάω τόση ώρα! της ξαναφώναξε αυστηρά η κυρά Σκέυω. […] Δεν ντρέπεσαι, καημένη! Τι θα λένε οι Σπετσιώτες να σε βλέπουν όλη τη μέρα να παίζης κάτω στο γιαλό, και να γυρίζεις με βρεμένα ρούχα; Ξέχασες πως είμαστε δω φερτοί; Καλά, δε λογαριάζεις κανέναν στο νησί, αμ΄δε σέβεσαι τ΄όνομα του πατέρα σου;…

Είχε δίκιο η μητέρα της. Ξένοι ακόμα ήταν στο νησί. Δυο χρόνια είχαν κλεισμένα που ξεμπαρκάρανε σε τούτο τον τόπο. Είχαν φτάσει μ΄ένα καΐκι απ΄την Ύδρα. Έτσι ήταν γραφτό τους. Για να γλυκάνη τον αβάσταγο πόνο της η Σκεύω, πήρε στην αγκαλιά της την κόρη της κι αποζήτησε καταφυγή σ΄άλλα χώματα, ανάμεσα σ΄άλλους ανθρώπους.

Γιατί η Σκεύω ήταν η πρώτη αρχοντοπούλα μέσα στην Ύδρα, Μοναχοκόρη του Καπετάν Κοκκίνη, θαλασσινού με τ΄όνομα, παντρεύτηκε τον άξιο καπετάνιο, τον Σταυριανό Πινότση. […] Είχαν να το κάνουν στην Ύδρα. Και διπλά και τρίδιπλα λογάριζε να φέρη ο καπετάν Σταυριανός απ΄τον πηγαιμό του στην Οντέσσα. Σαλπάρισε για κει. Μα ήταν γραφτό να μην ξαναφουντάρη στο νησί του. Γιατί στο μεταξύ ξεσηκώθηκε ο Μοριάς. Βασισμένος σε ξένα λόγια και απατηλά ταξίματα, αποζήτησε τη λευτεριά του. Άγουρος ο ξεσηκωμός του, απότυχε. Κι ο χαλασμός που γένηκε τότε στους Χριστιανούς στάθηκε μεγάλος. Με το αίμα τους οι Γραικοί πνίξανε την επανάσταση, που τόσο άκαιρα είχαν ξεσηκώσει…

Τον καπετάν Πινότση τον βρήκε κείνος ο καιρός να ξαναγυρίζει απ΄την Οντέσσα, κατεβαίνοντας στη Μαύρη Θάλασσα. Είχε φορτωμένη τη σκούνα του στάρι, παστόψαρο και μαυροχάβιαρο. Ανήξερος για τον ξεσηκωμό των Χριστιανών, μπήκε στο Βόσπορο. Ξεμπαρκάρησε στην Πόλη. Φθονεροί όμως άνθρωποι, είχαν βάλει λόγια γι΄αυτόν στους Τούρκους, πως τάχα ήταν σε γνώση του ξεσηκωμού κι απ΄τη Ρωσία κουβαλούσε ντουφέκια και μαρουτόβουλα. Δεν πρόκανε ο καπετάν Σταυριανός να πατήση το πόδι του στη στεριά και οι Γενίτσαροι τον πιάσανε. Χωρίς πολλά τον ρίξανε στη φυλακή, το τσούρμο του το διώξαν και το άρπαξαν τη σκούνα.

Το κακό μαντάτο δεν άργησε να φτάση στην Ύδρα. Στ΄άκουσμά του η Σκεύω, γυναίκα με μυαλό και καρδιά, δεν έχασε τον καιρό της σε θρηνολογήματα άσκοπα. Μ΄όλο που ήταν με την κοιλιά στο στόμα, μπαρκάρισε σ΄ένα σαχτούρι για την Πόλη. Αρματώθηκε όμως γερά, με κάμποσα σακούλια βενέτικα φλουριά. Ήξερε πως μ΄αυτόν τον τρόπο θα κατάφερνε να σώση τη ζωή του άντρα της. Όσο για τη σκούνα, μήτε την ένοιαζε, μήτε την κουβέντιαζε καν. Ο Σταυριανός Πινότσης να γλύτωνε και να ήταν καλά, κι αυτός με την αξιάδα του θα σκάρωνε καινούργιο καράβι.

Έφτασε καμιά φορά στην Πόλη, το Μάη του 1771. Η Σκέυω μόλις ξεμπαρκάρισε, πήγε γραμμή στη φυλακή να δη τον άντρα της. Μα άλλα λογάριαζε κι άλλα βρήκε. Ο καπετάνιος κείτονταν στο κελλί του χτυπημένος από βαριά αρρώστια. Μόλις τον πρόκανε η Πινότσαινα. Ψυχομαχούσε. Σαν άκουσε ο καπετάν Πινότσης τη φωνή της, άνοιξε τα θολά μάτια του, μα τη γνώρισε δεν την γνώρισε… Κι η Σκεύω, που ήταν στην ώρα της, εκείνη τη στιγή, ένιωσε τους πόνους του παιδιού. Την αποτράβηξαν σ΄ένα άλλο κελλί. Και τη στιγμή που αυτή, μέσα στη φυλακή, έφερνε στον κόσμο μια καινούργια ζωή -ένα κοριτσάκι- στο πλαϊνό κελλί μια άλλη ζωή έσβηνε. Λες κι η ψυχή του καπετάν Πινότση άφηνε το κορμί του για νάμπη και πάλι στο δικό του αίμα: στης κόρης του.

Δεν είχε κανένα λόγο να μείνη περισσότερο στην Πόλη η χήρα του Πινότση. Ετοιμάστηκε να ξαναγυρίση στο νησί της. Μα όσο και να ήταν, ταξίδι θαλασσινό θα έκανε. Το βρέφος έπρεπε να γίνη Χριστιανή. Γι΄αυτό το βάφτισε βιαστικά-βιαστικά ο ο Μούρτζινος -μπέης της Μάνης- που βρέθηκε κι αυτός εκεί. Του έδωσε το όνιμα Λασκαρίνα. Την άλλη μέρος, η Σκεύω με την κόρη της τη Λασκαρίνα μπαρκάρανε σ΄ένα καράβι λόβερ, για την Ύδρα.

Ύστερα από το χαμό του Σταυριανού Πινότση, η Σκεύω δεν ήθελε να μείνη πια στο νησί της Ύδρας. Μαύρος κι άραχνος ήταν γι΄αυτήν ο κόσμος. Αν δεν είχε την κόρη της, θα κλεινόταν σε μοναστήρι. Έλα όμως… Για τούτο πήρε την απόφαση να πάη να μείνη στις Σπέτσες. Το βιος του Πινότση της έφτανε για να ζήση.

Η Λασκαρίνα μεγάλωνε, Μεγάλωνε όμως λίγο παράξενα για κορίτσι εκείνης της εποχής. Να μάθη γράμματα ήταν δύσκολο. Στις Σπέτσες δεν είχε δασκάλους, ενώ στην Ύδρα είχε τρεις. Μα και να υπήρχαν δάσκαλοι, η Λασκαρίνα δεν έδειχνε καμιά συμπάθεια στα γράμματα, ούτε όμως κι οι σπιτικές δουλειές της άρεσαν. Κείνο που την τραβούσε ήταν η θάλασσα. Η θάλασσα ήταν η ζωή της, η θάλασσα ήταν το δεύτερό της εγώ. Ολημερίς βρισκόταν κάτω στο γιαλό, ν΄αγναντεύη το πέλαγος, τα καράβια, τις βάρκες, ν΄ανασαίνη τον αγέρα της και δεν ήθελε μήτε να κοιμηθή, μήτε να φάη. Ν΄ακούη να μιλάνε γι΄αυτή, για μακρινά ταξίδια, για όμορφα καράβια και τι στον κόσμο! Τα παιχνίδια της με τ΄άλλα παιδιά, τα συνομίλικά της, ήταν όλο στη θάλασσα. […]

Τις πιο πολλές φορές, απ΄τα παιχνίδια τη αυτά γύριζε βρεμένη και βαλαντωμένη. Το σπιτικό της δεν την έβλεπε. Άδικα πήγαιναν οι συμβουλές της μάνας και το ξύλο που της έδινε. Δάκρυ ποτέ απ΄τα μάτια της δεν έσταζε. Όσο και να την ξυλοφόρτωνε η κυρά Σκεύω, την άλλη μέρα, αυτή πρώτη και καλύτερη στο γιαλό. Κόντευε δέκα χρονών κοπέλα κι ήταν πάντα η ίδια. Καημό τόχε η μάνα της. Τι θάλεγε το νησί; Να κουβεντιάζουν για την κόρη του καπετάν Πινότση; Ως πότε; Αν είχαν άντρα στο σπιτικό τους, μπορεί να μαζευόταν η Λασκαρίνα. Είδε κι απόειδε η Σκεύω και πήρε την απόφαση να παντερυτή. Έτσι μπορεί η κόρη της να μαζευόταν και να ημέρευε. Παντρεύτηκε λοιπόν το Δημητρό το Λαζάρου, τον πρώτο καραβοκύρη στις Σπέτσες. Άντρα με χρυσή καρδιά, ίσια σαν του σχωρεμένου του Πινότση. Τον είχαν καμάρι στο νησί. Κι οι Σπετσιώτες για τούτο το γάμο χάρηκαν, γιατί αγαπούσανε το Λαζάρου, μα ξεχωριστά τιμούσαν και τη Σκέυω.

Της Λασκαρίνας δεν την κακοφάνηκε. Χάρηκε, μπορεί να πη κανείς. Τον καπετάν Δημητρό τον ήξερε. Κι αν χάρηκε δεν ήταν τόσο που τον έκανε πατρυιό, όσο για κάτι άλλο. Ο Λαζάρου είχε ένα μπάρκο, απ΄τα πιο καλά που είχαν αράξει στο νησί τους. Έτσι τώρα πια η Λασκαρίνα θ΄αποχτούσε δικαιώματα στο καράβι αυτό. Θα το είχε σαν δικό της. Πατέρας της δεν ήταν ο καπετάνιος του; Κι όχι μονάχα θα πήγαινε μέσα και θα το χαιρόταν, μα που ξέρεις; Με τον καιρό μπορεί και να ταξίδευε μ΄αυτό ή και να μακροταξόδευε…

Κι η πρώτη χάρη που του ζήτησε σαν πάτησε στο σπιτικό τους ο καινούργιος πατέρας της, ήταν να την πάη να δη το μπάρκο. Και κείνος καλόκαρδος -άδολη ναυτική ψυχή ο Δημητρός- δεν της το αρνήθηκε. Την άλλη μέρα κιόλας την πήγε. Σαν πατήσανε στο καράβι, την παράδωσε στο γερο-Μάρκο, ένα ναυτικό που ζύγωνε τα ενενήντα και από χρόνια τον είχε κοντά του ο Δημητρός, έτσι για ψυχικό. Γιατί ήταν σακάτης -του έλειπε όλο το αριστερό του χέρι- μα και κακοπαθημένος. Ηταν όμως από δεκαπέντε χρονώ στη θάλασσα.

– Γέρο, του είπε ο καπετάν Δημητρός, σου παραδίνω την κόρη μου τη Λασκαρίνα, να τη σεργιανίσης σ΄όλο το καράβι μας. Είναι δικό της πια και θέλω να μου την κάνης καπετάνισσα με τα ούλα της!…

Άλλο που δεν ήθελε η Λασκαρίνα. Από τη μέρα εκείνη ο γερο-Μάρκος κι η Λασκαρίνα γίνηκαν δύο καλοί φίλοι, δύο αχώριστοι σύντροφοι. […]

Σαν πάτησε για τρίτη φορά το καράβι, αφού το γυρόφερε, καθίσανε με το γέρο-Μάρκο στην πρύμη και κουβέντιαζαν. Η μικρή του μιλούσε άλλοτε για το ένα κι άλλοτε για το άλλο. Ξεθαρρεύτηκε ύστερα και τον ρώτησε:

– Γιατί, παππού;…

Το λόγο της δεν τον απόσωσε, μα με το νόημα του έδωσε να καταλάβη πως ήταν για το χαμένο χέρι του. Κι ο καλός εκείνος γέρος, παίρνοντας αφορμή απ΄αυτό πρόθυμα της ιστόρησε τα καθέκαστα της ζωής του.

Θα πέρασαν ίσαμε πενήτνα χρόνια από τότε. Ήταν και τούτος καραβοκύρης κι είχε τον τρόπο του. […] Γυρίζοντας κάποτε απ΄τ΄Αλτζέρι, έπεσε το καράβι του πάνω σε κουρσάρους Μπαρμπαρίνους. […] Ένας Μπαρμπαρίνος του έριξε από κοντά το τρομπόνι (ναυτικό ντουφέκι), για να τον ξεκάνη. Μα τα βόλια τον πήρανε ξυστά και του κόψανε πέρα για πέρα το ζερβί του χέρι. Ύστερα του χαρίσανε τη ζωή. Αυτόν και τρεις ζωντανούς απ΄το τσούρμο του τους βάλανε σε μια βάρκα και ξεμπαρκάρανε σ΄ένα κοντινό ερημονήσι. Σε δυό μέρες τους περιμάζεψε μια εγγλέζικη φρεγάτα. Έφτασε καμιά φορά στο χωριό του, σε κακά χάλια.

– Και ποιό είναι το χωριό σου, παππού; τον ρώτησε η Λασκαρίνα.

– Γι΄αυτό, κόρη μου, ποτέ μη με ξαναρωτήσης γιατί δε θα το μάθης μήτε συ, μήτε κι άλλος κανείς…

Και της ιστόρησε ύστερα πως οι χωριανοί του θελήσανε να τον συντράμουν να ξανασκαρώση ένα καινούργιο καράβι. Μα δεν πρόκανε. Σύντομα δεύτερο κακό, πιο μεγάλο απ΄το πρώτο, τον βρήκε. Κάποια μέρα, Τούρκοι πολλοί πέσανε στο χωριό του αναπάντεχα και τους αρπάξανε τα παιδιά να τα πάνε στην Πόλη και να τα κάνουν Γενίτσαρους. Άλλοι προκάνανε και τα διώξανε ή τα κρύψανε, το δικό του όμως το μοναχογιό -πέντε χρόνων ήταν- τον αρπάξανε. Δεν μπόρεσε να το γλυτώση. Πάει, πια χάθηκε.

– Ζει, πέθανε, ποιός ξέρει!… Για μένα είναι πεθαμένο πια… είπε ο γερο-Μάρκος.

Στο χρόνο πάνω, απ΄τον καημό του παιδιού, πέθανε η γυναίκα του. Το χωριό του τώρα πια δεν τον κρατούσε άλλο. Έρμος ήταν στον κόσμο. Ξενιτεύτηκε. Είπε να γίνη στεριανός. Έλα όμως που η θάλασσα γλύκαινε τον καημό του! Δεν τούκανε καρδιά να την αφήση. Μπαρκάρισε να ξενοδουλέψη για γεμιτζής (ναύτης) σε κάποιο καράβι, ύστερα σ΄άλλο, σ΄άλλο, ώσπου καταστάλαξε με τον καιρό στου καπετάν Λαζάρου.

– Μεγάλος ο Θεός. Δοξασμένο τ΄όνομά Του, είπε ο γερο-ναυτικός κι έκανε ευλαβικά το σταυρό του.

Κι από της Λασκαρίνας τα μάτια κύλησαν δάκρυα. Δε θυμάται ποτέ άλλοτε νάχε πάθει η μικρή τέτοιο πράμα. Ήταν απ΄τις σπάνιες φορές -τέσσερεις-πέντε σ΄όλη της τη ζωή- που η κόρη του Σταυριανού Πινότση είχε κλάψει. […]

Αχ εκείνες οι βάρκες! Όπως τις έβλεπε ολημερίς η Λασκαρίνα να μπαινοβγαίνουν με τα πανιά τους μέσα στο σλιμάνι… Πόσο λαχταρούσε να κάνη κι εκείνη μια βόλτα. Μονάχη της να την κουμαντάρη. Είχε τόσον καιρό να πατήση το πόδι της σε βάρκα! Από τότε που έφυγε το καράβι τους και πήρε μαζί του τη βαρκούλα. Πως αποζητούσε νάμπη σε μια βάρκα, ν΄ανοίξη το πανί και να τραβήκη πέρα….πέρα. στ΄ανοιχτά. Μα πως; Που να τη βρη;

Ήταν μεσημέρι. Έπαιζε με τ΄άλλα παιδιά. Παρέκει μια βάρκα είχε αράξει. Ήταν ψαρόβαρκα. Κανείς δεν ήταν μέσα. Ούτε κι αυτή δεν κατάλαβε πως της ήρθε σε μια στιγμή, και λέει στα παιδιά:

– Πάμε μια βόλτα με τη βάρκα;

Και κείνα, πειν ακόμα τελειώση το λόγο της, πήδησαν κιόλας μέσα. […] Η Λασκαρίνα πήδησε γρήγορα-γρήγορα στη βάρκα. Πότε κιόλας λύσανε το σκοινί απ΄τη στεριά, πότε τράβηξαν την άγκυρα κι άνοιξαν το πανί! Σε λίγο η βάρκα ξανοιγόταν στο λιμάνι. Ήταν μέσα όλα-όλα πέντε παιδιά και κείνη έξι. […]

Τρεχάτη ειδοποίησε (η Σκέυω) απέναντι στο σπίτι, τον καπετάν Μπόζα, που ο γιος του ήταν κι αυτός στη βάρκα, κι ύστερα πιο πάνω, στον καπετάν Χατζηφώτη, που η κόρη του η Δόμνα ήταν κι αυτή με τη Λασκαρίνα. Κατηφόρισαν αναστατωμένοι όλοι τους κατά το γιαλό. Περνώντας, ειδοποίησαν και τον καπετάν Αργύρη, που κι αυτουνού η κόρη του η Λενιώ -πέντε χρονών- ήταν μαζί με τ΄άλλα παιδιά. […] Κόντευε ώρα που η Λασκαρίνα με τα παιδιά ήταν στη βάρκα. Ο καιρός δεν ήταν και τόσο καλός, απ΄την ώρα που μπήκανε. Τώρα όμως όσο πήγαινε χειροτέρευε. Το γύρισε στο σορόκο κι η θάλασσα όλο και φούσκωνε. […] Άνοιξαν πανιά και ξεκίνησαν δυό βάρκες. Μια με τον καπετάν Μπόζα κι άλλη με τον Χατζηφώτη. Από κοντά έφυγε κι άλλη με τον καπετάν Νταροδήμο, που ήταν δικιά του η βάρκα με τα παιδιά.

Μα όσο και να τις κυβερνούσαν άξιοι θαλασσινοί, δεν ήταν εύκολο να προκάνουν τη Λασκαρίνα. Κείνη είχε ξαμακρύνει αρκετά. Οι δυο ξανοίχτηκαν, μια δεξιά κι άλλη ζερβά κι η τρίτη τράβηξε στη μέση. Έτσι πίστευαν να μην τους ξεφύγη. Κι απ΄την άλλη μεριά όλο το νησί παρακολουθούσε το παράξενο τούτο κυνήγι… Άλλοι μ΄αγωνία, κι άλλοι με περιέργεια… […]

Κείνη άκουγε από μακριά τη φωνή, χωρίς όμως να μπορή να ξεχωρίση τα λόγια. Καταλάβαινε τι θα της φώναζαν. Δεν έδωσε καμιά απάντηση. Ορθή στο τιμόνι, τραβούσε το δρόμο της, ενώ τα κύματα που σπάζανε, την είχαν μουσκέψη. Που νοιαζόταν όμως για τέτοια κείνη την ώρα.

Η βάρκα με τον καπετάν Χατζηφώτη είχε ανοιχτή πολύ και πήγαινε απ΄τα πλάγια, με σκοπό νάμπη μπροστά. Η Λασκαρίνα την είδε και κατάλαβε πως τώρα πια δε θα μπορούσε να ξεφύγη. Οι βάρκες καταφέρανε να τη βάλουν στη μέση. Και κείνη που πήγαινε ξοπίσω της, όλο και σίμωνε.

Δεν τάχασε η Λασκαρίνα. Τώρα θα τους έδειχνε!… Τόβαλε πείσμα να τους ξεφύγη. Θάμπαινε μονάχη της στο νησί. Τι, θα την σέρνανε κείνοι; Ανοίχτηκε ακόμα λίγο κι ύστερα, με μια απότομη στροφή, τους ξέφυγε κι έβαλε πλώρη για το νησί. Ήταν τόσο αναπάντεχη και τεχνικιά η στροφή της, που οι θαλασσινοί μείνανε με το στόμα ανοιχτό. Τέτοιο τέχνασμα δεν το καρτερούσαν.

– Τι θηλυκό είναι αυτό; αναρωτήθηκε ο καπετάν Χατζηφώτης.

Και δεν κατάφερε μονάχα να τους ξεφύγη, μα τους άφησε πίσω πολύ. Τώρα, μόλη τη φουσκοθαλασσιά, αρμένιζε για το νησρί. Και στα μακριά, ξοπίσω, σαν τιμητική συνοδεία, ακολουθούσαν οι τρεις βάρκες.

Άραξε καμιά φορά. Όλα τα παιδιά ήταν θαλασσοβρεμένα. Η Λασκαρίνα δεν πρόκανε να πατήση το χώμα και την άρπαξε η μητέρα της. Δέρνοντας την πήγε στο σπίτι. Έφαγε τόσο ξύλο, όσο δεν είχε φάει καμιά άλλη φορά, και το θυμόταν σ΄όλη τη ζωή της. Μα λόγος δεν της ξέφυγε, μήτε δάκρυ έσταξε απ΄τα μάτια της. Κατάλαβε το φταίξιμό της. Μα μήπως τόθελε κι αυτή!… Η θάλασσα την είχε τραβήξει.

Εκείνη τη μέρα η κόρη του Πινότση δεν είχε αποδείξει στα παιδιά μονάχα πως ξέρει και μπορεί να κυβερνήση μια βάρκα. Το απόδειξε σ΄όλο το νησί. Παλιοί θαλασσινοί, άξιοι καπεταναίοι, που άσπρισαν στη θάλασσα, τη θαύμασαν και την καμάρωναν με την ψυχή τους. Κι ο γερο-Μαθιός, ο πιο καλός θαλασσινός του νησιού, ακούστηκε να λέη:

– Να μου το θυμάστε. Το σεβντά που έχει αυτή για τη θάλασσα, μια μέρα ολάκερο καράβι θα κυβερνήση. […]

Δειλινό. Ο ήλιος γέρνει να βασιλέψη. Ένα όμορφο καράβι, πρωτοτάξιδο, μ΄όρθάνοιχτα τα πανιά του απ΄τον πρίμο αγέρα, σκίζει γοργά τα νερά του Αιγαίου. Ειναι η μπρατσέρα του Σπετσιώτη καπετάν Λαζάρου, η «Λασκαρίνα».

Στην πλώρη καθισμένη η κόρη του καπετάνιου, η Λασκαρίνα, έχει αφήσει ρεμβαστικά τα ζωηρά μάτια της να πλανιώνται στ΄ανοιχτά της θάλασσας. Στεριά πουθενά δεν αγναντεύει. Παντού θάλασσα. Είναι πρωτοτάξιδη και τούτη όπως κι η μπρατσέρα. Τώρα νιώθη να ζη, να ζη όπως η ψυχή της λαχταρούσε τόσον καιρό. Να τη ζώνη από παντού θάλασσα. Ν΄αντικρίζη μονάχα ουρανό και θάλασσα… Κι όλο να ταξιδεύη. Να ταξιδεύη σ΄ακομα πιο μεγάλη θάλασσα από τούτη, σ΄ωκεανό. Να έχη δικό της καράβι, να το κυβερνήση η ίδια. Να είναι από τούτο πιο μεγάλο. Να μοιάζει κάστρο μέσα στη θάλασσα. Το σκαρί του κορβέτα, να έχη μάκρος εικοσιπέντε οργιές. Όχι τέσσερα κανόινα, είκοσι νάχη το δικό της, και σαν τα ρίχνη, ν΄αφρίζη η θάλασσα, να ταράζεται η στεριά. Στην πλώρη η φιγούρα να μην είναι γοργόνα, μα μια γυναίκα. Κείνοι που από μακριά θα θωρούν το καράβι της, να ξέρουν πως γυναίκα το κυβερνάει. Και στα πλάγια της πλώρης γραμμένο τ΄όνομα «ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ». Δεν ξέρει πως, μα έτσι, της χτυπούσε καλύτερα τούτο τ΄όνομα. Και με την κορβέτα της να μην κουβαλάη πραμάτεια. Να χτυπιέται με την αρμάδα του καπετάν πασά, για τη λευτεριά του σκλαβωμένου Γένους της. Να θαλασσοπολεμάη για την ανάσταση της Ελλάδας. Και στο πρυμιό το άμπουρο ν΄ανεμίζη περήφανο το φλάμπουρο της ξεσηκωμένης πατρίδας της. Ναι.

– Τι κάνεις, κόρη μου; της λέει ζυγώνοντας ο γερο-Μάρκος.

– Νειρεύομαι, παππού. Νειρεύομαι μ΄ορθάνοιχτα τα μάτια.

– Με την ευχή μου, τα όνειρά σου ν΄αληθέψουν, κόρη μου.

Και ήρθε ένας καιρός που η ευχή του γέρου ναυτικού ξεπληρώθηκε. Γιατί έφτασε η μέρα που τα όνειρα της Λασκαρίνας γίνανε πραγματικότητα…

Τάκη Λάππα

«Οι ήρωες του 21 στα παιδικά τους χρόνια»