Έχεις Μήνυμα… (22 Μαρτίου 2017)

Τρεῖς σταυρούς ἐπήξατο ἐν Γολγοθᾷ ὁ Πιλᾶτος, δύο τοῖς λῃστεύσασι, καί ἕνα τοῦ Ζωοδότου, ὃν εἶδεν ὁ ᾍδης, καί εἶπε τοῖς κάτω· Ὦ λειτουργοί μου καί δυνάμεις μου τίς ὁ ἐμπήξας ἧλον τῇ καρδίᾳ μου, ξυλίνῃ με λόγχῃ ἐκέντησεν ἄφνω καί διαρρήσομαι, τά ἔνδον μου πονῶ, τήν κοιλίαν μου ἀλγῶ, τά αἰσθητήριά μου, μαιμάσσει τό πνεῦμά μου, καί ἀναγκάζομαι ἐξερεύξασθαι τόν Ἀδάμ καί τούς ἐξ Ἀδάμ, ξύλῳ δοθέντας μοι· ξύλον γάρ τούτους εἰσάγει πάλιν εἰς τόν Παράδεισον.

Κοντάκιον Τριωδίου εκ του Όρθρου της Τετάρτης της Δ΄Εβδομάδος Νηστειών

_____

Ο μικρός σιδεράς – Νικηταράς

Ήταν ένα συγνεφιασμένο σούρουπο την άνοιξη του 1783, που κάποιος καβαλάρης ξεκινούσε απ΄το χωριό Μεγάλη Αναστασίτσα. Γιάννη τον είχε βαφτίσει ο παπάς, μα οι χωριανοί του τον φώναζαν με το παρατσούκλι Γκαβογιάννη. Ήταν γεννημένος με μισόκλειστο το αριστερό του μάτι. Απ΄τους πιο πιστούς ανθρώπους του κλεφτοκαπετάνιου Σταματέλου. Είχαν κι οι δυό τα ίδια χρόνια, γιατί γεννήθηκαν το 1750 στο Τουρκολέκα, χωριό στη Μεγαλόπολη, κι από μικροί ήταν φίλοι αγαπητοί. Ο Γκαβογιάννης όμως δεν έπιανε το βουνό σαν το φίλο του το Σταματέλο. Έκανε τον πραματευτή. Γύριζε φορτωμένη στ΄άλογό του την πραμάτεια από χωριό σε χωριό. Αυτό τον βοηθούσε να δουλεύη τους κλέφτες. Παρακολουθούσε λεύτερα τις κινήσεις των Τούρκων σ΄όλη την περιοχή. Κανείς δεν υποψιαζόταν τον αγαθό πραματευτή. Κι έτσι έδινε είδηση κάθε τόσο στον καπετάν Σταματέλο. Άλλοτε ο ίδιος έφτανε στα κλεφτολημέρια ή έστελνε μήνυμα. Έκανε καλά τη δουλειά αυτή, που μήτε μια φορά δε λάθεψε. Άλλοτε πάλι έβρισκε τρόπο να τους στέλνη τα χρειαζούμενα, μπαρούτι, βόλια, πετσιά να πλέκουν τα τσαρούχια και τρόφιμα.

Δυό μέρες ήταν που ο Γκαβογιάννης είχε φτάσει στο χωριό Μεγάλη Αναστασίτσα. Βρίσκεται στην επαρχία Καλαμάτας. […] Εδώ βρήκε ο Γκαβογιάννης και την καπετάνισσα, τη Σοφία Σταματέλενα, που ήταν ετοιμόγεννη. Θα χάριζε στον καπετάνιο το τέταρτο παδί τους. Ως τώρα είχε δυο αγόρια και μια κόρη. Το Γιάννη και το Νικόλα. Ήταν μεγαλούτσικα. Και τα δυό τα είχε πάρει κοντά στο βουνό ο πατέρας τους. Τη γυναίκα του, που ήταν στο μήνα της και θα του χάριζε το τέταρτο παιδί, δεν την άφησε στο χωριό Τουρκολέκα. Για να είναι πιο ασφαλισμένη ασφαλισμένη απ΄τους Οθωμανούς, την έστειλε στο χωριό Μεγάλη Αναστασίτσα. […]

Την άλλη μέρα που ο Γκαβογιάννης βρέθηκε στο χωριό, την αυγή πιάσανε οι πόνο τη Σοφία. Ώρα την καρτερούσαν να γεννήση.

– Θα μείνω να δω τι παιδί θα κάνη, και θα πάω ατός μου να φέρω το μαντάτο στο Σταματέλο. Να του πάρω τα συχαρίκια.

Τα ξημερώματα τα σύγνεφα ξεχύθηκαν σε δυνατή βροχή. Δεν κράτησε πολύ, μα λάσπωσε για καλά τον τόπο.

Ο Γκαβογιάννης, για να φυλαχτή απ΄τους δεκαπέντε αλλόπιστους που μένανε στο χωριό μέσα, έκανε το συνηθισμένο του τέχνασμα. Ξεπετάλωσε το άλογό του και του κάρφωσε τα πέταλα ανάποδα. Έτσι, αν θέλανε οι Τουρκοι  να παρακολουθήσουν στα λασπωμένα μονοπάτια τ΄αχνάρια του, δε θα μπορούσαν να τον πετύχουν. Τ΄ανάποδα πέταλα θα τουε μπέρδευαν. Και κάθε τόσο, όταν ήθελε να φτάση στα κλέφτικα λημέρια, πετάλωνε ανάποδα το άλογό του.  […]

Στο λημέρι του Σταματέλου ήθελε δυό ώρες να φτάση. Ήξερε πως κείνες τις μέρες βρισκόταν με τον νταϊφά του στην Καψαλιασμένη Λάκκα. πάνω στον Ταΰγετο. Μια απλωσιά κλεισμένη από έλατα κι άλλα αγριόδεντρα και βρισκόταν κει και το ερημοκκλήσι του Άϊ-Νικήτα.

Άρχισε να ξεπροβάλη ο ήλιος όταν ο Γκαβογιάννης βρέθηκε στα πρώτα καραούλια (σκοπούς).  […] Άκουσε ο Σταματέλος την κουβέντα του Γκαβογιάννη με τα παλικάρια. Ξύπνησε, σηκώθηκε κι ερχόταν κιόλας. Χάρηκε που είδε τον παλιό του φίλο. […]

– Τάξε μου να σου πω.

Χαμογέλασε ο κλεφτοκαπετάνιος. Κατάλαβε. […]

Άπλωσε ο Γκαβογιάννης στο ταγάρι, που ήταν φορτωμένο στ΄άλογο και τράβηξε μια τσότρα. Τη δίνει στον καπετάνιο.

– Είναι ρακί ολοκάθαρο. Για την αφεντιά σου και τα παλικάρια, να πιείτε στη γειά του τρίτου γιου σου.

-Ώστε γιο μου έκανε η Σοφία!.. είπε χαρούμενος ο Σταματέλος και τράβηξε μια ρουφιξιά ρακί κι έδωσε την τσότρα στους κλέφτες.

– Ακόμα ένας κλεφτοκαπετάνιος, είπε κάποιος. […]

Απ΄την άλλη μεριά φάνηκαν νάρχωνται και τα δυο Σταματελόπουλα. Ο Γιάννης κι ο Νικόλας.

– Καλορίζικος ο καινούργιος αδερφός σας, τους φώναξαν μερικοί κλέφτες.

– Αλήθεια, πατέρα; ρώτησαν μ΄ένα στόμα κι ολόχαρα τα παιδιά.

– Ναι. Τώρα ο Γκαβογιάννης μας έφερε το καλό χαμπέρι. Καλή τύχη να έχη και πολύχρονος. Να είστε αγαπημένοι.

Ο Γιάννης απ΄τη χαρά του δεν κρατήθηκε. Τράβηξε απ΄το σελάχι το κουμπούρι και το άδειασε στον αέρα.

Το ίδιο έκανε κι ο μικρός Νικόλας, γιατί ξεσυνερίστηκε το Γιάννη.

– Μη καίτε τα φουσέκια σας, τους λέει τάχα αυστηρά μα χορατεύοντας ο πατέρας τους. Γιατί ταχύ σαν πιάσουμε ντουφέκι με τους άπιστους, να δω τι θα έχετε!

– Θα πάρουμε απ΄τους σκοτωμένους Μουρτάτες, είπε ο Νικόλας γελώντας.

Ο Σταματέλος γύρισε κατά τον Γκαβογιάννη.

– Πάμε ως το ξωκκλήσι ν΄ανάψω το καντήλι του Αγίου.

Προχώρησαν και οι δυό κατά το ερημοκκλήσι. […] Μπήκαν στο μισογκρεσμισμένο ξωκκλήσι. Ούτε πόρτα, ούτε παράθυρο. Σωριασμένοι τοίχοι και μονάχα στο τέμπλο δυο τρεις εικόνες παλιές. Φτάσανε ως δωπάνω και γκρέμισαν το ξωκκλήσι οι Τουρκαρβανίτες στα 1770, στα Ορλωφικά, τότε που αιματοπότισαν το Μοριά.

Ανησπάστηκαν τις εικόνες κι ο καπετάνιος άναψε το μοναδικό καντήλι που υπήρχε μπροστά στο εικόνισμα του Άϊ-Νικήτα.

Κίνησαν να φύγουν. Ο Γκαβονιάννης κράτησε το βήμα του.

– Ήθελα να σου πω κάτι καπετάνιε.

– Σ΄ακούω.

– Από μικροί είμαστε φίλοι. Λοιπόν, αν ήθελες να μου δώσης το νιογέννητο γιο σου να τον βαφτίσω. Θέλω να δέσω τη φιλία μας με κουμπαριά.

– Δικός σου, είπε ο Σταματέλος.

Το αγκάλιασε και φιλήθηκαν.

– Μια λοιπόν και πιάσαμε την κουμπαριά μέσα στην εκκλησιά του Άϊ-Νικήτα, να του δώσης τ΄όνομα του Αγίου.

– Όπως ορίζει η αφεντιά σου. Εγώ καμάρι θα το έχω που καταδέχτηκες να με κάνης κουμπάρο.

Δεν ήταν υπερβολή τα λόγια του Γκαβογιάννη του πραματευτή. Γιατί ο Σταματέλος ήταν απ΄τους πρωτοκλέφτες του Μοριά. […]

Ο μικρός Νικήτας μεγάλωνε κοντά στη μάνα του στο Τουρκολέκα. Τον πατέρα του δεν το έβλεπε, παρά ανάρια και που. Άκουγε όμως γι΄αυτόν! Τι και τι δεν ιστορούσαν για την παλικαριά του καπετάν Σταματέλου. Κι ήταν σε ηλικία να καταλαβαίνη. Είχε πατήσει στα πέντε του χρόνια! Ήταν από φυσικού του αδύνατος. Έδειχνε όμως πως θα γινόταν ψηλός. Το ίδιο με τον πατέρα του.

Έφτασε στα οχτώ. Κάποια μέρα που ήρθε στο σπίτι ο πατέρας του, τον άκουσε να κουβεντιάζη με τη μητέρα του.

– Τι να τον κάνω και τον Νικήτα κοντά μου; Με φτάνουν ο Γιάννης κι ο Νικόλας. Δε θέλω να γίνει κι αυτός κλέφτης.

– Σωστά μιλάς, άντρα.

– Ο Νικήτας να μάθη μια τέχνη. Ας έχουμε κι ένα τεχνίτη στο σπιτικό μας. […]

Και σαν πάτησε ο Νικήτας τα οχτώ, τον έβαλε η μάνα του σε τέχνη. Να μάθη σιδεράς. […] Την άλλη μέρα η Σταματέλενα πήγε το γιο της στο σιδεράδικο ενός φίλου του καπετάνιου.

Με θλίψη της ακολούθησε ο μικρός Νικήτας. Δεν ήθελε να μάθη τέχνη. Πόθος του ήταν να πάρη τον ίδιο δρόμο με τ΄αδέρφια του. Να γίνη κλέφτης κοντά στον καπετάνιο πατέρα του. Μα μια και τα γονικά του το αποφάσισαν, τι μπορούσε να πη. Ήταν από μικρός υπάκουος και τέτοιος απόμεινε σ΄όλη τη ζωή του. Ό,τι κι αν του αναθέσανε να κάνη, ποτέ δεν άνοιξε το στόμα του να παραπονεθή. […]

Στην αρχή ο σιδεράς ο μαστρο-Κώστας, τον έβαζε κι έκανε μικροδουλειές.

– Άσε με, μάστορα, να πιάσω τη βαριά, έλεγε κάθε τόσο.

– Είσαι μικρός, Νικήτα, ακόμα.

Μα να που ήρθε η στιγμή να φανερώση την κρυμμένη δύναμή του.

Ο παραγιός του σιδερά ένα πρωϊνό δεν φάνηκε στο εργαστήρι. Άφησε παραγγελιά πως πάει στους κλέφτες. Τι να κάνη τώρα ο μαστρο-Κώστας; Απόμεινε ολομόναχος. Πως να δουλέψη;

– Για πιάσε, Νικήτα, τη βαριά να χτυπήσουμε τούτο το σίδερο, μια και τόσο καιρό το αποζητάς.

Κι αυτός ολοχαρος μεμιάς αρπάζει ένα βαρύ σφυρί. Μόλις ο μαστρο-Κώστας βάζη το καυτό κατακόκκινο σίδερο πάνω στο αμόνι, ο Νικήτας αρχίζει αν το χτυπάη, ανεβοκατεβάζοντας με δύναμη τη βαριά. Γέμισε ολόγυρα σπίθες και το σίδερο άρχισε να παίρνη σχήμα σε κλαδευτήρι που θέλανε.

Σάστισε ο μαστρο-Κώστας σαν είδε το μικρό ν΄ανεβοκατεβάζη το βαρύ εκείνο σφυρί. Ούτε παλικάρι εικοσιπεντάχρονο να ήταν! Τι δύναμη ήταν αυτή!

– Πόσο είσαι, ορέ Νικήτα;

– Οχτώ, μάστορα.

– Αμ΄συ θα γίνεις αντρειωμένος. Ούτε ο παραγιός μου που ήταν δέκα χρόνια πιο μεγάλος δεν τα κατάφερνε σαν και σένα. Κουράστηκες;

Ο μικρός έσκυψε το κεφάλι ντροπαλά και του έκανε «όχι» με ανασήκωμα στα φρύδια. Ήταν πάντα ολιγόλογος.

Κρατούσε ακόμα το σφυρί, έτοιμος να ξακολουθήση. […] Κούνησε, ο μάστορας, το κεφάλι με θαυμασμό. […] Από ντροπή, το κεφάλι του μικρού κόντευε να φτάση στη γη. Τα λόγια κι ο θαυμασμός του σιδερά ήταν δικαιολογημένα. Η δύναμη του Νικήτα ήταν  κάτι απίστευτο, κάτι αφύσικο!

Τα χέρια του τόσο μακριά, που όταν ήταν ολόρθος φτάναν ως τα γόνατα. Στο περπάτημα δεν ήξερε πως να τα οικονομήση. Άσε η παλάμη του!

Γι΄αυτό στα παιχνίδια με τ΄άλλα παιδόπουλα του Τουρκολέκα, αν ήταν να μαλώση με κανένα, το απόφευγε. Ήξερε πως το χτύπημά του ήταν φοβερό. Κάποτε μ΄ένα ελαφρό χτύπημα άνοιξε τη μύτη ενός φίλου του. Από τότε δεν ξανασήκωσε χέρι, όσο και να τον προκαλούσαν.

Μα και στα πόδια το ίδιο. Στο πήδημα και στο τρέξιμο παράβγαινε με εικοσάχρονους. Είχαν να το κάνουν στο Τουρκολέκα και τον κουβέντιαζαν όλοι οι χωριανοί του.  […] Και τα λίγα χρόνια που έμεινε στο σιδεράδικο, του κάνανε τα μπράτσα ακόμα πιο δυνατά. Γιατί το καθημερινό αναβοκατέβασμα της βαριάς, η αναγκαστική αυτή καθημερινή αξάσκηση, τον ωφέλησε τόσο…

Δύο χρόνια έκανε στο σιδεράδικο του μαστρο-Κώστα. Μια μέρα είδε κάποιον καβαλάρη έξω απ΄το εργαστήρι. Ξεπέζεψε, έδεσε το άτι σ΄ένα δέντρο και μπήκε. Ένας άντρας δυό μέτρα, γεμάτος. Φάνηκε πως ήταν πρωτοκλέφτης, γιατί έλαμπε πάνω του τ΄ασήμι. Αστραποβολούσε η αρματωσιά του κι η χρυσοκέντητη φορεσιά του. Ο μαστρο-Κώστας παράτησε με μιας τη δουλειά του κι έτρεξε  να τον εξυπηρετήση.

– Πρόσταξε, καπετάν Ζαχαριά.

Άκουσε τ΄όνομα «καπετάν Ζαχαριά» ο μικρός Νικήτας και ξαφνιάστηκε. Μ΄ορθάνοιχτα μάτια κοίταζε τον πρωτοκλέφτη. Ώστε αυτός ήταν ο καπετάν Ζαχαριάς ο Μπαρμπιτσιώτης! Με το δίκιο τους τον τρέμουν οι Τούρκοι του Μοριά…

Ο Ζαχαριάς κάτι γύρεψε να του επισκευάση ο σιδεράς. Κι όσο ο μαστρο-Κώστας μαστόρευε, ο Νικήτας ακίνητος ξακολουθούσε να θαυμάζη τον κλεφτοκαπετάνιο. Ο Ζαχαριάς το κατάλαβε και τον ρωτάει:

– Πως σε λένε, σένα;

– Νικήτα Σταματέλο.

– Ο μικρός γιος του καπετάν Σταματέλου είναι, πετάχτηκε και μίλησε ο μάστορας.

Κείνος δε μίλησε, μα όπως πάντα, χαμήλωσε από ντροπή το κεφάλι.

Ο Ζαχαριάς του λέει χορατεύοντας.

– Και δεν ντρέπεσαι συ, ο γιος του Σταματέλου, να γίνης γύφτος! Να φτιάχνης χαλινάρια και να κοπανάς το σίδερο στο αμόνι;

Ο Νικήτας δε μπόρεσε ν΄αποκριθή. Βούρκωσαν τα μάτια του κι ένας κόμπος τον έπνιγε στο λαιμό.

Ο μαστρο-Κώστας χαμογέλασες κι έδωσε στον καπετάνιο έτοιμη την επισκευή. Κείνος βγήκε απ΄το σιδεράδικο και καβαλώντας τ΄ομορφοστόλιστο άλογό του, χάθηκε.

Ο Νικήτας δε μπόρεσε άλλο να κρατηθή. Έσκυψε το κεφάλι μέσα στιε χούφτες του και ξέσπασε σ΄αναφυλλητά. Ο μάστορας τον ζύγωσε, του χάϊδεψε με καλωσύνη το κεφάλι και για να τον παρηγορήση, του λέει:

– Για χορατό, ορέ Νικήτα, σου το είπε ο Ζαχαριάς. Συ το πηρες κατάκαρδα και τόβαλες στα κλάματα!…

Αυτός δεν έδωσε απόκριση. Μα είναι αλήθεια πως τα λόγια του καπετάν Ζαχαριά τον είχαν πληγώσει. Για το Νικήτα όμως, ευλογημένη στάθηκε κείνη η ώρα, που έτυχε να περάση απ΄το σιδεράδικο του μαστρο-Κώστα ο πρωτοκλέφτης του Μοριά. Αυτή άλλαζε τη ζωή του μικρού γιου του Σταματέλου.

Την άλλη μέρα ο Νικήτας δεν πήγε στο εργαστήρι. Ανώφελα η μάνα του τον φοβέριζε. Από το μόνο που δεν έπαιρνε το μικρό καπετανόπουλο ήταν οι φοβέρες… Του είπε, του είπε η καπετάνισσα, μα του κάκου. Σαν του έμπαινε κάτι στο μυαλό, πάει στη δουλειά του δεν της το έλεγε. Όταν η μάνα του όμως τον φοβέρισε πως θα στείλη παραγγελιά στον πατέρα του, ε, τότε πια δε βαστάχτηκε άλλο και ξέσπασε.

– Μάνα, δεν ξαναπάω στο εργαστήρι. Δε θέλω να με φωνάζουν καταφρονετικά «γύφτο».

– Και ποιός, γιε μου, σε είπε γύφτο;

Ο μικρός της ιστόρησε το περιστατικό με τον Ζαχαριά. […] Η Σοφία δεν μπόρεσε να κάνει τίποτα. Ο γιος της δεν πήγε στο σιδεράδικο. Κι αναπάντεχα, την άλλη μέρα, ξημερώθηκε στο Τουρκολέκα ο καπετάν Σταματέλος. Είχε κοντά του το Γιάννη και το Νίκο.

Σαν είδε τ΄αδέρφια του αρματωμένα ο Νικήτας, δαγκώθηκε από το κακό του. Γιατί κι αυτός να μην είναι κοντά τους, μα να μένη στο Τουρκολέκα, να χτυπάη με τη βαριά το πυρωμένο σίδερο;…

Η καπετάνισσα μίλησε στον άντρα της για το μικρό και του τα είπε όλα. Αυτός την άκουγε συλλογισμένος και αμίλητος. Κάπου-κάπου, κουνούσε το κεφάλι. Φώναξε το γιο του.

– Για έλα δω, ορέ Νικήτα.

Ο μικρός με το κεφάλι κρεμασμένο ζύγωσε. Ήξερε τι τον θέλει. Δε σήκωσε τα μάτια ν΄αντικρύση τον πατέρα του.

– Σε χοράτεψε, ορέ, ο καπετάν Ζαχαριάς και σε είπε γύφτο. Και συ θύμωσες;

Λέξη δεν έβγαλε ο Νικήτας.

– Δουλειά είναι και του γύφτου σαν του μαραγκού, του τσαρουχά, του σαμαρτζή, κι όλες τις άλλες δουλειές… Τι θέλεις λοιπόν να σε κάνουμε;

Αμίλητος αυτός, στριφογύριζε νευρικά με τα δάχτυλα το γύρο της φουστανέλλας του.

– Λέγε, λοιπόν, τι θέλεις να γίνης;

Και πάλι δεν έδωσε απόκριση. Άξαφνα ακούστηκε μια φωνή.

– Να τον κάνουμε, πατέρα, το Νικήτα μας, παπά.

Ήταν ο Νικόλας που μίλησε και στεκόταν παράμερα.

Ο αδερφός του γύρισε το κεφάλι και τον κάρφωσε μ΄άγρια ματιά, χωρίς και πάλι να του ξεφύγει λόγος. Μα ο πατέρας βροντοφώνησε.

– Γκρεμοτσακίσου απ΄τα μάτια μου.

Με μιας ο Νικόλας έφυγε χωρίς να κοιτάξη πίσω του. Μείνανε πάλι οι δυό τους.

– Άνοιξε το στόμα σου, ορέ Νικήτα, και λέγε μου, τι θέλεις λοιπόν να γίνης;

Του μίλησε ο πατέρας του με τόση καλωσύνη, που ο γιος ξεθάρρεψε. Χωρίς να σηκώση το κεφάλι και ν΄αφήση απ΄τα δάχτυλά του το γύρο της φουστανέλλας, αποκρίθηκε με σβησμένη φωνή.

– Νάρθω κοντά σου.

Ο Σταματέλος σαν να μην καλοάκουσε.

– Τι, να γίνης κλέφτης;

Αυτός έκανε «ναι» με το κεφάλι.

– Αμ΄συ, ορέ γιε μου, δεν έκλεισες τα δέκα.

– Σάματις κι ο Γιάννης κι ο Νικόλας ήταν πιο μεγάλιο σαν ήρθαν κοντά σου, στο βουνό;

Συλλογίστηλε για λίγο ο Σταματέλος κι είπε.

– Κι αν δε σε πάρω, τι θα κάνης;

– Θάρθη καμιά ώρα που θα ξεκάνω κανένα Μουρτάτη κι ύστερα, θες δε θες, θα με πάρης κοντά σου.

Και με μιας γονατίζει μπροστά στον πατέρα του. Με βουρκωμένα μάτια και τρεμάμενη φωνή, ξακολουθάει:

– Στα πόδια σου, προσπέφτω, πατέρα. Πάρε με κοντά σου… Θα δης πως θα τα καταφέρω. Αν δεν κάνω, κράτησέ με να κουβαλάω νερό με το ασκί… Στο Τουρκολέκα δε μένω άλλο…

Τον λυπήθηκε ο πατέρας του. Του είπε ξερά:

– Θα το συλλογιστώ. Και ξεμάκρυνε.

Σε τρεις μέρες ο καπετάν Σταματέλος άφησε το Τουρκολέκα και ξαναγύρισε στα λημέρια του. Από κοντά κι οι γιοί του. Τώρα όμως δεν ήταν μονάχα ο Γιάννης κι ο Νικόλας. Ήταν μαζί του κι ο τρίτος γιος, ο Νικήτας. Ο Τουρκοφάγος, όπως θα τον πούνε αργότερα.

Τάκη Λάππα

«Οι ήρωες του 21 στα παιδικά τους χρόνια»