Έχεις Μήνυμα… (21 Μαρτίου 2017)

Ὕδωρ ζῶν τό ἁλλόμενον, εἰς αἰωνίαν ζωήν, σύ ὑπάρχων Λόγε, αἷμα καί ὕδωρ, ἐκ πλευρᾶς ἐν Σταυρῷ, ἔβλυσας Δέσποτα, ἁμαρτίας χειμάρρους ἀναστέλλων. Ὅθεν δυσωπῶ σε· Ξήρανον παθῶν μου, τάς πονηράς ἐκβλύσεις.

Κανών α΄Ωδή η΄ Τριωδίου εκ του Όρθρου της Τρίτης της Δ΄Εβδομάδος Νηστειών

_____

Το ορφανοπαίδι – Γεώργιος Καραϊσκάκης

Δεκαέξι χρονώ δεν ήταν ακόμα καλά-καλά αυτό το παιδί κι είχε αναστατώσει όλο το χωριό της Γράλιστας (ο σημερινός Ελληνόπυργος), κοντά στην Καρδίτσα. Τι παιδί, Θεέ μου! Μήτε κι είχε ξαναφανή αλλού σαν και τούτο. Έξι μήνες τώρα που έκανε κλέφτικη ομάδα από εφτά-οχτώ παιδιά, ίδια πάνω-κάτω στα χρόνια σαν κι αυτό. Και μέσα στους έξι μήνες κατάφερε ν΄ανακατέψει όλη την περιοχή και να τρομοκρατήση τους Τουρκους. Να πης πως ήταν και κανένα καλοδεμένο παιδί να μοιάζη μ΄άντρα!… Μέτριο στο ανάστημα, λιγνό, σαν σκιάχτρο, ασθενικό, χλωμό, μαύρο, κατάμαυρο στο δέρμα. Μα είχε στόλισμά του κάτι λαμπερά μάτια, που τα σκέπαζαν τα δασιά μαύρα φρύδια του. Μάτια που απόδειχναν όλη τη φλόγα που έκρυβε μέσα του. 

Κι όμως, τούτον τον μικροκλέφτη με την ομάδα του, που θες και δεν τον έβρισκες! Λημέριαε εκεί γύρα, στο Μηλέσι, στο Λιβαδερό, στο Καμαράκι, στον πυκνό λόγγο της Αγια-Μαρίνας, στο βραχότοπο του Άϊ-Θανάση, μα το πιο αγαπημένο του λημέρι ήταν στη μεγάλη σπηλιά του Λώλου, κάτω απ΄το χωριό. Εκεί πολλές φορές λημέριαζε με τα κλεφτόπουλα κι έψηνε και κανένα κλεμμένο σφαχτό από την τούρκικη στάνη. […]

Κανείς δεν ήξερε πούθε κρατούσε. Ούτε κι ο ίδιος καλά-καλά. Ακουστά είχε πότε απ΄τον ένα, πότε απ΄τον άλλο. Πατέρα δεν κατάφερε να μάθη ποιόν είχε. Λέγανε μερικοί πως ο πατέρας του ήταν πρωτοκλέφτης. Μα τούτος δεν πολυνοιαζόταν να μάθη το όνομά του. Για τη μάνα του κατάφερε να μάθη πως τη λέγανε Ζωή κι ήταν απ΄τη Σκουληκαριά. Ήξερε πως τον γέννησε σε μια σπηλιά κοντά στο μοναστήρι του Άϊ-Γιώργη, που γειτονεύει με τα χωριά Μαυρομάτι και Μουζάκι. Ήταν γύρω στα 1782.

Σαν χάθηκε ο πατέρας του -κανείς δεν ήξερε τι απόγινε- η μάνα του γίνηκε καλογριά, κι έμενε μαζί με το παιδί της στη σπηλιά. Για τούτο ο ηγούμενος σαν το βάφτισε του έδωσε τ΄όνομα Γιώργος, για τον Άγιο του μοναστηριού τους. Η καλογριά μάνα του, για να τον αναθρέψη, τριγύριζε από χωριό σε χωριό και πουλούσε αγιοκέρια, μοσχολίβανο, σταυρούς, φυλαχτά, λάδι απ΄το καντήλι του Άγιου, αγιασμό και άλλα τέτοια. Δεν πρόκανε όμως ο Γιώργος να γίνη τριω χρονώ, κι η μάνα του πέθανε. Από γεννησιμιού του ορφανός από πατέρα, ορφάνεψε στα τρία του χρόνια κι από μάνα.

Τι να το κάνη ο ηγούμενος στο μοναστήρι βρέφος τριω χρονώ! Το έδωσε στον Πουλιάνα -ήταν ο τσοπάνης του μοναστηριού- να το πάη στο σπίτι του στο Μαυρομάτι και να το μεγαλώσει με τ΄άλλα του παιδιά. Καημό τόχε ο Πουλιάνας, που είχε τρία κορίτσια και κανένα αρσενικό. Στα ξένα λοιπόν χέρια, στο φτωχοκάλυβο ενός τσοπάνη, κατάλαβε ο μικρός Γιώργος τον εαυτό του. Και σαν γίνηκε έξι χρονών, ο Πουλιάνας έρχισε να τον παίρνη κοντά του στη στάνη και να φυλάνε μαζί τα γίδια του μοναστηριού. Η στρούγκα απ΄το χωριό ήταν μακριά κι ο Γιώργος μικρός. Φιλότιμος όως, δεν απόδειχνε πως κουραζόταν. Και σαν ήταν στη στρούγκα, ο Πουλιάνας όλα από τούτον τα γύρευε. Ο Γιώργος να σκαρίζει τα γίδια για βόσκημα, στο σταλό (ξεμεσημέριασμα), πάλι αυτός. Να τρέχη να τα μαζεύη σαν ξέκοβε κανένα ή σαν ανέβαινε σε βράχο κι ύστερα δεν μπορούσε να κατεβή. Να, την άλλη φορά, άφοβος όπως είναι, παρά τρίχα να κατρακυλήση από ένα γκρεμό και να γίνη κομμάτια μαζί με τη γίδα, που είχε σκαρφαλώσει. Πονόψυχος όμως ο Γιώργος, δεν μπορούσε να ακούη τη γίδα να βελάζει με παράπονο. Κι όλ΄αυτά, για να ξεπληρώση τη μπομπότα που τον τάϊζε ο Πουλιάνας. Κι αν δεν ήταν σκληρή η δουλειά στη στρούγκα θάμενε κει όλο τον καιρό. Γιατί στο Μαυρομάτι δεν ήθελε να πολυμένη. Χωρίς να ξέρη το γιατί, ένιωθε πως οι χωριανοί δεν τον καλόβλεπαν. Με περιφρόνηση μιλούσαν γι΄αυτον πάντα, και του είχαν κολλήσει το παρατσούκλι «γιος της καλογριάς». Τούτο φίνηκε κάποια μέρα που ξυλοφόρτωσε το γιο του τσέλιγκα Χόρκα.

– Αν σε πιάσω στα χέρια μου, γιε της καλογριάς, θα σε σφάξω! του φώναξε άγρια ο τσέλιγκας.

Στα χέρια δεν κατάφερε να τον πιάση ο Χόρκας, μα το παρατσούκλι που του φώναξε, «γιε της καλογριάς», του απόμεινε από κείνη  τη μέρα. Κι είναι αλήθεια πως τον πείραζε ν΄ακούη το παρατσούκλι του αυτό. Μα ορφανοπαίδι, απροστάτευτο, χωρίς κανένα στον κόσμο, ποιός να του κρατήση δίκιο… […]

Θες απ΄την εξυπνάδα του, θες απ΄τη δύναμη του χαρακτήρα του, δεν άργησε ο γύφτος (σημ. όπως κορόϊδευαν τον μικρό Γιώργο λόγω των σκουρόχρωμων χαρακτηριστικών του) ν΄αποκτήση στη Γράλιστα κάποια προσωπικότητα. Είναι αλήθεια, πως τούτο το παιδί ξεχώριζε από τ΄άλλα της ίδιας ηλικίας, δεκατριώ-δεκατεσσάρω χρονώ πάνω-κάτω. Ακόμα κι απ΄τα μεγαλύτερά του. Τι παράξενο παιδί!

– Όποτε θέλω γίνομαι άγγελος, κι όποτε θέλω γίνομαι διάολος, έλεγε συχνά.

Μυγιόγγυχτος, αψύς, με το πρώτο λόγο έπαιρνε φωτιά και θύμωνε. […] Μπορεί να ήταν αψύς και αθυρόστομος κι ανυπάκουος, ήταν όμως εργατικός, πονόψυχος και φιλότιμος. Κανένα παιδί δεν τούβγαινε σ΄αυτό. Από τότε που ήρθε, ρογιάστηκε στου τσέλιγκα του Μαυροδήμου και δεν ξεκόλλησε. Εργατικός με το παραπάνω. Για τούτο κι ο τσέλιγκας τον είχε σαν παιδί του. Για πρώτη φορά ο μικρός Γιώργος έβλεπε να του δείχνουν στοργή, λίγη αγάπη που ποτέ του δεν είχε νιώσει από μικρός. Έτσι κι εκείνος, το χρέος του αυτό το πλήρωνε με το παραπάνω.

Για τον αψίθυμο χαρακτήρα του, ο γερο Μαλλιάς, παλιός κλέφτης, του είπε μια μέρα:

– Εσύ, παιδί μου, σαν την ίσκα ανάβεις, με το πρώτο. Εσύ΄σαι ίσκος-ισκάκι.

– Καρά-ισκάκι δε λες πιο καλά, για τη μαυρίλα του, αποτέλειωσε ο γερο Χούτος, προσθέτοντας το «καρά», που θα πη «μαύρος».

Από τότε πια το «γύφτος» χάθηκε και του κόλλησε το παρατσούκλι «καραϊσκάκης». Μα κι ο Γιώργος μια και δεν είχε επίθετο το δέχτηκε αδιαμαρτύρητα. Όπως όλοι, ας είχε και τούτος ένα επίθετο, έστω και πλαστό…

Τα παιδιά της Γράλιστας, που στην αρχή τόσο κακοδέχτηκαν το Γιώργο, σύντομα αλλάξανε. Ο Ζαχαριάς κι ο Σάββας γίνανε οι αχώριστοι σύντροφοί του κι από κοντά κι άλλα παιδιά. Ο Δρόσος της Κανέλλας, ο Κοσμάς του Ρουπακιά, ο κουτσο-Ζαφείρης -πιο κοντό το ζερβί του πόδι από γεννησιμιού του- κι άλλα. Δεν ήταν ο φίλος τους, μα ο πρώτος της παρέας τους. Αν πης και στον πετροπόλεμο, ο αρχηγός τους. […] Μα αυτός δεν ήθελε να χτυπιέται στον πετροπόλεμο με τα Ελληνόπουλα.

– Μουτάτες, μουρτάτες νάχαμε και θα βλέπατε τι θα παθαίνανε, έλεγε συχνά στα παιδιά.

Μα Τούρκοι στη Γράλιστα δεν μένανε. Αποφεύγανε τα ψηλώματα. Για καλό και για κακό πιάνανε τον κάμπο. Μένανε στο Φανάρι. Μα λίγο πιο κάτω απ΄τη Γράλιστα ήταν κάτι τούρκικα μαντριά.

Του βάλθηκε του Γιώργου να πάη να τους αναστατώση. Να τους αρπάξουν μερικά πρόβατα. Όχι βέβαια γιατί πεινάγανε, μα έτσι, για να φέρη αναταραχή στους Μουρτάτες. Το είπε στ΄άλλα παιδιά. Σύμφωνα όλα. Και πρώτος-πρώτος ο κουτσο-Ζαφείρης. Πήγανε. Όλα-όλα έξι παιδιά κι αρχηγός ο Γιώργος. Και σαν γύρισαν πίσω, κουβαλούσανε ο καθένας κι από ένα πρόβατο. Κακοφάνηκε στους Γραλισιώτες τούτο το κάμωμά τους. Θα είχανε φασαρίες με τους Τούρκους. Κι ο βοεβόδας του Φαναριού αναψοκοκκίνισε απ΄το κακό του. Δικά του ήταν τα πρόβατα. Τέτοια ντροπή! Έστειλε με μας τρία ολοκαίνουργια καριοφίλια να τα έχουν οι τσοπάνηδές του για να χτυπήσουν άλλη φορά τους χαράμηδες (κακοποιούς).

Μαθεύτηκε στη Γράλιστα. Κι ο Γιώργος έβαλε στο μυαλό του τώρα να τους αρπάξη τα ντουφέκια. Σύμφωνα και τ΄άλλα παιδιά. Το βάλανε στο νου τους και το κάνανε. Την ώρα που κοιμόνταν οι τσοπάνηδες, κατάφεραν και τους τα πήρανε. Σηκώθηκε στο πόδι όλος ο τόπος, σαν ακούστηκε αυτό.

Τα τρία αυτά καριοφίλια στάθηκαν αφορμή να πάρη ο Γιώργος άλλο δρόμο στη ζωή του. Να πιάση το κλαρί, να γίνη κλέφτης. Κι όχι να πάη κοντά σ΄άλλο καπετάνιο, μα να κάνη δικό του νταϊφά (ομάδα). Είπε την απόφασή του στ΄άλλα παιδιά. Κι εκείνα με μιας δέχτηκαν να τον ακολουθήσουν. Άλλο τώρα, αν ήταν έξι και τα ντουφέκια τρία…

– Με τον καιρό θ΄αρπάξουμε κι άλλα, είπε ο κουτσο-Ζαφείρης.

– Έχω κι εγώ ένα γιαταγάνι του πατέρα μου του μακαρίτη, συμπλήρωσε ο Δρόσος της Κανέλλας.

Κι η ομάδα, χωρίς πολλά-πολλά, ήταν κιόλας έτοιμη.[…]

Με την επιτυχία του αυτή (σημ. ανταρτοπόλεμος κατά των Τούρκων) ο Γιώργος πήρε πια όνομα. Σε λίγες μέρες ο νταϊφάς του μεγάλωσε. Δεκαεφτά ήταν όλοι τους τώρα. Πήγανε κοντά τους άλλοι έντεκα Έλληνες. Παλικάρια με μουστάκι. Τρεις απ΄το Μαυρομάτι, έξι απ΄τη Γράλιστα και δυό απ΄το Μουζάκι. Κι ο Γιώργος, το παιδί των δεκάξι χρόνων, που το φώναζαν στο Μαυρομάτι «γιο της καλογριάς» και στη Γράλιστα «γύφτο», ήταν τώρα ο καπετάνιος τους. […]

Τάκη Λάππα

«Οι ήρωες του 21 στα παιδικά τους χρόνια»