Έχεις Μήνυμα… (20 Μαρτίου 2017)

Μεσοπονήσαντες, νῦν τήν ἐγκράτειαν, καί εἰς προσκύνησιν, Χριστέ μου φθάσαντες, τοῦ ζωηφόρου σου Σταυροῦ, προσπίπτοντες βοῶμέν σοι· Μέγας εἶ Φιλάνθρωπε, καί μεγάλα τά ἔργα σου, ὅτι ἐφανέρωσας τόν Σταυρόν σου τόν τίμιον, ὃν φόβῳ προσκυνοῦντες κραυγάζομεν· Δόξα τῇ ἄκρᾳ εὐσπλαγχνίᾳ σου.

Κάθισμα Τριωδίου εκ του Όρθρου της Δευτέρας της Δ΄Εβδομάδος Νηστειών

_____

Ο Άνθιμος του μοναστηριού του Προδρόμου – Αθανάσιος Διάκος

Πέντε χρόνια πάνε από τότε που ήρθε στο μοναστήρι ο Θανάσης. Πότε πέρασαν κιόλας! Λες και ήταν εχθές που τον έφερε ο πατέρας του στον Άϊ-Γιάννη τον Πρόδρομο. Οχτώ χρονώ δεν ήταν ακόμα. Μα τι να κάνη ο πατέρας του ο Νικόλας ο Μασαβέτας; Είχε ακόμα άλλους τρεις γιους και δυό κόρες. Φτωχοτσοπάνης ήταν. Πως να τα βγάλη πέρα; Τον ένα το γιο του, τον Κώστα, τον ρόγιασε στη στάνη του Κελήμ αγά. Για ένα κομμάτι μπομπότα τον είχε ο αγάς. Και τι σκληρή δουλειά! Πάνω από τρακόσα πρόβατα να τα φέρη βόλτα νύχτα-μέρα μόνος του. Την ίδια απαντοχή θα είχε κι ο Θανάσης, αν έμενε κοντά του στο χωριό. Στο μοναστήρι όμως, αν είχε μυαλό, θα μάθαινε και δυό γράμματα και που το ξέρεις; Μπορεί μια μέρα να γινόταν και παπάς. Και φαινόταν να του αρέσουν τα γράμματα. Για τούτο λοιπόν, ένα πρωϊνό, τον πήρε ο πατέρας του και τον έφερε στο μοναστήρι, μισή ώρα έξω απ΄το χωριό τους, την Αρτοτίνα. Τον πήρε στον ηγούμενο, που είχαν και μακρινή συγγένεια.

– Δε φτάνω, γούμενε. Τόση φαμίλια, πως να τη θρέψω; Ο αγάς καρτεράει πάσα χρόνο να πάρη το δόσιμο… Τι να περσέψη για μας τους ραγιάδες!…

– … Τα ξέρω, Νίκο, τα ξέρω, τον έκοψε ο γέροντας. Υπομονή.

– Ως πότε, γούμενε;

– Ο Παντοδύναμος μόνον το γνωρίζει.

Κι εξακολούθησε ο Μασαβέτας δείχνοντας το γιο του, που στεκόταν όρθιος στη γωνιά του κελλιού.

– Για τούτο, γούμενε, τον πήρα και τον έφερε δω, αν ήθελες να τον κρατήσης στο μοναστήρι να μάθη και δυό γράμματα. Σ΄ ό,τι δουλειά και να τον βάλετε, είναι άξιος, φιλότιμος και το ψωμί του θα το βγάλη… Ε, έτσι και μένα θα μ΄αλαφρώσει κι αυτός θα προκόψη.

Ο ηγούμενος δεν απάντησε μα κοίταξε εξεταστικά το μικρό. Απ΄τη στιγμή που μπήκανε μέσα στο κελλί, ο Θανάσης δεν είχε σηκώσει το κεφάλι του, μα άκουγε προσεχτικά τα λόγια τους. Τον ρώτησε αναπάντεχα ο ηγούμενος.

– Θέλεις να μείνεις εδώ;

Εκείνος από ντροπή δεν αποκρίθηκε με λόγο, μα κούνησε καταφατικά το κεφάλι του.

– Πως σε λένε; τον ξαναρώτησε, για να τον κάνη να μιλήση.

– Θανάση, είπε και και ξεθαρρεύοντας σήκωσε τώρα το κεφάλι του.

– Σ΄αρέσουν τα γράμματα;

– Ναι, πολύ.

– Και θέλεις να μείνης εδώ για να γίνης σχολιαρόπουλο, ή, με τον καιρό, να καλογερέψης;

– Ό,τι είναι από Θεού.

Οι απαντήσεις του, η σεμνότητά του, κάνανε τον ηγούμενο να τον συμπαθήση.

– Να τον αφήσης, Νίκο, θα τον κρατήσω εγώ στο κελλί μου, είπε στο Μασαβέτα.

Και γυρίζοντας στο Θανάση:

– Θέλεις να γίνης υποταχτικός μου;

Πάλι ο μικρός δεν απάντησε, μα ζύγωσε με σεβασμό το γέρο ηγούμενο και του ασπάστηκε το χέρι. Αυτό ήταν το «ναι» του.

Κι έτσι πια ο Θανάσης έμεινε στο μοναστήρι του Άϊ-Γιάννη του Προδρόμου.

Όπως όλα τα μοναστήρια, ήταν και τούτο σε κείνα τα χρόνα -βρισκόμαστε αρχές-αρχές του 1800- ένα απ΄τα σχολειά του σκλαβωμένου Γένους. Εκεί μαζεύονταν τα γύρα Ελληνόπουλα να μάθουν τα πρώτα γράμματα. Φτωχό μοναστήρι, δεν είχε πολλούς δασκάλους -όπως της Τατάρνας, του Όσιου Λουκά, του Προυσού- μα ένα μονάχα, τον Αβέρκιο. Μα είχε κάμποσα βιβλία, όχι όλα εκκλησιαστικά. Τα είχε φέρει απ΄την Ιταλία ένας καλόγερος. Και τα φυλάγανε όλα πως και τι, μέσα σ΄ένα μεγάλο σεντούκι, στο κελλί του ηγούμενου.

Πάνω σ΄αυτά τα  βιβλία μαθαίνανε τα Ελληνόπουλα να διαβάζουν.

Μέσα σε δυο χρόνια, τόσο είχε προκόψει ο Θανάσης, που να γίνει ο πρωτόσχολος. Διάβαζε κι έγραφε πιο καλά απ΄το δάσκαλό του. Δεν ξεκολλούσε απ΄τα βιβλία. Αυτά ήταν οι μοναδικοί του φίλοι. Άνοιγε το σεντούκι, τραβούσε ένα, ό,τι και να τούπεφτε στα χέρια, και το διάβαζε ως το τέλος. Πολλά, και δυό και τρεις φορές τα είχε διαβασμένα. Μα όσο αγαπούσε τα γράμματα, άλλο τόσο σεβόταν και τη θρησκεία του. Απ΄την εκκλησιά ποτέ δεν απόλειπε. Σαν τους καλούσε του μοναστηριού το σήμαντρο -καμπάνες οι Τούρκοι δεν αφήνανε- την αυγή στον Όρθρο και το δειλινό στον Εσπερινό, πρώτος έτρεχε στην εκκλησία. Ήταν και καλλίφωνος. Χρόνια είχε ν΄ακουστή τέτοια φωνή στο μοναστήρι. Λες και δεν έβγαινε από μικρό παιδί. Και σαν κανοναρχούσε, τότε ήταν που ήταν! Πόσο όμορφα αντηχούσε η φωνή του μέσα στην εκκλησιά! Βλέποντας λοιπόν ο ηγούμενος την αγάπη του για τη θρησκεία και την εκκλησια, τον έκανε καλογεροπαίδι-δόκιμο. Τον ντύσανε με ράσα και σύμφωνα με τους καλογερίστικους νόμους, του αλλάξανε τ΄όνομα κι από Θανάση τον είπανε Άνθιμο. Από δω και μπρος έτσι κι εμείς θα τον λέμε.

Υπάκουος, μετρημένος στα λόγια του, γλυκομίλητος και σεμνός, ήταν ο πιο αγαπητός του μοναστηριού, όχι μονάχα στ΄ άλλα σχολιαρόπουλα, μα και στους καλογέρους. Πως και τι τον είχαν όλοι τους.

Τέσσερα χρόνια είχε στο μοναστήρι. Στο πανηγύρι ου Άϊ-Γιαννιού -29 του Αυγούστου- ήρθε να λειτουργήση ο δεσπότης Ανανίας του Λιδωρικιού. Ο ηγούμενος του μίλησε για τον Άνθιμο. Και σαν τον άκουσε στη λειτουργία να κανοναρχάη κι ύστερα να λέη τον Απόστολο, μαγεύτηκε απ΄τη φωνή του. Την άλλη μέρα ο δεσποτης τον χειροτόνησε διάκο. Κι έτσι, στα πέντε χρόνια, ο μικρός Θανάσης, που είχε ξεκινήσει απ΄το χωριό του νάρθη να μάθη λίγα κολυβογράμματα στο μοναστήρι, γίνηκε πια ο διάκος Άνθιμος. Και να σκεφθή κανείς πως ακόμα δεν είχε κλείσει καλά-καλά τα δεκατρία του χρόνια…

Μέσα στο σεντούκι κατά τύχη βρήκε ο Άνθιμος κάποιο βιβλίο. Ιστορία πρέπει να ήταν . Λείπανε τα πρώτα του φύλλα για να ξέρη κανείς τι ήταν κι από ποιόν είχε γραφτή. Απ΄τη μέρα που το πρωτοδιάβασε, δεν το άφηνε από κοντά του. Τον τραβούσανε και τα εκκλησιαστιά, μα τούτο ήταν άλλο πράμα. Μιλούσε στην παιδική του ακόμα ψυχή κάπως αλλιώτικα. Τον είχε αναστατώσει. Δεν χόρταινε να το διαβάζη. Ξέκλεβε καιρό για να ρίξη έστω και μερικές ματιές στις σελίδες του. Έγραφε το βιβλίο αυτό για την αντίσταση που φέρανε οι Έλληνες σαν οι Πέρσες θελήσανε να τους πατήσουνε τη χώρα τους και αν τη σκλαβώσουν. Έλεγε για τη μάχη του Μαραθώνα, των Θερμοπυλών, τη ναυμαχία της Σαλαμίνας κι αρκετά άλλα για κείνο τον καιρό. Αλήθεια, τι δοξασμένη εποχή για την Ελλάδα!… Μα κείνο που δεν χόρταινε να διαβάζη και να ξαναδιαβάζη ήταν η μάχη στις Θερμοπύλες. Ένας βασιλιάς, ο Λεωνίδας, με τρακόσιους συντρόφους, να τα βάλη με χιλιάδες Πέρσες. Αν κι έβλεπε πως θα σκοτωθή, και μαζί μ΄αυτόν κι οι τρακόσοι. Κι όμως, έμεινε εκεί στη θέση του. Ύστερα, πάνω απ΄το κουφάρι του, οι Πέρσες ας διαβαίνανε. Και σκοτώθηκε, κι απ΄τους συντρόφους του μήτε ένας δε γλύτωσε. Κι οι Πέρσες περάσανε. Μα κείνος για τη λευτεριά της χώρας του είχε πέσει. Τι ηρωϊσμός! Μα τι άνθρωποι ήταν εκείνοι! Γίνηκε πια για τον Άνθιμο ο Λεωνίδας το ιδανικό του… Απ΄έξω ήξερε τη σελίδα που έγραφε γι΄αυτόν.

Ας μπορούσε να μάθαινε κι άλλα για το βασιλιά αυτόν της Σπάρτης… Έλα όμως, που άλλο βιβλίο σαν και τούτο δεν υπήρχε στο μοναστήρι τους!…

Αν ήταν καλοσύνη και τ΄άλλα σχολιαρόπουλα, τις ώρες της σχόλης τους, το δειλινό ρίχνανε λιθάρι, πηδούσανε, κι οι καλόγεροι ξαποσταίνανε παράμερα διαβάζοντας βίοςυ και πολιτείες αγίων, ο διάκος Άνθιμος ξεμοναχιαζόταν με το βιβλίο αυτό παραμάσχαλα. Πήγαινε στο διάσελο του Σταυρού -ένα ξάγναντο απ΄τις αγαπημένες του τοποθεσίες- και καθισμένος σε κάποιο βράχο, άνοιγε το βιβλίο και διάβαζε. Διάβαζε για το Μαραθώνα, διάβαζε για τη Σαλαμίνα, μα σύντομα ξεφύλλιζε για νάβρη τις Θερμοπύλες, για τον αγαπημένο του ήρωα το Λεωνίδα… Αφού απόσταινε να το ξαναδιαβάζη, όπως ήταν ανοιχτό το βιβλίο, έπεφτε σε συλλογή. Τι ωραίος θάνατος του Λεωνίδα! Τι καλύτερο μπορεί να λαχταρήση κανείς, παρά να πεθάνη σαν εκείνον για τη λευτεριά της πατρίδας του; Α, ας τον αξίωνε ο Θεός κι αυτόν να πήγαινε από ένα τέτοιο θάνατο! Ας σκοτωνότανε παλεύοντας για τη λευτεριά της σκλαβωμένης πατρίδας του! Λευτεριά, τι μεγάλη λέξη, τι ιερή!… Και μ΄αυτές τις σκέψεις, άθελα το βλέμμα του έπεφτε άτονα μακρυά, εκεί που ξέκοβε τον ορίζοντα η βουνοσειρά των Βαρδουσιών. Εκεί άφηνε τη ματιά του να πλανηθή όσο μπορούσε. Γιατί εκείνο το βουνό ήταν τ΄απάτητο κάστρο της λευτεριάς. Εκεί τούρκικο ποδάρι δεν πατούσε. Η κλεφτουριά το αφέντευε. Δε ζούσανε ραγιάδες όπως αυτός, μα λεύτεροι κλέφτες, που αφέντη δε λογαριάζανε, παρά μονάχα τον Θεό τους. Και ποιός ξέρει τα Βαρδούσια πόσες φορές δε θα τα πάτησε κι ο παππούς του. Γιατί η γενιά του κατέβαινε από κλέφτες. Είχε παππού ξακουστό κλέφτη, τον καπετάν Θανάση Γραμματικό. Και τα αδέλφια του πατέρα του, κλέφτες κι αυτοί, ο Κωστούλας σκοτώθηκε στο Μοριά κι ο Μήτρος στη μάχη της Κατρολίμνης. Μονάχα ο πατέρας του ξεχώρισε κι έγινε τσοπάνης. Τα Βαρδούσια… Γιατί νάναι μονάχα τα Βαρδούσια λεύτερα κι όχι όλη η χώρα του, όλο το Γένος του; Κι απ΄τους λογισμούς του αυτούς, τον έφερνε πίσω το σήμαντρο, που καλούσε για τον Εσπερινό. Τότε, με βαριά ψυχή έκλεινε το βιβλίο του κι αποτραβούσε τους λογισμούς του απ΄τα μακριά, για να ξαναγυρίση στο μοναστήρι. […]

Λίγος καιρός ήταν που ο Άνθιμος είχε κλείσει τα δεκαπέντε του χρόνια. Κι έμοιαζε πια μεγάλος. Τον κάνανε και τα ράσα.

Εκείνες τις μέρες θα γινόταν στο χωριό του ο γάμος του πρωτοξαδέφου του, του Μήτρου Γιασμά. Τον καλέσανε να πάη. Μ΄όλο που, καθώς είδαμε, μισή ώρα ήταν το μοναστήρι απ΄την Αρτοτίνα, ο Άνθιμος, από τότε που έφυγε, μια φορά πήγε. Πριν τέσσερα χρόνια, που πέθανε ο πατέρας του. Για να μην κακοκαρδίση τον ξαδερφό του, πήγε στο γάμο, ανήμερα το πρωΐ την Κυριακή. Ύστερα απ΄το στεφάνωμα, γίνηκε τέτοιο χαροκόπι, που δεν τόχε ξαναδεί η Αρτοτίνα.

Ξημερώθηκαν και την αυγή στήσανε χορό στο χοροστάσι της εκκλησιάς. Ο γαμπρός, για να καλοπιάση τους Τούρκους του χωριού -ας έκανε κι αλλιώς!- αναγκαστικά τους είχε καλεσμένους στο γάμο. Αφού Γραικοί και Αγαρηνοί βαρέθηκαν ν΄αδειάζουν τα ντουφέκια στον αέρα, βάλθηκαν να ρίχνουν στο σημάδι. Με τις κουμπούρες και τα καριοφίλια τους, κοιτάζανε να γκρεμίσουν τις κορυφές απ΄τα δέντρα. Λιγοστοί πετυχαίνανε. Οι πιο πολλοί του κάκου καίγανε τις ριξιές τους. Στη συντροφιά ήταν κι ο Τούρκος Ταχήρ Αζίζ. Έκανε τον παλικαρά της Αρτοτίνας, γιατί είχε τις πλάτες του θείου του Φερχάτ μπέη, που ήταν βοεβόδας στα Σάλωνα. Χαλούσε όμως τα φυσέκια του και δεν μπορούσε να ρίξη ένα κλαρί, παρά μονάχα λίγα φύλλα. Ο Άνθιμος στεκόταν παρέκει με τους Έλληνες. Δικά του άρματα δεν είχε. Καλόγερος αρματωμένος, πήγαινε; Ζήτησε από ένα χωριανό του το καριοφίλι να  ρίξη και τούτος στο σημάδι. Σημάδεψε την ίδια κορφή που τόσο αδικοβασανιζόταν ο Ταχήρ για να τη γκρεμίση. Με την πρώτη ντουφεκιά του ο Άνθιμος τη σώριασε. Ολόχαροι τότε οι χωριανοί του για την επιτυχία του, σήκωσαν τις κούπες κι ήπιαν στη γειά του! Του Ταχήρ Αζίζ του κακοφάνηκε. Να τον ντροπιάσεη ένας καλόγερος! Γεμίζει το καριοφίλι του και ρίχνει σ΄άλλη κορφή δέντρου. Χαμένη η ριξιά του. Ξαναγεμίζει. Το ίδιο. Ο Άνθιμος, αδιάφορος, παρακολουθούσε. Δεν είχε σκοπό να ντουφεκίση. Έλα όμως που τον παρακινούσανε οι χωριανοί του για να ντροπιάσουν τον Ταχήρ! Δίστασε στην αρχή. Παιδί πράμα, όπως ήταν, μπροστά στην επιμονή των χωριανών του δέχτηκε. Ρίχνοντας, και πάλι με την πρώτη, σώριασε την κορφή που γι΄αυτήν έκαιγε ο Τούρκος τα φυσέκια του άσκοπα. Πάλι οι Αρτοτινοί σήκωσαν τις κούπες στην υγειά του διάκου Άνθιμου. Φρένιασε απ΄το κακό του ο Ταχήρ Αζίζ και προκλητικά λέει στον Άνθιμο:

– Μπρε παππουλάκο, σαν είσαι γερός στο μάτι, βάζουμε σημάδι κείνη την κορφή; Και τούδειξε στα μακριά ένα πλατάνι.

Ο Άνθιμος έκανε πως δεν άκουσε και πάλι ο Τούρκος του είπε:

– Κάνεις πως δεν ακούς, μπρε παππουλάκο; Αν σου κρατάη, εκεί πέρα το λένε.

Και του ξανάδειξε για στόχο του πλάτανου την κορφή.

– Μετά χαράς, αφέντη, του απάντησε, πειραγμένος τώρα, ο Άνθιμος.

Ετοιμάστηκαν. Συνάχτηκαν όλοι μ΄ενδιαφέρον για να τους παρακολουθήσουν. Πρώτος έριξε ο Ταχήρ. Τίποτα. Απ΄το κακό του δάγκασε το χείλι του, τόσο που το μάτωσε.

– Αράδα σου, είπε στον Άνθιμο περιφρονητικά, χωρίς να γυρίση να τον κοιτάξη.

– Δε ρίχνεις άλλη μια η αφεντιά σου;

– Όχι, αράδα σου.

Ξαναμμένος τότε ο Άνθιμος του λέει:

– Να, αφέντη! Άμα ρίξω, σκιάζομαι μπα και δε βρης τίποτα να γκερμίσης.

– Θα το δούμε, μπρε Γκιαούρ.

Ρίχνει ο Άνθιμος και με την πρώτη γκρεμίζει το στόχο αλάκερο. Το τι γίνηκε απ΄τους Ρωμιούς, δε λέγεται. Κι ο Ταχήρ κιτρίνισε απ΄το κακό του. Κρατώντας μια κούπα κρασί, ζύγωσε τον Άνθιμο, τάχα πως θα πιή στην υγειά του κι αναπάντεχα, με δύναμη του την αδειάζει κατάμουτρα συνοδεύοντάς την με μια βρισιά για τη θρησκεία του. Ο Άνθιμος δεν κρατήθηκε κι ορμάει καταπάνω του. Δεν πρόκαναν όμως νάρθουν στα χέρια γιατί τους χώρισαν οι χωριανοί τους. Θάρρεψαν όλοι πως το επεισόδιο τέλειωσε. Όπως έτυχε όμως νάρθουν σε μια στιγμή αγνάντια ο Άνθιμος με τον Τούρκο, τραβάει ο Ταχήρ την κουμπούρα του με σκοπό να την αδειάσει στον καλόγερο. Προφταίνει όμως ο Άνθιμος, του αρπάζει το χέρι και κυλιούνται κάτω. Όλα γίνηκαν τόσο γρήογρα, που δεν πρόκαναν οι χωριανοί του να τους ξεχωρίσουν. Ο διάκος κατάφερε να του αρπάξη την κουμπούρα και τότε μια κουμπουριά ακούστηκε. Ταραγμένος ο Άνθιμος τραβήχτηκε από κάτω και πέταξε μακριά την άδεια κουμπούρα. Ο Ταχήρ Αζίζ όμως ξεψυχούσε βουτηγμένος στο αίμα του, με τα βόλια της κουμπούρας του στο στήθος.

Το χαροκόπι σκόρπισε. Αναστατώθηκε το χωριό. Κι οι Έλληνες κοιτάξανε μέσα στην αναταραχή να διώξουν γρήγορα-γρήγορα τον Άνθιμο, πριν προκάνουν οι Τούρκοι και τον πιάσουν. Που αλλού μπορούσε να κρυφτή απ΄το μοναστήρι του; Ταραγμένος, μ΄αγριεμένη πια την όψη, έφτασε εκεί. Φρόντισε να μην τον δη κανείς και πήγε ίσια στο κελλί του. Τα διηγήθηκε όλα στον ηγούμενο. Να κρυφτή εκεί για πολύ δεν μπορούσε. Σε λίγο ο Φερχάτ μπέης θα σκορπούσε παντού ανθρώπους του να πιάσουν το φονιά του ανιψιού του. Πρώτη τους δουλειά ήταν νάρθουν εδώ. Το μοναστήρι δεν τον κρατούσε.

– Να φύγης, τέκνον μου, να πας στον Τσάμη Καλόγερο. Στα Βαρδούσια μονάχα θα γλυτώσης, του είπε ο ηγούμενος.

Η μορφή του Άνθιμου γαλήνεψε και πάλι. Για δες, εκείνο που ονειρευόταν και ποθούσε, έφτασε η στιγμή -έστω και κακή στιγμή- να ξεπληρωθή. Για σιγουριά, απόψε θάμενε στον αχυρώνα και την αυγή θα ξεκινούσε. Έβαλε στο ταγάρι του μια αλλαξιά ρούχα και λίγο ψωμί για το δρόμο. Παρέκει είδε τον ηγούμενο ν΄ανασκαλεύει το σεντούκι με τα βιβλία κι ύστερα το κεμέρι του. Τον ζύγωσε και του έδωσε το αγαπημένο του βιβλίο κι ένα σταυρό μ΄αλυσίδα. Του είπε:

– Παρ΄το, να θυμάσαι με το αγαπημένο σου βιβλίο, το μοναστήρι και με τον σταυρό εμένα. Μην τον βγάλης από πάνω σου ποτέ, γιατί έχει Τίμιο Ξύλο, να σε φυλάη από κάθε κακό.

Ο Άνθιμος τα πήρε και με βουρκωμένα μάτια του φίλησε το χέρι:

– Ήταν βουλή Θεού, άγιε ηγούμενε, να μη μείνω για πάντα εδώ…

Έφυγε και πήγε στον αχυρώνα.

Μόλις είχε χαράξει, που ο ηγούμενο άνοιξε την πόρτα του αχυρώνα. Ταραγμένος ο Άνθιμος, όλη νύχτα δεν είχε κλείσει μάτι.

– Καιρός, τέκνον  μου, να φεύγης…

Πέρασε στο προαύλιο. Ψυχή δεν ήταν ακόμα έξω. Μπήκε στην εκκλησιά. Άναψε ένα κερί και στάθηκε στην εικόνα του Άϊ-Γιάννη του Προδρόμου. Γονάτισε.

– Σχώρα με, άγιε, αν δεν έμεινα κοντά σου για πάντα. Έτσι ήταν από Θεού. Ένα, σε παρακαλώ, να μ΄αξιώσης. Να πεθάνω όπως κι ο Λεωνίδας στις Θερμοπύλες, για τη λευτεριά της σκλαβωμένης πατρίδα!

Ανασπάστηκε κι έφυγε. Στον αχυρώνα βρήκε τον ηγούμενο να τον περιμένη.

– Έτοιμος, τέκνον μου;

– Έτοιμος, άγιε ηγούμενε.

Και γονατίζοντας ο Άνθιμος, του φίλησε το χέρι, βρέχοντάς το τώρα με δάκρυα.

– Άκουσες, Άνθιμε. Εκεί που θα πας, στην καινούργια σου ζωή, ποτέ μην ξεχάσης πως από καλόγερος ξεκίνησες.

Και γονατιστός όπως ήταν του απάντησε:

– Σου το υπόσχομαι, άγιε ηγούμενε. Ό,τι κι αν γίνει στη ζωή μου, θα κρατήσω πάντα στ΄όνομά μου το «διάκος», για να θυμίζω πως ήμουνα καλόγερος. Το ίδιο όπως κι ο Τσαμη-Καλόγερος.

Τον φίλησε ο ηγούμενος στο μέτωπο και χωρίστηκαν.

Ο Άνθιμος πήρε το μονοπάτι για να μπη στο λόγγο. Το σήμαντρο τώρα χτυπούσε για τον ‘Ορθρο. Σταμάτησε, γύρισε κατά το μοναστήρι κι έκανε το σταυρό του. Καινούργια μέρα άρχιζε. Για τους καλογέρους του Προδρόμου ίσως μια συνηθισμένη, μα γι΄αυτόν η μέρα τούτη θα του άλλαζε όλη του τη ζωή. Μπροστά του ορθώνονταν τα Βαρδούσια, που ο ήλιος κιόλας τα έλουζε με τις πρώτες του ακτίνες. Τάχυνε το βήμα του για να φτάση εκεί μια ώρα αρχύτερα. Πήρε το μονοπάτι και μπήκε μέσα στο λόγγο.

Ο διάκος Άνθιμος, του μοναστηριού του Προδρόμου, είχε πάρει το δρόμο που ήταν προορισμένος γι΄αυτόν. Το δρόμο που θα τον έφερνε κάποια μέρα στη δόξα και θα τον περνούσε στην αιωνιότητα.

Τάκη Λάππα 

«Οι ήρωες του ’21 στα παιδικά τους χρόνια»

Σημείωση: Η γέφυρα της Αλαμάνας, όπου έγινε και η ομώνυμη μάχη με πρωταγωνιστή τον Αθανάσιο Διάκο -ο οποίος συνελήφθη από τους Τούρκους, αφού όλοι του οι σύντροφοι είχαν πέσει και το σπαθί του έσπασε απ΄τη χρήση, και τελικά μαρτύρησε δι΄ανασκολοπισμού στη Λαμία- βρίσκεται κοντά στην είσοδο του αρχαίου στενού των Θερμοπυλών, όπου έπεσαν ο Λεωνίδας και οι πολεμιστές του…!

«Ω Τρακόσιοι σηκωθείτε και ξανάρθετε σε εμάς, τα παιδιά σας θε να δείτε πόσο μοιάζουνε σε σας»! Διονυσίου Σολωμού, «Ύμνος εις την Ελευθερίαν»