Έχεις Μήνυμα… (16 Μαρτίου 2017)

Θεέ καί Κύριε, πολυέλεε, τά τῆς ἐμῆς καρδίας, ἀποκάθαρον τραύματα, μετανοίας προσπλάττων μοι φάρμακα, ἥμαρτον, ἥμαρτόν σοι, οἴκτειρον σῶσόν με, ταῖς τῶν Ἀποστόλων σου εὐχαῖς, ὡς πολυέλεος.

Κανών α’ Τριωδίου εκ του Όρθρου της Πέμπτη της Γ’ Εβδομάδος Νηστειών

_____

Νίκησε το κακό με το καλό

Ο αββάς Ζωσιμάς καταγόταν από την πόλη Σίδη, που βρισκόταν στην Τύρο της Φοινίκης. Αρχικά, όταν πήρε την απόφαση να αφιερωθεί στον Θεό, ασκήτεψε σε κάποιο μοναστήρι της Τύρου, έπειτα στο μοναστήρι του Αγίου Γερασίμου του Ιορδανίτη, ενώ λίγο αργότερα ίδρυσε δικό του κοινόβιο κοντά στην Καισάρεια της Παλαιστίνης. Δεν γνωρίζουμε πολλά για τη ζωή και το έργο του αββά Ζωσιμά. Ίσως και ο ίδιος να προσπάθησε να κρύψει από τους ανθρώπους τα θαυμαστά που επιτελούσε με τη δύναμη του Θεού. Ωστόσο σώζονται πολλά περιστατικά και πνευματικές συμβουλές του γέροντα, που έμειναν σαν κληρονομιά στους νεότερους μοναχούς.

Ο αββάς Ζωσιμάς ήταν μεγάλος πνευματικός οδηγός αμέτρητων ψυχών, που ζητούσαν κοντά του να ξεδιψάσουν την ψυχή τους. Και εκείνος σαν σοφός δάσκαλος τους βοηθούσε. Ο γέροντας, όμως, από όλα τα πλούσια χαρίσματα που τον είχε στολίσει ο Θεός, δύο είχε ιδιαίτερα ανεπτυγμένα. Της αγάπης και της ανεξικακίας. Έλεγε κάποτε πως όταν μας στενοχωρεί κάποιος αδελφός, πρέπει να σκεφτόμασατε σαν να μας πονά το χέρι μας. Όπως, λοιπόν, προσπαθούμε με κάθε τρόπο να θεραπεύσουμε το χέρι μας και δεν του φερόμαστε σκληρά, το ίδιο πρέπει να κάνουμε και για τον αδελφό μας.

Κάποια μέρα πήγε στο κελλί του αββά Ζωσιμά ένας νέος μοναχός, τον αγκάλιασε και του είπε:

– Αββά Ζωσιμά, δεν γνωρίζεις πόσο σε αγαπώ. Ο γέροντας τον κοίταξε ήρεμα και του είπε συμβουλευτικά:

– Ως την σημερινή ημέρα δεν μπόρσε κάποιος άνθρωπος να με αγαπήσει σε τέτοιο βαθμό, όσο τον αγαπώ εγώ. Κοίταξε, παιδί μου. Εσώ τώρα μου λες πως μ΄ αγαπάς. Και εγώ το πιστεύω. Αν όμως σε λίγο πω ή κάνω κάτι που δεν είναι αρεστό σ΄ εσένα, θα πάψεις να μ΄ αγαπάς. Ενώ εγώ, παιδί μου, ό,τι και να μου κάνεις δεν θα πάψω ποτέ να σ΄ αγαπώ.

– Δεν είναι δυνατόν, διαμαρτυρήθηκε ο μοναχός. Εγώ σ΄αγαπάω πολύ, συμπλήρωσε. Πήρε την ευχή του γέροντα και έφυγε κάπως ενοχλημένος. Δεν πέρασε πολύς καιρός και ο λόγος του αββά Ζωσιμά βγήκε αληθινός. Ο μοναχός εκείνος, άγνωστο γιατί, άρχισε να κακολογεί τον αββά και να τον συκοφαντεί. Ο αββάς Ζωσιμάς με το διορατικό του χάρισμα έβλεπε την άσχημη κατάσταση στην οποία είχε πέσει ο αδελφός, γνώριζε τι έλεγε σε βάρος του, μα δεν ταρασσόταν, ούτε λιγόστευε η αγάπη του προς αυτόν. Και όχι μόνο αυτό. Αντίθετα, ο αββάς Ζωσιμάς ταπείνωνε τον εαυτό του λέγοντας:

– Ο αδελφός που λέει εναντίον μου, είναι σαν το φάρμακο που έστειλε ο Θεός για να με θεραπεύσει, εμένα τον υπερήφανο.

Αυτοί που με κολακεύουν με καταστρέφουν, ενώ ο αδελφός που με ταπεινώνει με ευεργετεί. Και αφού στην καρδιά του υπήρχε αγάπη, δεν έπαψε στιγμή να προσεύχεται για την ψυχή του αδελφού.

Περνούσε ο καιρός και οι συκοφαντίες όλο και μεγάλωναν. Μα ο γέροντας απαντούσε πάντα με αγάπη και ανεξικακία στην εχθρότητα του αδελφού.

Κάποια μέρα, ο αββάς Ζωσιμάς με χαρούμενη διάθεση, χωρίς φθόνο ή πίκρα, συνάντησε στο μονοπάτι το νεαρό μοναχό. Τον αγκάλιασε και τον ασπάστηκε. Όταν ο μοναχός είδε την όλο αγάπη συμπεριφορά του γέροντα συγκλονίστηκε. Η πέτρα της σκληρής καρδιάς με μιας θρυμματίσθηκε. Δακρυσμένος έπεσε και αγκάλιασε τα πόδια του αββά.

– Ζητώ συγγνώμη απ΄το Θεό και την αγιοσύνη σου, γέροντα, γιατί έχω πει πολλά για σένα, είπε σχεδόν κλαίγοντας. Το πάθος της κακίας δεν με αφήνει να ησυχάσω. Συγχώρεσέ με, που σ΄έχω συκοφαντήσει, γέροντα, συγχώρεσέ με.

Ο αββάς Ζωσιμάς σήκωσε το νέο μοναχό, τον ασπάσθηκε στο μέτωπο και χαϊδεύοντας στοργικά το κεφάλι του, του είπε:

– Θυμάσαι, παιδί μου, που μου έλεγες πόσο πολύ με αγαπάς; Τότε σου είχα πει πως η αγιοσύνη σου θα πάψει να μ΄ αγαπά, αν κάνω κάτι που σε πικράνει. Ενώ εγώ, παιδί μου, καθόλου δεν θα πάψω να σ΄ αγαπώ, ό,τι και να μου κάνεις. Άκουσε, λοιπόν, αυτό εδώ. Γνωρίζω τι έχεις πει εναντίον μου όλο αυτόν τον καιρό. Ξέρω τις συκοφαντίες. Μα εγώ ποτέ δεν σε κακολόγησα. Πάντοτε σε δικαιολογούσα, γιατί πίστευα πως η συμπεριφορά σου με ταπεινώνει. Σε μνημόνευα σαν ευεργέτη στην προσευχή μου. Και για να πεισθείς σου λέω πως κάποτε στο μοναστήρι είχε πονέσει πολύ το μάτι μου. Τότε θυμήθηκα εσένα και αφού το σταύρωσα, είπα: «Κύριε, με τις ευχές του αδελφού μου θεράπευσέ με» και έγινα αμέσως καλά. Ακόμη νομίζεις λοιπόν πως δεν σ΄ αγαπώ;

Ο μοναχός, που είχε μείνει άφωνος απο τους λόγους του αββά Ζωσιμά, αγκάλιασε το γέροντα, πήρε την ευχή του και γύρισε στο κελλί του ωφελημένος.

«Παιδικό Γεροντικό»