Έχεις Μήνυμα… (4 Φεβρουαρίου 2017)

Ποιός άλλος;

Εσύ το ξέρεις Παντοδύναμε,
δυο κόσμοι μέσα μου παλεύουν,
ω σπαραγμοί των αντιθέσεων,
που μέρα -νύχτα με παιδεύουν!

Δυό μονομάχοι πολεμόχαροι,
ολοζωσμένοι τ’ άρματά τους,
κι αχούνε σα σε τσίρκο μέσα μου
τα κονταροχτυπήματά τους.

Τώρα, να, ο πόθος μ’ αιχμαλώτισε
και σαν ανδράποδο με σέρνει
σε λίγο, λυτρωμένη η θέληση
το μήνυμα της νίκης φέρνει.

Τώρα του βούρκου τα βρωμόνερα
την άβουλη ψυχή ραντίζουν
σε λίγο δάκρυα μετανιώματος
σαν θείο λουτρό την καθαρίζουν.

Βλέπω του νόμου Σου τα θέλγητρα
κι ορμώ για να τα καταχτήσω
μα το κακό μπροστά μου ορθώνεται,
θεριό! και με γυρίζει πίσω.

Νοσταλγικά το φως Σου η σκέψη μου
στέκει μακριά και το κυττάζει
μα μόλις πω να ‘ρθω σιμότερα,
πέφτει η νυχτιά και με σκεπάζει!

Το πνεύμα υψώνεται πασίχαρο
με την πρωτόγονην ορμή του.
Μα εκεί που λέω πως όλα σκύψανε
μπρος στη μεγάλη δύναμή του,

να πάλι η σάρκα η ανυπόταχτη
με πείσμα ορθώνει το κεφάλι,
και μανιασμένα ξαναμπλέκονται
για την θανάσιμή τους πάλη.

Κι ειν’ ώρες που η ψυχή μου ασπαίροντας,
με τις ματόβρεχτες πληγές της,
βογγάει και χύνει δάκρυα πύρινα,
κι ειν’ οι σπαραχτικές κραυγές της

το ινατί με εγκατέλιπες
που αχεί στού Γολγοθά τα σκότη,
κάποιου φτωχού Δαβίδ το πρόσχες μοι
και κάποιου Προμηθέα δεσμώτη.

Ωιμένα! Ω πλάστη πολυδύναμε,
Εσύ που ακούς απ΄ το θρονί Σου
τους μυστικούς ρυθμούς του Σύμπαντος
κι όλους τους ρόχθους της αβύσσου!

Σκύψε, ικετεύω Σε, κι απάνω μου,
βάλε στα στήθη μου τ’ αυτί Σου,
ν’ ακούσης τα σκληρά χτυπήματα
που θέλουν άγρια να ξεσκίσουν

και να σπαράξουνε σ’ αμέτρητα
κομμάτια τη φτωχή καρδιά μου.
Κύριε, λυπήσου με, σπλαχνίσου με,
ίλεως γενού στη συμφορά μου!

Που να ζητήσω αλλού την λύτρωση
και σ’ άλλον ποιόν να καταφύγω;
Όπου κι αν έτρεξα κι αν έκραξα,
πνεύμα, άνθρωπον, αδέρφι, φίλο,

άλλοι με κύτταξαν αδιάφοροι
κι άλλοι μου δείξαν καταφρόνια.
και εκείνοι που ένιωσαν τη θλίψη μου
κι ήρθαν κοντά μου με συμπόνια,

όλοι τους άχρηστοι κι ανώφελοι,
καθένας μεσ’ στα κρίματά του,
κι όλοι τους σκλάβοι, σκλάβοι αλύτρωτοι,
στο σώμα τούτο του θανάτου.

Αχ! ποιος, λοιπόν, θα γίνη ρύστης μου
στη θλίψη μου και στην οδύνη;
Ποιος λυτρωτής μου και παράκλητος
και ποιος σωτήρας μου θα γίνη;

Ποιος άλλος, Κύριε, απ’ την αγάπη Σου;
Ιησού! Ποιος άλλος από Σένα;
Εσύ τους δυό αντιπάλους έσμιξες
με το Σταυρό σε άνθρωπον ένα.

Εσύ μονάχα Εσταυρωμένε μου!
Εσύ που, απλώνοντας τα χέρια,
μας σφίγγεις όλους στην αγκάλη Σου
και μας υψώνεις ως τ’ αστέρια!

Εσύ της έχθρας το μεσότοιχο
σωρούς χαλάσματα έχεις κάμει,
όπλο κραδαίνοντας στα χέρια Σου
το περιπαιχτικό καλάμι.

Εσύ το Νόμο που μας βάραινε
σα μολυβόπετρα τα στήθια
με τη χαρούμενη τον άλλαξες
κι αγνή κι ολόφωτή Σου Αλήθεια.

Ιησού Χριστέ, του κόσμου λύτρωση
και δόξα του Άναρχου Πατέρα!
κάμε το αργό ν’ ακούσω βήμα Σου
μεσ’ στη γαλήνια τούτη εσπέρα!

Έλα, Χριστέ μου, με το ηλιόγερμα
π’ ολούθε χρώμα ειρήνης σπέρνει
δος μου γαλήνη και σταμάτησε
την καταιγίδα που με δέρνει.

Δος μου γαλήνη! Πλάσε μέσα μου
νέον άνθρωπο, καινούργια κτίση.
Το διχασμό του εγώ μου φθάνοντας
η χάρη Σου ας τον καταργήση.

Κι ειρηνευμένη και χαρούμενη
και προσκυνήτρα Σου η ψυχή μου,
νύχτα και μέρα μπρος στο θρόνο Σου
μύρο θα καίη την προσευχή μου.

Λόγο και πράξη ομορφοπλέκοντας,
χορδές θα πλάσω και ψαλτήρια,
και ευλαβικά το γόνυ κλίνοντας
θα τραγουδώ τα νικητήρια.

Ύμνο ζωής, τραγούδι ολόχαρο,
ψαλμό ευφροσύνης θα τονίσω.
Ξύπνα καρδιά μου, τα μεσάνυχτα,
γλυκά να μου κρατήσης ίσο!

Ξύπνησε πριν απ’ το ξημέρωμα,
καρδιά μου παρηγορημένη!
Μεσ’ στης αυγής το δροσοβόλημα
ο Λατρευτός σου σε προσμένει.

Προσμένει από τη νύχτα ξάγρυπνος
μέσα στης άνοιξης τα μύρα.
Ψάλε τον ύμνο το λυτρωτικό
με την εφτάχορδή σου λύρα.

Ψάλε τον ύμνο της αγάπης σου
και το ψαλμό της λευτεριάς σου.
Διαλάλησέ την ως τα πέρατα
την αξεπέραστη χαρά σου.

Ψάλε γλυκά για το Νυμφίο σου,
ψυχή μου νυχτοπαρωρίτρα.
Για το Νυμφίο που σε λευτέρωσε
το αίμα Του δίνοντας για λύτρα!

Γεωργίου Βερίτη

«Άπαντα»