Έχεις Μήνυμα… (13 Ιανουαρίου 2017)

Εξομολόγηση ενός εξομολόγου

Νοιώθει το σώμα του κατάκοπο και την ψυχή πολύ φορτισμένη. Συμπλήρωσε οκτώ ώρες σ΄αυτή την καρέκλα, ίσα που έφαγε και ξαπόστασε λίγο το μεσημέρι. Τελειώνει η Μεγάλη Τεσσαρακοστή κι ο κόσμος όλο και πιο πολύ πυκνώνει στην εξομολόγηση. Μαζί μ΄ όσους σταθερά και τακτικά προσέρχονται, τώρα έχουν προστεθεί και οι …εποχιακοί, όσοι μια-δυό φορές τον χρόνο νοιώθουν την ανάγκη να μιλήσουν για όλα, να ξετινάξουν από πάνω τους τον κάματο της ψυχής, μαζί κι οι έκτακτοι, όσοι δηλαδή ψάχνουν λύση κατεπείγουσα σε κάποιο πρόβλημα και συστημένοι αναζητούν από γνωστούς και φίλους κάποιον ιερέα εμπιστοσύνης.

Πασχίζει να βρίσκεται σε εγρήγορση κι ο νους σε μια διαρκή απόπειρα προσευχής. Δεν γίνεται διαφορετικά μ΄όλο αυτόν τον πόνο και τα λογής-λογής παθήματα που ακούει καθημερινά. Από καρκίνο σε χωρισμό κι από υπαρξιακά σε κατάθλιψη, από θεολογικά μπερδέματα σε πλάνες, κι από οικογενειακά και κληρονομικά ζητήματα μέχρι εμπάθειες και ταραχές, τα πρόσωπα εναλλάσσονται μπροστά του, κουβαλώντας ο καθένας το δικό του άγος. Προβλήματα μέγιστα που παλεύονται και άλλα, μικρά, που για τον άλλον μοιάζουν βουνό. Πρόσωπα που έχουν ανάγκη να μιλήσουν. Οι λέξεις χείμαρρος και κάθε ψυχή με το δικό της τέμπο, άλλος να μιλά ακατάπαυστα, άλλον να βγάζει κόμπο-κόμπο τα βάσανά του, άλλον να κλαίει κι άλλον να γελά νευρικά καθώς τα εξιστορεί.

Ακούει τα παθήματα των ανθρώπων και πασχίζει να έχει ενσυναίσθηση. Να μπαίνει στην θέση του άλλου, να τον κατανοεί μέσα στον πόνο του, ακόμα κι αν ο ίδιος δεν έχει ζήσει κάτι ανάλογο, να μην κρίνει αλλά να προσπαθεί να νοιώσει εκείνο που θα ήθελε ο Χριστός για κάθε πεσμένο ή θλιμμένο, για κάθε αμαρτωλό ή άστοχο. Εξ άλλου «ο αναμάρτητος πρώτος βαλέτω τον λίθον» κι από τότε που κατάλαβε καλά πως αμαρτία είναι η απόσταση κι η δυσκολία στην σχέση με τον Θεό και τον συνάνθρωπο, κατανόησε κι εκείνος πόσο δρόμο έχει στην πορεία προς το καθ΄ομοίωσιν.

Συχνά πυκνά θυμόταν τα λόγια του αγαπημένου του Αγίου του Γρηγορίου του Θεολόγου, «να καθαρίσεις πρώτα τον εαυτό σου για να μπορέσεις να καθαρίσεις και τους άλλους΄ να γίνεις σοφός για να κάνεις και τους άλλους σοφούς΄ να γίνεις φως για να φωτίσεις όλους΄ να φτάσεις κοντά στον θεό για να οδηγήσεις και άλλους΄ να αγιασθείς για να αγιάσεις…«. Όλη η βιοτή μια προσπάθεια να προχωρήσει μπροστά στην οδό του Χριστού, να μετανοεί, να υπερβαίνει τον τρόπο της πεπτωκυίας του φύσης, να μάθει να αγαπά, να συγχωρεί, να ειρηνεύει, να αγαθοποιείται, να καταλαβαίνει, να περιχωρεί τους άλλους. […]

Ο άνθρωπος δεν αλλάζει εύκολα, το έβλεπε και στον εαυτό του και στους παλιούς γνώριμους που ξεκίνησαν αντάμα στην πνευματική ζωή. Πάλευε να κατανοεί τον πλησίον μέσα στην αστοχία του, να λέει λόγο παραμυθητικό στον καθένα και μέσα σ΄αυτόν να εμπεριέχεται κι ο έλεγχος για τις όποιες αστοχίες. Είχα πάντα στο μυαλό του τον λόγο του αββά Ισαάκ του Σύρου, για το πως πρέπει να είναι ο πραγματικός πιστός: «Καρδιά που καίγεται για ολάκερη την κτίση, για τους ανθρώπους και τα όρνεα και τα ζώα και τους δαίμονες, και για όλα τα κτίσματα, και όταν τα θυμάται αυτά και τα βλέπει, να τρέχουν τα μάτια του δάκρυα». Αυτό είναι το πνεύμα του Χριστού, που εμπεριέχεται στο «Αγάπα τον πλησίον σου ως σεαυτόν». […]

Όσο ακούει τα λόγια του παλικαριού, μια άφατη συγκίνηση περονιάζει το σώμα του κι η μνήμη του τον αποσπά για λιγο από την εξομολόγηση. Έτσι κι αυτός κάποτε, πριν από χρόνια, δάκρυζε μπροστά στον πνευματικό του, έτρεχε να καταθέσει τις σκέψεις και τις αγωνίες του, ένοιωθε πότε αναπαυμένος και πότε μπερδεμένος κάθε φορά που έβγαινε από εκείνο το ευλογημένο καμαράκι. Πολλές φορές τον έπιανε θλίψη με την στασιμότητά του κι ένοιωθε πως δεν πάει ούτε δρασκελιά μπροστά, μα χρόνο με τον χρόνο, πειρασμό τον πειρασμό, δάκρυ το δάκρυ, λάθος το λάθος προχωράς μπροστά κι ύστερα έρχεται μια ώρα που κοιτάς πίσω και λες: «Δόξα τω Θεώ, δεν είμαι πια ίδιος, έχω αλλάξει, με την βοήθειά Του γίνομαι καινούργιος κι ας πέρασα συμπληγάδες και ζόρια, όλα για κάποιον λόγο έγιναν, για να κουραστώ από τον εαυτό μου και να ζητήσω από τα βάθη της ύπαρξής μου να πάω μπροστά». […]

Μοναδική ελπίδα, να καταλάβουμε ποιοί πραγματικά είμαστε, ποιά είναι η αστοχία μας, να προτάξουμε την ελπίδα και την επιθυμία μας να ζήσουμε επιτέλους, να προσέλθουμε στο δείπνο της Βασιλείας. […]

«Δώσε αίμα, για να λάβεις πνεύμα«, θυμήθηκε τα λόγια του αββά Λογγίνου, από το Γεροντικό. Για να ελευθερωθείς από τα δεσμά της εγωκεντρικότητάς σου, θέλει αγώνα, θέλει ισχυρή προαίρεση. Είμαστε εγκλωβισμένοι στην συνήθεια της αμαρτίας μας, στα τραύματά μας, στα συμπλέγματά μας, στο βόλεμά μας, στις άμυνές μας, στις νευρώσεις μας, τις ανασφάλειές μας, δεν γνωρίζουμε τον εαυτό μας κι έτσι δεν ξέρουμε σε τι πρέπει να μετά-νοήσουμε, τι πρέπει να αφήσουμε πίσω, από τον παλιό μας εαυτό. Πρέπει να αγωνιστούμε να έλθουμε «εις εαυτόν», να τολμήσουμε να γνωρίσουμε σε βάθος ό,τι κρύβεται μέσα μας, να αποκαλυφθεί το «ειδεχθές προσωπείον», δηλαδή η άσχημη μάσκα που φοράμε στο πρόσωπό μας, που είναι αποτέλεσμα της πεπτωκυίας μας φύσης. […]

Αναλογίστηκε την ζωή του ως εξομολόγου. Μεγάλο το βάρος, μεγάλη η ευθύνη που κουβαλά στους ώμους του, δύσκολη η αρχή, πως να διδαχτείς; Μαθαίνεις πάνω στα λάθη σου, προσπαθείς να είναι όσο πιο ανώδυνα γίνεται, φέρνεις στον νου σου τον πνευματικό σου αναρωτιέσαι τι θα έκανε εκείνος σε αυτή την περίπτωση. Οι άνθρωποι περιμένουν από σένα λύσεις, ζητούν πατρότητα, γυρεύουν να τους αναλάβεις τις ευθύνες τους΄ μα δεν πάει έτσι. Είναι έτοιμοι να σου αποδώσουν ευθύνες γα τις δικές τους αποτυχίες, να σε κατηγορήσουν επειδή χώρισαν ή απέτυχαν επαγγελματικά, ακόμα και επειδή δεν πρόκοψαν στη πίστη! Προβάλλουν πάνω σου τις εικόνες άλλων ιερέων, είτε πολύ καλών και ζητούν να είσαι ίδιος, είτε αρνητικών παραδειγμάτων και σε τσουβαλιάζουν μαζί τους. Είναι και που στην εποχή μας δυσκόλεψαν οι άνθρωποι, άλλαξαν οι ανάγκες, οι ψυχοσυνθέσεις έγιναν περίπλοκες. Κάποτε ήταν ταπεινοί, αγράμματοι, ζητούσαν την αυθενία που θα τους έλυνε τις υποθέσεις και θα τους έλεγε τον νόμο. Τώρα ζητούν να μιλήσουν ώρα πολλή, είναι μορφωμένοι, σε αμφισβητούν εύκολα, έχουν πολλές επιλογές.

Τα καντήλια στον Ναό τρεμόπαιζαν φωτίζοντας τα πρόσωπα των Αγίων. Στάθηκε στην άκρη του τέμπλου και κάθισε στα σκαλάκια. «Ειρήνη! Αυτό λείπει από τους ανθρώπους σήμερα», σκέφτηκε’  «Ζουν στην ταραχή, το άγχος και τις μέριμνες». Συχνά τον ρωτούν πως μπορεί και αντέχει να ακούει κάθε μέρα τόσο πόνο, για τόσα πολλά χρόνια, ενώ οι ίδιοι έναν άνθρωπο να ακούσουν με προβλήματα, γίνονται «χάλια». Χαμογελά πάντα και τους λέει το «μυστικό». Είναι που πεινά και διψά και επιθυμεί κάθε μέρα να μετανοεί. Είναι που ακούει προσευχόμενος. Είναι που προσπαθεί να μπαίνει στην θέση του άλλου και να συν-χωρεί. Είναι που καθώς ακούει τους άλλους, σκέφτεται πως θα μπορούσε να είχε κάνει τα ίδια κάτω από άλλες συνθήκες. Είναι που ακούγοντας τους άλλους μαθαίνει καθημερινά να βγαίνει από το εγώ του, να συναντά τον άλλον και να βιώνει, όσο μπορεί, τον χρυσό κανόνα της πίστης που αναφέρει ο Απόστολος Παύλος: «Χαίρε μετά χαιρόντων και κλαίε μετά κλαιόντων«. Είναι που καθώς αφουγκράζεται τα βάσανα των άλλων, διαπιστώνει και την δική του αστοχία, καταλαβαίνει τις ελλείψεις του, λυπάται για τα πισωγυρίσματά του, βρίσκει έναν λόγο παραπάνω να ζητά την Χάρη του Θεού, για να μην μένει έξω από τον νυμφώνα Του. Είναι και που μέσα από όλα αυτά σπουδάζει την ανθρώπινη φύση που είναι κοινή σε ολους μας, συνειδητοποιεί την έννοια της αμαρτίας που είναι κι αυτή κοινή και παρακαλεί τον Θεό να τον στηρίζει. Είναι που ακούγοντας όλα αυτά τα προβλήματα ευχαριστεί κάθε μέρα τον Θεό για την ζωή του. Ό,τι καλό στην ζωή του Εκείνος του το δώρισε, αυτός έβαλε μόνο την προαίρεση. Δωρεάν είχε λάβει τα πάντα, δωρεάν τα προσφέρει καθισμένος ώρες κάθε εβδομάδα σε τούτη την καρέκλα.

Αυτά συλλογιζόταν την ώρα που αποχαιρετούσε τον καλοκάγαθο νεωκόρο και βάδιζε μέσα στο σκοτάδι της ανοιξιάτικης νύχτας. Σήκωσε τα μάτια και αντίκρισε το μισόγιομο φεγγάρι που στόλιζε τον αθηναϊκό ουρανό, ενώ την ίδια στιγμή τον συνεπήρε η ευωδία από ένα αγιόκλημα, ανακατεμένη με την λεπτή αύρα λουλουδιών που ανέδυε ο φροντισμένος κήπος μιας μονοκατοικίας. Άλλη μια μέρα από την ζωή του που είχε ακόμα λόγο να δοξολογεί, όχι μόνο για την πίστη του, την ζωή του κι όσους ανθρώπους τον αγαπούσαν αλλά και γιατί αισθάνονταν λιγάκι χρήσιμος σε τούτη την δύσκολη εποχή ενός κόσμου που πλάστηκε παραδείσια για να είναι οι κάτοικοί του μακάριοι, μα που εκείνοι προτιμούσαν να ζουν στο σκοτάδι μάλλον παρά στο Φως.

Π. Χριστόδουλου Μπίθα

«Πέρα από την χώρα της λύπης»