Έχεις Μήνυμα… (11 Ιανουαρίου 2017)

Καθ’ όσον εφικτόν

[…] Δεν έχουμε όλοι μας την ίδια χωρητικότητα. Άλλο να είμαι 15 ετών έφηβος και να αρχίζω την λειτουργία αυτή, και διαφορετικό να είμαι 40. Δεν είναι το ίδιο όταν με αγνή και νεανική καρδιά πάω στο μοναστήρι και αρχίσω την νήψι, ή όταν πάω μετά από είκοσι χρόνια και πω, πέρασαν τώρα τα χρόνια μου, ας αρχίσω κι εγώ επιτέλους την νήψι. Έχω κουρασθεί από τη ζωή, έχω αποκτήσει άλλα βιώματα, έχασα τον καιρό΄ και όταν χάνουμε τον καιρό χάνουμε και τους καρπούς. Δεν είναι μικρή υπόθεσις αυτό. Επίσης παίζει ρόλο το πως ζήσαμε, το πως σκεφτόμαστε, το τι νοιώθουμε για τη ζωή, για το Θεό, για τον εαυτόν μας, πόση ταπείνωση έχουμε. Όλα αυτά δημιουργούν την δική μας δυνατότητα, την δική μας χωρητικότητα.

Γι’ αυτό δεν δίνει σε όλους ο Θεός την αυτή ποσότητα, ούτε την αυτή ποιότητα δωρεών. Το Πνεύμα το Άγιον κινείται με φιλανθρωπία προς τον άνθρωπο και αποβλέπει σε μένα, στο τι μπορώ εγώ να δουλέψω μέσα μου. Όπως ένας Γέροντας εκφράζει την υπέρτατη αγάπη του, όταν προσπαθεί να βρει ποιο διακόνημα κάνει πιο εύκολη την ζωή των υποτακτικών του, ποιο τους βοηθάει να μην έχουν λογισμούς, πειρασμούς, περισπασμούς, για να μπορούν να ασχολούνται με τον Χριστόν, το ίδιο κάνει και το Άγιο Πνεύμα. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη αγάπη από αυτήν. Διότι η προσευχή εξαρτάται από μένα, και βρύει μετά τα ιάματα ο Θεός. Η αγρυπνία τελείται από την Εκκλησία και εξαρτάται από την δική μου προσοχή. Ό,τι εξαρτάται από τον Γέροντα, είναι το διακόνημα που θα μου δώσει΄ γι’ αυτό μπορεί να δώσει απολογία στον Θεό. Αναπαύει εμένα πρακτική, κοινωνική ή απομονωτική εργασία; Θα μου δώσει αυτή που είναι το συμφέρον της ψυχής μου.

Έτσι κάνει και ο Θεός. Χαρίζεται καθ’ όσον εφικτόν, καθ’ όσον μπορούμε, καθ’ όσον χωρούμε, στην ουσία καθ’ όσον Του ανοίγουμε εμείς χώρο, και καθ’ όσον ο ίδιος γνωρίζει και καταλαβαίνει. Δηλαδή, χαρίζεται ανάλογα με το δικό μας συμφέρον, διότι κατά κανόνα ισχύει το ότι δεν γνωρίζουμε τι ζητάμε από τον Θεό, γι’ αυτό και δεν λαμβάνουμε. Αν ζητούσαμε τα εφικτά, αυτά που μπορούμε να φθάσουμε εμείς, τότε ο Θεός θα μας τα έδινε αμέσως ή αργότερα.

Σε αυτό δεν μας εμποδίζει καθόλου ο χαρακτήρας μας, διότι δεν τον πλάσαμε εμείς. Εμείς ίσως να δουλέψαμε πάνω του και να τον αλλοιώσαμε, να τον αχρειώσαμε, ή πιθανόν να τον ενισχύσαμε. Η λέξις χαρακτήρας σημαίνει σφραγίδα, χάραγμα από το ρήμα χαράσσω. Ο χαρακτήρας μας είναι ένα σφράγισμα, ένα δούλεμα, ένα κατασκεύασμα του Θεού. Με τον χαρακτήρα που έχει ο καθένας μας, μπορεί να φθάσει στον ουρανό.

Εμείς όμως προβάλλουμε ως δικαιολογία τον χαρακτήρα μας για να διαβάλλουμε τον Θεόν, την Εκκλησία, το Σχήμα που φοράμε, για να καταργούμε την δόξα του Χριστού και να δίνουμε την χειρίστη εικόνα στους άλλους. Συχνά λέμε: Ο χαρακτήρας μου αυτός είναι, δεν με διευκολύνει, ούτε μπορώ να τον αλλάξω. Τι να κάνω; Έτσι όμως ενοχοποιούμε τον Θεό΄ μπορεί μάλιστα να φθάσουμε και στο σημείο να πούμε ότι δεν υπάρχει Θεός για μένα. Αλλά στην πραγματικότητα ο Θεός μου έδωσε το μόνο σφράγισμα που είναι για μένα ό,τι ακριβώς χρειάζεται η ψυχή μου για να φθάσει στα ουράνια μυστήρια, για τα οποία με έχει καλέσει.

«Καθ’ όσον εφικτόν». Σημασία για την χώρηση της γνώσεως του Θεού έχουν ακόμη κι οι περιστάσεις: το διακόνημα, ο τόπος, το πως προσεύχομαι. Αλλοιώς μου καθίσταται εφικτός ο Θεός όταν λέγω την ευχή καθιστός σε σκαμνάκι, αλλοιώς όρθιος, αλλοιώς όταν βγω στην φύση και πω ρομαντικώς το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με, τον αμαρτωλόν». Η φράσις λοιπόν “καθ’ όσον εφικτόν”, σημαίνει το πως δουλεύουμε εμείς, τι δίνουμε εμείς στον Θεόν, πως στεκόμαστε εμείς ενώπιόν Του. Βεβαίως πολλές από τις περιστάσεις είναι αντικειμενικές, χωρίς να μπορούμε εμείς να τις μεταβάλλουμε. Εν πολλοίς όμως μπορούν να ορίζονται και από εμάς, διότι εμείς δημιουργούμε τις προϋποθέσεις για τις συνθήκες της ζωής μας.

Ας αναφέρουμε ένα παράδειγμα εκ της θέσεως του Γέροντος για να καταλάβουμε την συμπεριφορά του Θεού. Σου αναθέτω κάποιο διακόνημα, και συ έχεις διαρκώς παράπονα εναντίον του Επιτρόπου. Του χρόνου επιβάλλεται να σε βγάλω από αυτό το διακόνημα, διότι διακονώ, σημαίνει υπηρετώ τον Θεόν. Επειδή δε ο Θεός είναι αόρατος, υπηρετώ τον ορατό άνθρωπο, την εικόνα του Θεού. Αλλά τις εικόνες και τα άγια λείψανα τα προσκυνάμε. Ο Γέροντας, ο Επίτροπος, ο Προϊστάμενος είναι εικόνες Θεού. Εάν εγώ φιλονικώ με τον Επίτροπο, είναι σαν να φιλονικώ με τον Θεό, διότι ο αόρατος Θεός εμψυχώνει το παν. Ο Γέροντας ή ο Επίτροπος είναι απλώς η ορωμένη σάρκα. Όπως καίγονται οι εικόνες, έτσι μπορεί και ο Γέροντας ή ο Επίτροπος να καεί, ο Θεός όμως δεν χάνεται΄ η δε τέφρα της εικόνος ή των τιμίων λειψάνων είναι αγιασμένη. Το ίδιο και ο πεπτωκώς Γέροντας ή ο πεπτωκώς Επίτροπος, ο άχρηστος, ο βλαξ, ο ηλίθιος, ο πεισματάρης, ο κακός, ο διεστραμμένος, είναι τέφρα που την αγίασε ο Θεός.

Τον επόμενο χρόνο σε βάζω σ’ ένα άλλο διακόνημα. Μου λες τότε εσύ, αυτό είναι δύσκολο, δεν μπορώ και κάνεις φασαρία. Γιατί ενεργείς έτσι; Αφού εσύ όδευσες προς το δεύτερο διακόνημα, μη ενεργώντας τα θεία. Εγώ σου το άλλαξα, για να δω μήπως το νέο σε αναπαύσει. Έτσι κάνει και ο Θεός. Δοκιμάζει τι να μας δώσει, πως να μας μιλήσει, από που να μας πιάσει, για να μας αναπαύσει. Να ξέραμε τι αγώνα κάνει ο Θεός για χάρη μας! Ανά πάσα στιγμή προσπαθεί να βρει το καλύτερο, που θα μπορεί να μας αναπαύσει.

Τις συνθήκες λοιπόν και τις περιστάσεις της ζωής μας τις καθορίζουμε εμείς, τις αντιμετωπίζουμε όμως σαν να μην προέρχονται από εμάς. Την ησυχία μας, την γαλήνη μας, την χαρά μας, την στενοχώρια μας, την άνεσή μας, την θλίψη μας, τα πάντα εμείς τα δημιουργούμε εντός μας, ανάλογα με τον τρόπο που φερόμεθα προς τον Θεόν. […]

Αρχιμανδρίτου Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου

«Λόγος περί νήψεως – Ερμηνεία στον Άγιο Ησύχιο»