Έχεις Μήνυμα… (26 Δεκεμβρίου 2016)

Ακούμπησε το φορτίο με τα ξύλα στον ογκόλιθο που εξείχε στην άκρη του δρόμου. Ο ανήφορος της έκοψε τα πόδια. Κοντοστάθηκε να πάρει ανάσα, σκούπισε με την ποδιά το ξαναμμένο της πρόσωπο. Αμνοεριφάκια παιχνιδιάρικα, λιγοστά, μετρημένα στα δάχτυλα της μιάς χειρός – το μικρό της ποίμνιο – την προσπέρασαν ανυπόμονα κι έτρεξαν βιαστικά για το στέκι τους. Ο ήλιος, ξεφεύγοντας για μια μονάχα στιγμή απ’ τα πυκνά σύννεφα, έστειλε το τελευταίο χάδι του στη γη και βούτηξε προς τη δύση χλωμός.

Ένα κλάμα διέκοψε τη σιγαλιά της βραδιάς. Η λιγνή σιλουέτα της έγειρε προς το φορτίο. Ανασήκωσε απ’ τον σωρό, τυλιγμένο προσεκτικά στα σπάργανά του, το μωρό της. Την είχε τυραννήσει σήμερα. Ανήμπορο ήταν; Πεινούσε; Τρόμαξε από κάτι; Δεν ήταν σίγουρη. Το κούνησε απαλά, το ’σφιξε στην αγκαλιά της, πάλεψε να το ησυχάσει. Το ’βαλε για λίγο στον μαστό της να το ξεγελάσει.

Ήταν το μόνο που της απόμενε στη ζωή. Ο πόνος την είχε τιμήσει με την παρουσία του πολλές φορές. Τρεις γόνοι της είχαν χαθεί χωρίς να δούν του ήλιου το φως. Σ’ αυτό το τέταρτο μονάχα, φαίνεται, τη θυμήθηκε ο Θεός και το παιδί γεννήθηκε καλά. Το φτωχικό τους έλαμψε. Ήταν ο γιός της, ο μονογενής, ο ήλιος που ’κανε μέρα φωτεινή τη νύχτα της ζωής της.

Μα το μικρό καλύβι τους που είχε γίνει παλατάκι, δεν άργησε πολύ να ξανασκοτεινιάσει. Πάνε τρεις μήνες τώρα που ο σύντροφός της ο αγαπημένος έσβησε. Το πολύτιμο στήριγμά της χάθηκε. Η χαρά της έφυγε ξανά. Έρημο δεντρί στον άνεμο, πολεμάει μόνη της πιά. Σφίχτηκε πάνω στον μικρό της γιό. Όλο της το είναι μαζεύτηκε στο αδύναμο εκείνο πλασματάκι, το τόσο εύθραυστο, μα και τόσο πολύτιμο. Ήταν το μόνο φως που έφεγγε ακόμα στην ψυχή της…

Ακούμπησε το βρέφος μαλακά πάνω στα ξύλα και ξαναπήρε το φορτίο της στην πλάτη. Έφτασε με βήματα αργά στο φτωχικό της, ένα καλύβι έρημο, σε απόσταση απ’ το υπόλοιπο χωριό, μοναχικό κι αυτό σαν την κυρά του. Ταχτοποίησε τα λίγα ζωντανά στο στάβλο τους κι έκατσε κάποτε κι αυτή, να βολευτεί, να συγυρίσει το μικρό νοικοκυριό, να ξανασάνει.

…Η κρύα νύχτα απλώθηκε για τα καλά, όταν με τα πολλά κατάφερε να βάλει το μωρό να κοιμηθεί κι έγειρε δίπλα του κατάκοπη κι αυτή. Δεν θα ’χαν κλείσει για καλά τα μάτια της, όταν της φάνηκε πως κάποιος χτύπησε την πόρτα. Έστησε αυτί με προσοχή, ενώ η καρδιά της σκίρτησε από φόβο. Και να, που κάποιος ξαναχτύπησε σιγανά, διακριτικά. Φαινόταν πως, όποιος κι αν ήταν, δεν ήθελε να τους τρομάξει. Μα τι συνέβαινε; Ποιος χτύπαγε νυχτιάτικα; Ανήσυχο το βλέμμα της αναζήτησε το μωρό της. Ευτυχώς κοιμόταν ήσυχα.

Σηκώθηκε περπατώντας στα νύχια και πήγε ως την πόρτα.

– Ποιος είναι; φώναξε σιγανά.

– Άνοιξε, για την αγάπη του Θεού! μίλησε μια γλυκειά γυναικεία φωνή. Έχω μικρό παιδί, χρειάζομαι φωτιά να το ζεστάνω.

Άνοιξε παραξενεμένη.

Μια νεαρή μητέρα, σχεδόν δεκαπεντάχρονο κορίτσι, στεκόταν στην πόρτα της. Ένα βρέφος με μάτια κλειστά έγερνε ήσυχα το κεφαλάκι του πάνω στο στήθος της. Στο πλευρό της παράστεκε ένας σεβάσμιος πρεσβύτης.

Η γυναίκα στάθηκε για λίγο αμήχανη, μα σαν αντίκρυσε το βλέμμα της βρεφοκρατούσας, παραμέρισε αμέσως. Τους έβαλε γρήγορα στο φτωχικό της. Έβγαλε ό,τι είχε να τους περιποιηθεί. Έφερε ψωμί να φάνε και ζέστανε γάλα φρεσκοαρμεγμένο από τα ζωντανά της για τη νεαρή μητέρα να τονωθεί. Κατέβασε μάλλινα σκεπάσματα, υφασμένα με το χέρι της στον αργαλειό, τους έστρωσε ζεστά να κοιμηθούν. Λίγο θα ξεκουράζονταν, της είπαν και θα ’φευγαν ξανά μες στη νυχτιά.

– Ο δρόμος μας είναι μακρύς και δύσκολος, είπε η νεαρή μητέρα, καθώς έγερνε το κουρασμένο σώμα της στο στρώμα να ξεκουραστεί.

Ακούμπησε το βρέφος της δίπλα στο άλλο βρέφος, που εδώ και ώρα πια κοιμόταν ήσυχο. Στο άγγιγμα του ξένου βρέφους πάνω του, ανακινήθηκε το κοιμισμένο βρέφος ζωηρά. «Εσκίρτησεν εν αγαλλιάσει». Άνοιξε παρευθύς ολόχαρο τα μάτια του. Τα δυό παιδιά κοιτάχτηκαν με τα καθαρά απονήρευτα μάτια τους, προνόμιο μόνο των παιδιών, και χαμογέλασαν σαν γνώριμα από παλιά. Οι γυναίκες κοιτάχτηκαν με την κατανόηση που μόνο οι μητέρες μπορούν να έχουν και χαμογέλασαν κι αυτές.

…Η νύχτα αγκάλιασε τα πάντα ξανά. Τίποτα δεν ακουγόταν στην παγωμένη σκοτεινιά, περ’ απ’ τ’ απόμακρο, αραιό, πένθιμο κρώξιμο μιάς ξεμοναχιασμένης κουκουβάγιας…

…Μα η βαθειά σιγή έγινε κομμάτια ξαφνικά, όταν μια τρομερή σπαραχτική κραυγή έσκισε ως πέρα την ομίχλη της νύχτας. Κι αμέσως άλλη κραυγή… και άλλη… και άλλη…, ώσπου αμέτρητοι θρήνοι σπαραχτικοί και άγριες προσταχτικές φωνές βύθισαν το μικρό χωριό σε μια θανάσιμα λυπητερή μελωδία.

Στο φτωχικό της χήρας όλοι τινάχτηκαν ορθοί.

– Για μας είναι! είπε αλαφιασμένη η νεαρή μητέρα. Εμάς ψάχνουν. Το παιδί μου θέλουν, να το θανατώσουν! Δεν θα προλάβουμε να τους ξεφύγουμε.

– Στον στάβλο γρήγορα! είπε η γυναίκα αποφασιστικά, χωρίς να ρωτήσει περισσότερα. Δεν θα σας βρούν εκεί. Θα σας κρύψω καλά.

Καθώς φωνές και ποδοβολητά πλησίαζαν γρήγορα προς τη μεριά τους, η νεαρή μητέρα άρπαξε το βρέφος της και έτρεξαν όλοι προς τον στάβλο. Μα πριν ακόμα προλάβουν να μπουν, δυό στρατιώτες έφιπποι με γυμνωμένα τα σπαθιά φάνηκαν να καλπάζουν στο μονοπάτι. Οι καρδιές σφίχτηκαν στην παγερή ανάσα του τρόμου, καθώς οι οπλές αντήχησαν βαριά και πένθιμα στο παγωμένο καλντερίμι. Τα άλογα σηκώθηκαν στα δυό τους πόδια χλιμιντρίζοντας άγρια και τα κρύα τους πέταλα πέταξαν σπίθες στο πλακόστρωτο, καθώς οι αναβάτες τράβηξαν βίαια τα χαλινάρια και πήδηξαν βιαστικά στη γη.

Έκαναν να τρέξουν προς τον στάβλο, όταν από το φτωχικό καλύβι ακούστηκε φωνή παιδιού. Μόνο του στο σκοτάδι της νύχτας, αλαφιασμένο απ’ τη μακάβρια συναυλία των θρήνων, το βρέφος της φτωχειάς τινάχτηκε από τον ύπνο του, ξέσπασε σε άγριο κλάμα χωρίς συγκρατημό. Οι στρατιώτες χωρίστηκαν. Ο ένας μπήκε στο καλύβι της χήρας. Ο άλλος τράβηξε για τον στάβλο.

Έσπρωξε βίαια την ξύλινη πόρτα με το πόδι του κι αμέσως βρέθηκε μπροστά στη νεαρή μητέρα. Κατάλαβε πως ήταν αυτή που αναζητούσε. Δεν είχε προλάβει να κρυφτεί. Καθόταν σ’ ένα δεμάτι άχυρο και τον κοιτούσε ατάραχη. Ο φόβος είχε φύγει εντελώς από το βλέμμα της. Μια υπέρλαμπρη χάρη φώτιζε το πρόσωπό της. Το γέμιζε εκπληκτική ομορφιά. Ένα φως μυστικό ξεχυνόταν από τα γλυκά της μάτια, αντιφέγγιζε στο σκοτάδι της νύχτας. Στην αγκαλιά της αναπαυόταν το βρέφος της, γερμένο πάντα ήσυχα στο στήθος της, σαν να μη συνέβαινε τίποτε.

Ο στρατιώτης στάθηκε συνεπαρμένος απ’ την ομορφιά, τη γλυκύτητα και τη γαλήνη της μικρής κόρης μπροστά του. Ποτέ δεν είχε ξαναδεί παρόμοιο κάλλος. Θυμήθηκε όμως την αποστολή του γρήγορα και πάσχισε ν’ απαγκιστρώσει τον εαυτό του από τη γοητεία του μυστηρίου που τον τύλιγε. Δεν του είχαν αφήσει περιθώρια για τέτοια. Ο τρομερός βασιλιάς τους είχε δώσει αμετάκλητη προσταγή: Να πεθάνει το βρέφος αυτό. Η στιγμή λοιπόν έφτασε. Θα ήταν μεγάλη τιμή του να γίνει αυτός που θα φέρει εις πέρας την εντολή του βασιλιά.

Άπλωσε το χέρι για ν’ αποσπάσει το βρέφος απ’ τη μητέρα του, ενώ ύψωνε το σπαθί του με το άλλο. Μα τη στιγμή εκείνη ακριβώς το βρέφος άνοιξε τα μάτια του, τα έστρεψε ολόισια πάνω του. Ο στρατιώτης ένοιωσε να συνταράζεται ολόκληρος. Ξαφνικός ανεξήγητος τρόμος παρέλυσε τα μέλη του. Το βλέμμα εκείνο φαινόταν να εισορμά μέσα του «εν στύλω πυρός και νεφέλης», σαν να ξεχυνόταν απ’ την καρδιά ενός νέφους γεμάτου φωτιά. Φοβερό και συνάμα μεγαλειώδες μυστήριο ξετυλιγόταν μπροστά του. Άκουσε στα κατάβαθά του, χωρίς να μιλήσει κανένας, μια φωνή σαν βροντή:

– Κοπιάζεις άδικα! Δεν ήρθε ακόμα η ώρα μου. «Ο καιρός ο εμός ούπω πάρεστι».

Στάθηκε αδύνατο να αντέξει το βλέμμα του βρέφους. Τρέμοντας ολόκληρος, ράκος ελεεινό, πανικόβλητος, βγήκε τρικλίζοντας με μεγάλη προσπάθεια για να βρεί τον σύντροφό του. Η φτωχειά γυναίκα έμεινε κατάπληκτη. Ποια ήταν η νεαρή αυτή κόρη και το παράξενο βρέφος που γαλακτοτροφούσε; Τι ανεξήγητα μυστήρια έκρυβε η νύχτα εκείνη; Κατάλαβε πως ένας κόσμος διαφορετικός είχε εισβάλει ξαφνικά στον κόσμο που ήξερε, τον μίζερο, τον ταλαιπωρημένο.

…Έφερε ξανά τη συνοδία από τον στάβλο στο καλύβι της. Μα ευθύς ως έβαλε το πόδι της στο κατώφλι του, ήταν αυτή που τώρα τράνταξε τη νύχτα με την κραυγή της τη σπαραχτική και μόνο που δεν σωριάστηκε λιπόθυμη. Το βρέφος της, ο γιος της ο μονογενής, στο αθώο του αίμα βουτηγμένος, κειτόταν μπρός της άψυχος, νεκρός απ’ το σπαθί του δεύτερου στρατιώτη.

Για μια στιγμή έχασε τον κόσμο της. Η ζωή της άδειασε ξαφνικά. Γιατί να της συμβεί και αυτό; Λίγες συμφορές τη βρήκαν μέχρι τότε; Τι της έμενε πλέον για να κρατηθεί ακόμα στη ζωή αυτή; Και δεν θα μπορούσε το παράξενο εκείνο βρέφος να σώσει και το δικό της παιδί, όπως έσωσε τον εαυτό του απ’ το σπαθί του στρατιώτη; Για χάρη του δεν σφάχτηκαν άλλωστε τόσα παιδιά, μαζί και το δικό της; Γιατί δεν έκαμε κάτι; Έβγαζαν επιτέλους κάποιο νόημα όλα αυτά;

Έσταξε αίμα, σπάραξε, χίλια κομμάτια έγινε η καρδιά της.

– Θε μου, γιατί;… ανέβηκε ο λυγμός, χωρίς οργή, αλλά πνιγμένος στο παράπονο, την απορία και τον πόνο.

Στράφηκε προς το βρέφος με το νεκρό παιδί της αγκαλιά. Τα μάτια της κλαμένα γύρεψαν την απάντηση. Μα ναί! Το βρέφος είχε κιόλας στραμμένο πάνω της το βλέμμα του. Την αγκάλιαζε ολόκληρη, έριχνε φέγγος ιλαρό στη σκοτεινιά της. Ένοιωσε παρευθύς να θέλγεται ανεξήγητα από το βλέμμα εκείνο και την καρδιά της απροσδόκητα να αλαφρώνει. Την ψυχή της να γεμίζει γαλήνη. Το βρέφος έπαιρνε τον πόνο από μέσα της. Τραβούσε τη ματιά της μες στο βλέμμα του. Και μέσα εκεί τα μάτια της αντίκρυσαν ευθύς έναν καινούργιο κόσμο, μυστικό, με τέτοια γοητεία κι ομορφιά, που ως τότε δεν ξανασυνάντησε στη γη. Το βρέφος την καλούσε μυστικά να δεί «τα μη βλεπόμενα», όχι τα πρόσκαιρα, μα τα αιώνια.

Τα πάντα βρίσκονταν εκεί, στο βλέμμα εκείνο μέσα. Ο ουρανός, η θάλασσα, η γη «και πάντα τα εν αυτοίς». Όσα είχαν συμβεί απ’ αρχής, από κτίσεως κόσμου. Όσα την ώρα εκείνη γίνονταν. Όσα ήταν μελλούμενο να ’ρθούν. Και ήταν όλα αληθινά, καινούργια, όμορφα, μια νέα πλάση. Και ζούσαν όλοι εκεί πραγματικά. Ανεξάντλητο πέλαγος η αγάπη αναπηδούσε απ’ το βλέμμα του βρέφους και πλημμύριζε τα πάντα. Έβλεπε εκεί τον άντρα της. Εκεί και τα παιδιά της που είχαν χαθεί αγέννητα. Εκεί και το βρέφος της, που το νεκρό του σώμα έσφιγγε ακόμα πάνω της. Εκεί και όσα βρέφη θερίστηκαν τη νύχτα εκείνη άωρα, για χάρη του βρέφους εκείνου του μοναδικού, που ήταν μπροστά της. Όλα εκεί χαρούμενα, ευτυχισμένα ζωντανά. Μα ήταν και η ίδια εκεί. Παρέα με τους αγαπημένους της, μια αγκαλιά ατέλειωτη μαζί τους.

Τα μάτια της γυναίκας άνοιξαν, έβλεπε πιά τα πράγματα σε βάθος, «την φύσιν των όντων» ατένιζε καθαρά. Τι υπέροχο, να είναι κι αυτή μέσα στο βλέμμα εκείνο! Όσα ήθελε, βρισκόντουσαν όλα μέσα εκεί. Είδε πως το να ζεί κανείς εδώ στη γη ή να πεθαίνει, δεν είχε τη μεγάλη σημασία που νόμιζε. Αλλού ήταν η ουσία, το όντως πρωταρχικό: Ν’ αποτελούν όλοι παντοτινά μέρος του κόσμου εκείνου, αιώνια «εν χειρί Θεού» να ζούν ειρηνικά. Σ’ αυτό το βλέμμα έλαμπε ο κόσμος του Θεού, ασύλληπτα διαφορετικός από την κόλαση του κόσμου των ανθρώπων!

Στο βρέφος αναγνώρισε τον Κύριο και Θεό της. Μπροστά της είδε τη μητέρα του Θεού, την προφητευμένη μοναδική παρθενομήτορα. Την ώρα αυτή γινόταν μέτοχος μεγάλων, ακαταλήπτων μυ-στηρίων. Πόσο μετάνοιωσε που στιγμιαία άφησε ν’ αναταράξουν την καρδιά της τα, έστω, δίκαια παράπονά της! Μικρές, ασήμαντες της φάνηκαν οι βραχυπρόθεσμες εδώ επιδιώξεις της, μπρός στις απίστευτες προοπτικές απέραντης ζωής που ανοίχτηκαν μπροστά της. Αυτό λοιπόν και μόνο άξιζε, ποτέ να μη χαθεί από το βλέμμα αυτού του βρέφους. Μην πάψει να τη βλέπει ο Θεός.

Η αλλαγή μέσα της ήρθε σαρωτική. Έγειρε το κεφάλι ταπεινά. Με συντριβή προσκύνησε «μυστήριον ξένον και παράδοξον».

– Συχώρεσέ με, Κύριε! ψιθύρισε. Πως καταδέχτηκες να δω εγώ, τόσο μικρή, το μεγαλείο σου; Ποτέ δεν ήμουν και δεν θα ’μαι άξια, «ίνα μου υπό την στέγην εισέλθης». Πως μου έγινε τέτοια τιμή, να ’ρθεί ο Κύριός μου και «η μήτηρ του Κυρίου μου προς με»; Και πως ξενίζω τώρα στο καλύβι μου εγώ «τον εκ βρέφους ως ξένον ξενωθέντα εν κόσμω» Θεό;

Γαληνεμένη ως τα κατάβαθά της, αυτοπαραδομένη εντελώς στο θείο θέλημα, σηκώθηκε. Μα τότε, σαν να τέλειωσε μ’ αυτήν, το βρέφος έριξε το βλέμμα του πάνω στα σφαλισμένα βλέφαρα του άψυχου παιδιού της. Εκείνα αμέσως άνοιξαν. Το μικρό σωματάκι του σκίρτησε ζωηρά, σαν να ξυπνούσε από τον ύπνο, ζωντάνεψε. Τα δυό βρέφη, όπως και νωρίτερα, κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και χαμογέλασαν πάλι. Ένα ασύλληπτο κύμα χαράς διαπέρασε την καρδιά της γυναίκας, φούσκωσαν ευγνωμοσύνη τα στήθη της. Τη στιγμή που έπαψε να ζητάει ο,τιδήποτε, της δόθηκαν τα πάντα ξανά.

– Ω, Κύριε!… κατάφερε μονάχα να ψελλίσει και ξανάπεσε στα γόνατα, αγκαλιάζοντας, φιλώντας και βρέχοντας με ποταμούς δακρύων τα πόδια της ταπεινής κόρης, που βάσταζε πάνω της βρέφος τον Ύψιστο.

Ο ποταμός ευλογίας και ζωής που πήγαζε από το βλέμμα του βρέφους, από τον κόσμο του Θεού, συνεπήρε τα πάντα. Πλημμύρισε το μικρό της φτωχικό, παράδεισο το ’κανε, παλάτι ολόφωτο, γαλάζιο ουρανό…

…Η μικρή συνοδία ετοιμάστηκε για αναχώρηση. Η γυναίκα ανάσυρε απ’ το σεντούκι της το μοναδικό πολύτιμο ρούχο που είχε, ακριβό δώρο-ενθύμιο του άντρα της. Ένα αφόρετο μαφόριο. Το έριξε στοργικά στο κεφάλι και τους ώμους της νεαρής μητέρας. Να την προστατεύει απ’ τη νυχτερινή παγωνιά. Το πέρασε μπροστά της σταυρωτά και το ξανάριξε πίσω, αφήνοντάς το να πέσει πλούσιο στο παρθενικό της κορμί. Τυλιγμένη στο βαθύ κόκκινο βασιλικό του χρώμα η κόρη, ολοφώτεινη «έσωθεν, πεποικιλμένη» απ’ έξω με τα χρυσά του κρόσσια, έπεμπε αχτινοβόλα ομορφιά, αληθινά αγαπημένη «θυγάτηρ του Βασιλέως».

Τότε «ησπάσαντο αλλήλας αι μητέρες», φίλησαν η μια την άλλη τρυφερά και χωρίστηκαν. Στην άκρη της αυλής, σαν να μην είχε τίποτε συμβεί, το ταπεινό ονάριο περίμενε ήσυχο. Με τη βοήθεια του γηραιού πρεσβύτη η κόρη ανέβηκε στη ράχη του, πάντα κρατώντας αγκαλιά το βρέφος της, μες στη δική του γη κατατρεγμένο προσφυγόπουλο. Η ιερή συνοδία ξεκίνησε σιωπηλά…

Και όσο ξεμάκραιναν οι τρεις μες στη νυχτιά, τους έβλεπε η καλότυχη φτωχειά σε ουράνιο φως, …που το ’χαν βλογημένη συντροφιά, …έδιωχνε κύκλο το βαθύ σκοτάδι γύρω τους, …τα βήματά τους φώτιζε απαλά… Μα ως να χαθούν απ’ τη ματιά της εντελώς, …ήρθε και φώλιασε το φως μες στην καρδιά της…

Τι νύχτα απόψε, Θε μου, και τούτη!…

Χριστούγεννα 2015

π. Δημητρίου Μπόκου

«Χριστουγεννιάτικες ιστορίες»