Έχεις Μήνυμα… (24 Δεκεμβρίου 2016)

Οι δύο λαμπάδες

Πως απεικονίσω Σε, Θεοτόκε Παρθένε;

Έτσι όπως έγινε. Τίποτε λιγότερο, τίποτε περισσότερο. Τα Χριστούγεννα και οι παγωμένοι χειμώνες πάνε μαζί. Εκείνος που διατάζει τους καιρούς και τους ανέμους έτσι θέλησε να΄ρθει ανάμεσά μας, στην καρδιά του χειμώνα, σαν αναπάντεχη ζεστή ηλιακτίνα, σα γλυκειά ζεστασιά που καρτερούσαμε αιώνες, σαν αγάπη και θαλπωρή που ποτέ δε γνωρίσαμε ως τότε.

Εκείνα τα Χριστούγεννα αποβραδύς όλοι οι άνεμοι έκαμαν σύναξη. Τι βοριάς και νοτιάς, τι μαΐστρος και σιρόκος! Έβαλα όλη τους τη μάνητα στα δυνατά φυσερά τους κι αλώνιζαν την πλάση. Βροντές, αστραπές αυλάκωναν τον ορίζοντα. Και σαν απόστασαν οι άνεμοι, ξέσπασε σφοδρή χιονοθύελλα. Γη κι ουρανός άσπρισαν, έγιναν ένα. Ωστόσο τα τρέμουλα φώτα πίσω απ΄ τα παραθυρόφυλλα πρόδιδαν τη ζωή.

Χριστούγεννα ήταν κι όλοι περίμεναν στην καρδιά του χειμώνα κάποιο ανέλπιστο γύρισμα ζωής, ένα ξεκίνημα χαράς κι ελπίδας, κάτι αυθεντικό κι αθάνατο.

– Αν πάει έτσι θα το χώσει το χωριό ως το πρωΐ, είπε ο πατέρας. Τα μάτια του μιρκού τρεμόπαιξαν κατά τον πατέρα.

– Και πως θα πάμε στην εκκλησία;

– Έχει ο Θεός.

Τα τρεμάμενα φώτα έσβηναν ένα-ένα. Έδιναν τη θέση τους στα όνειρα. Τα μικρά παιδιά ονειρεύονταν αγγέλους, αστέρια και πολύχρωμα παιχνίδια. Πολλοί ταξίδευαν για τη Βηθλεέμ, νύχτα που ήτανε, κι άλλοι για αλλού. Ο καθένας όπου είχε τον θησαυρό του. Γιατί είναι νόμος, όπου είναι ο θησαυρός του καθενός, εκεί να λημεριάζει και η ψυχή του. Το ρολόϊ του χρόνου, ταξίδευε κι αυτό μετρώντας τις ώρες και τα δευτερόλεπτα.

Και ξάφνου, αρμονικός ύμνος Αγγέλων.

«Χριστός γεννάται»!

Ήχος γλυκειάς καμπάνας, νοσταλγία αγάπης.

«Χριστός γεννάται»!

Κι έμπαινε η ψαλμωδία απ΄τους παγωμένους τοίχους και τα κρυστάλλινα τζάμια και ξυπνούσε παντού τη ζωή, όπου την έβρισκε. Και άναβαν ένα-ένα τα φώτα σαν από πυρσό που μεταδίδει τη φλόγα, άνοιγαν τα ματόκλαδα, ζεσταίνονταν οι καρδιές.

Σαν από μαγνήτη τραβηγμένα, πετάχτηκαν όρθια τα τέσσερα παιδιά. Η γλυκόηχη καμπάνα είχε διαλύσει την πρόθεση των μεγάλων να μην τα ξυπνήσουν, Έξω το χιόνι έπεφτε ακόμη. Ο πατέρας άνοιξε την πόρτα να εξετάσει τον καιρό.

– Δύσκολα, είπε.

– Κι ο παπάς πως πήγε; Πετάχτηκε πάλι ο μικρός.

– Με την καρδιά του, είπε η μητέρα.

– Κι εμείς έχουμε καρδιά, φώναξε η μεγάλη, η δωδεκάχρονη.

Σε λίγο ήταν όλοι ντυμένοι στα ζεστά. Έτοιμοι για να ξεκινήσουν. Ο πατέρας μπροστά με το φτυάρι. Πίσω η μητέρα με τον μικρό στην πλάτη. Παραπίσω τα τρία κορίτσια. «Πατήστε όπου πατάω», συμβούλεψε ο πατέρας. Το χιόνι ήταν πολύ και στον κατήφορο ακόμα περισσότερο. Τους έχωνε σχεδόν ως τα γόνατα. Ήταν πράγματι άθλος αυτή η πορεία εκείνη τη νύχτα. Μόνο η λαχτάρα της συνάντησης με το νεογέννητο Χριστό μπορούσε να κινητοποιήσει την καρδιά και τα πόδια.

Λίγοι, πολύ λίγοι τόλμησαν και μπόρεσαν να φθάσουν ως εκεί. Που και που άνοιγε η πόρτα της εκκλησίας κι έμπαιναν ένας-δύο παγωμένοι χιονάνθρωποι.

«Δεύτε ίδωμεν πιστοί που εγεννήθη ο Χριστός», η βραχνή φωνή του ψάλτη σπήλαιο της Βηθλεέμ. Και τους φαινόταν παλάτι η εκκλησία εκείνο το βράδυ, σα στοργική μάνα, όλη θαλπωρή και ζεστασιά! Οι άγιοι ήταν χαμογελαστοί και η Παναγία Μητέρα, καθώς κρατούσε με περισσή στοργή το νεογέννητο Βρέφος, όλο και πλάταινε τη μητρική αγκαλιά της να χωρέσει κι αυτούς κι όλου του κόσμου τα παιδιά.

Κάποια στιγμή άνοιξε πάλι η πόρτα του ναού. Μπήκαν δυό. Ο ένας ήταν ο γιος της χήρας. Έμενε στην πρωτεύουσα. Μα τώρα ήλθε να δει τη μάνα του, να κάμει Χριστούγεννα στο χωριό του. Ήταν ανάπηρος εκ γενετής κι όσο περνούσε ο καριός περπατούσε όλο και πιο δύσκολα.

Ο άλλος, ο επονομαζόμενος «γαμπρός», ήταν ξενομερίτης, γαμπρός στο χωριό. Ήταν στολισμένος και με άλλα επίθετα και έτρωγε πολλά λογοπετροβολήματα, όχι βέβαια και χωρίς αφορμές. Ήταν και οι δύο στο περιθώριο. Ταπεινωμένοι και καταφρονημένοι, ένοιωθαν πως δεν ήταν αποδεκτοί και έφευγαν την παρρησία. Σπάνια έπαιρνες καλημέρα απ΄ το στόμα τους. Πως έσμιξαν εκείνο το βράδυ κι έφτασαν ως εκεί;

Μπήκαν αθόρυβα με το κεφάλι σκυφτό. Οι κινήσεις τους, η όλη τους στάση πρόδιδαν ένα αίσθημα αναξιότητας. Τα μαλλιά τους τα μακριά, τους έκρυβαν το πρόσωπο. Πήραν από μιά μεγάλη λαμπάδα και την άναψαν. Προσκύνησαν την ειδκόνα της Γέννησης κάνοντας βαθεία μετάνοια. Στάθηκαν τελευταίοι, πίσω από μια κολώνα, να μην τους βλέπει κανείς.

Η Χριστουγεννιάτικη θεία Λειτουργία στάλαζε γλυκασμό και ειρήνη στις καρδιές. Το χιόνι και η παγωνία, ο αγώνας και η αγωνία, όλα είχαν σβήσει. Άφηναν τη θέση τους στη θαλπωρή και την αγάπη. Στο φως του Χριστού.

Με την απόλυση ξεμύτισε και ο ήλιος, ιριδίζοντας τις παγωμένες κορυφογραμμές. Τώρα διασταυρώνονταν τα χέρια, πήγαιναν κι έρχονταν οι ευχές

Οι δυό είχαν γίνει άφαντοι. Μόνο οι λαμπάδες τους βαστούσαν ακόμη.

Ο μικρός ξέφυγε την προσοχή των μεγάλων και πλησίασε κατά κει. Άνοιξε τα μεγάλα του μάτια, δυό ζωντανές φωτοφόρες πηγές, ζύγιασε το λιγνό κορμί του στις άκρες των δακτύλων του, τέντωσε το λαιμό του προς τα πάνω, και φρου-φρου, παίζοντας με τα ελαφρά λικνίσματα που έκαναν οι φλόγες στον αέρα, πολεμούσε να τις σβήσει.

– Μη, παιδάκι μου, μη΄ του φώναξε η φιλακόλουθη γερόντισσα που μάζευε εκείνη τη στιγμή τα λιανοκέρια.

– Άφησέ τες, να βλέπει η Παναγία μας το παιδί Της! Ήταν κατασκότεινη η σπηλιά.

Κατάλαβε ο μικρός; Πάντως παραμέρισε. Έτσι οι λαμπάδες, με τη μεγάλη αποστολή, βαστούσαν και θα βαστούσαν για πολύ ακόμη.

– Χρόνια πολλά. Πάντα με αγάπη.

– Καλά δεξίματα.

– Ο καινούργιος χρόνος με υγεία.

Όλο ευχές οι μεγάλοι, ευχές, σαν τα ξερά πλατανόφυλλα, που τα πάει και τα φέρνει ο αγέρας, και παίζουν εκείνα και χαίρονται, χωρίς να ξέρουν σε ποιά λάσπη ή θάλασσα θ΄ακουμπήσουν στο τέλος.

Στα χείλη έπαιζαν οι ευχές και ο λογισμός από μέσα απορούσε. Πόσοι απόψε σε πολιτείες και χωριά σ΄ όλη τη γη βγήκαν να συναντήσουν το Χριστό! Μεγιστάνες και φτωχοί, διάσημοι και άσημοι, δίκαιοι και αμαρτωλοί, όλοι βγήκαν στο κυνήγι της Αγάπης. Άραγε πόσοι συνάντησαν στ΄ αλήθεια τον Χριστό, πόσοι ένοιωσαν κάτι από την ταπεινή Του δόξα; Κι ακόμη πόσοι έκαμαν μια ελάχιστη κίνηση, άφησαν έστω μια μιρκή χαραμάδα να μπει ο Ήλιος ο Νοητός, να λειώσει τους πάγους, και να φέξει παντού τα σκοτάδια;

Ο λογισμός σιωπούσε.

Οι δυό λαμπάδες όμως τρεμόπαιζαν τις μικρές τους φλογίτσες ήταν σαν να μιλούσαν. Έλεγαν πολλά. Κι όποιος είχε σπουδάσει τη γλώσσα τους, κατάλαβε.

Ευαγγελία Κουσκουλή

«Μυρσίνη δοξαστική»