Έχεις Μήνυμα… (25 Οκτωβρίου 2016)

Στον ίσκιο της Προυσσιώτισσας

Το Καλεσμένο, μικρό χωριό, κουρνιασμένο σ΄ ένα βαθύ λαγκάδι, ανάμεσα στα Ευρυτανικά βουνά, αγκομαχούσε προσμένοντας την άνοιξη.

Ο χειμώνας είχε πέσει βαρύς. Το ένα χιόνι έβρισκε το άλλο. Οι στέγες, οι τοίχοι, το χώμα, όλα κάτασπρα, αφανισμένα. Μόνο οι καπνοί απ΄τα τζάκια έδιναν σημάδι της παρουσίας ανθρώπινης ζωής.

Η Ευτυχία, η δεκαεξάχρονη αδελφή και μάνα για τα δυό μικρότερα ορφανά, έβαλε και το τελευταίο κούτσουρο στη φωτιά, ταίριαξε γύρω τα λιανόξυλα να πιάσουν και γυρνώντας κατά το εικονοστάσι σταυροκοπήθηκε ψυθυρίζοντας. «Για αύριο έχει ο Θεός».

– «Ελάτε, παιδιά, ζεσταθείτε», είπε στ΄αδελφάκια της, δέκα και οκτώ χρόνων.

Μαζεύτηκαν εκείνα στο παραγώνι κι άπλωσαν τα κοκκαλιασμένα χεράκια τους κατά τη φωτιά. Σε λίγο σφάλισαν τα ματόκλαδα και παραδόθηκαν στον ύπνο. Τα σκέπασε η Ευτυχία με την κόκκινη φλοκάτη-προικιό της μάνας τους- και χώθηκε και ΄κείνη δίπλα τους για να τα ζεστάνει με το χνώτο της και την καρδιά της. Μα τα δικά της μάτια δεν έκλειναν. Βαρειά την έδερνε συλλογή.

Δε φοβόταν το χιόνι. Όσο και να ήταν, κάποτε θα έλειωνε και το χωριό της θ΄ ανάσαινε πάλι παίζοντας με τον ήλιο και το φως.

Άλλα, κατάμαυρα χιόνα της πλήγωναν την καρδιά. Ήταν οκτώ χρονών, όταν έφυγε ο πατέρας. Τον θυμάται. Ψηλός, ευθυτενής, παλληκάρι. Είχε στα μάτια του τη φλόγα της καρδιάς. Τα τελευταία του λόγια, σαν ήχος καμπάνας θρηνητικής, ηχούν πάντα στ΄ αυτιά της.

– «Θα γυρίσω γρήγορα, Ευτυχούλα μου, να προσέχεις τα μικρότερα».

Μα ο πατέρας δε γύρισε. Άφησε την τελευταία του πνοή στο Βορειοηπειρωτικό μέτωπο. «…Είμαι περήφανος που με χρειάζεται και μένα η Πατρίδα. Να είστε κι εσείς το ίδιο. Φίλησέ μου τα παιδιά», τους έγραφε στο τελευταίο του γράμμα, που το φυλάει σα φυλαχτό στα εικονίσματα.

Η μανούλα της, έτσι αραχνοΰφαντη όπως ήταν, δεν άντεξε. Τη λύγισε ο πόνος και η πείνα στην Κατοχή. Το λίγο ψωμί που της είχε απομείνει το μοίρασε ένα πρωΐ στα παιδιά της, τα σταύρωσε κι έσβησε.

– «Στον ίσκιο της Προυσσιώτισσας σας αφήνω. Να προσέχεις τα μιρκότερα», ο στερνός της λόγος.

Κι έμεινε η Ευτυχία δεκάχρονη ορφανή, με μοναχή κληρονομιά τα δυό της αδέλφια να τα προσέχει και να τ΄αναστήσει.

Δεν ήταν μόνο η φτώχεια κι η ορφάνια που βάραιναν τους λιγνούς κοριτσίστικους ώμους. Της έλαχε να σηκώσει και το βάρος της εποχής της. Μιας εποχής που ο Έλληνας πλανήθηκε από τους επιτήδειους εκμεταλλευτές, που τιτλοφορούνταν σωτήρες του λαού, και πίστεψε στους ανύπαρκτους υλιστικούς παραδείσους που του έταζαν. Βγήκαν τότε όλα τα πάθη απ΄το καβούκι τους. Ο άνθρωπος υπόταξε την ανθρωπιά του στην αδικία, την αρπαγή και το ντουφέκι. Αίμα αδελφικό αυλάκωνε τους κάμπους και τα βουνά. Πάντα στο στόχαστρο οι νέοι και τα παιδιά, το πιο ευάλωτο και εκμεταλλεύσιμο υλικό. Κάποιοι τα μάζευαν, τα έπαιρναν δια της βίας, τάζοντάς τους μέλλον λαμπρό στις χώρες του τότε παραπετάσματος. Η ιστορία επαναλαμβανόταν. Κάπως έτσι τους έταζε και ο Σουλτάνος λαμπρή τύχη στα Γιάννενα και στη Πόλη, όταν έβγαινε για παιδομάζωμα. Ποιά μάνα να τους το δώσει και γιατί;

Τα ήξερε όλα αυτά η Ευτυχία Γι΄ αυτό ήταν πάντα γνοιασμένη. Αυτή η αγωνία, προπάντων, της μάτωνε την καρδιά. Ιδιαίτερα τα βράδια, γιατί είχε καταλάβει πως το κακό αγαπάει το σκοτάδι. Τ΄ αυτιά της, τις νύχτες, πάντα τεντωμένα. Ν΄ ακούσει, να προλάβει τη συμφορά.

Εκείνη τη μέρα, με το χιονιά και την ομίχλη νύχτωσε νωρίτερα. Κάτι μέσα της, σαν ένστικτο μάνας, την ειδοποιούσε.

Και να, σε λίγο σκύλων ουρλιαχτά, ντουφεκιές και βογγητά. Χαλασμός στον πάνω μαχαλά. Αλαφιάστηκε σαν τη λαφίνα, όταν κινδυνεύουν τα μικρά της.

– Παναγία μου, τα παιδιά.

Αμέσως τα ξύπνησε, τα τύλιξε με ό,τι βρήκε και γλίστρησαν μαζί στο σκοτάδι.

Ο δρόμος κλειστός. Ήξερε βέβαια τα μονοπάτια, μα το σκοτάδι και το χιόνι της έσβηναν τα σημάδια. Έγιναν εκείνο το βράδυ οι δύο μεγάλοι της εχθροί. Πρώτη εκείνη, πίσω τα παιδιά, κρατώντας την απ΄το σεγγούνι. Φορές ξεστράτισε, φορές γύρισε πίσω.

– Πατήστε όπου πατάω, είπε και με το χτύπο της καρδιάς της συντονισμένος ο ίδιος πάντα λόγος.

– Παναγία μου, τα παιδιά.

Με πολλή δυσκολία, δρασκελώντας χαντάκια, πηδώντας ρεματιές, παραμερίζοντας ρείκια, χαμόκλαδα και πουρναρομαζιές, έφτασαν στο ψήλωμα. Εκεί το χιόνι ήταν τόσο ψηλό που τ΄ αδέλφια της δεν μπορούσαν πια να προχωρήσουν. Μα η Ευτυχία δε λύγισε, μπρος την ώρα της ύστερης θυσίας. Είχε ακόμα λίγο καιρό.

Μπήκε μπροστά και με το στήθος της άνοιφε το δρόμο. Βήμα με βήμα πάλευε με το χιόνι, να περπατήσουν τα μικρά. Αν ήθελε να σωθεί μονάχη της, θα μπορούσε. Μα η αιώνια κληρονομιά της Ελληνίδας αδελφής που στέκει ορθή στο αδελφικό της χρέος, από την Αντιγόνη ως την Αγία Μακρίνα και τη Λένω Μπότσαρη, βάραινε και τους δικούς της ώμους.

Με κάθε θυσία και με τη ζωή της ακόμη, πάσχιζε και ήθελε να σώσει τη μοναδική κληρονομιά του σπιτού της, τα δυό της αδέλφια. Έπρεπε πριν ξημερώσει να φτάσει στα μέρη που φύλαγε ο Ελληνικός στρατός. Έμεναν πίσω κατακόκκινα τα αχνάρια της στο χιόνι. Τα χέρια της, τα πόδια της, ολόκληρη ήταν μια πληγή. Πονούσε, υπέφερε, μα δεν τη σταματούσε τίποτα. Θαρρείς και δεν τον ένοιωθε τον πόνο. Έπρεπε να κάνει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα μπορούσε. Τα παιδιά δεν άντεχαν άλλο. Θα πέθαιναν, θα πάγωναν μέσα στο χιόνι.

Χάραζε, μόλις πλησίαζαν το πρώτο στρατιωτικό φυλάκιο έξω από το Καρπενήσι. Πετάχτηκαν οι φαντάροι με τα όπλα.

– «Μη, μη βαράτε», ακούστηκε μια ξέψυχη παιδική φωνή.

Ήταν η Ευτυχία, ζωντανή νεκρή, με τα δυό αδελφάκια της που καταμέλανα έτρεμαν ολόκληρα.

– «Τα παιδιά», είπε και έσβησε η φωνή της. Σωριάστηκε νεκρή…

Τα δύο μικρά τα συνέφεραν. Τα πήρε ο Ερυθρός Σταυρός. Η δεκαεξάχρονη Ευτυχία, η γλυκιά αδελφή, είχε κάμει το χρέος της. Καταματωμένη και ξεσκισμένη, κοιμόταν τώρα στο χιόνο. Ντυμένη νύφη, με το άσπρο φόρεμα της χιονισμένης γης και στολισμένη με κόκκινα ροδοπέταλα από το άλικο αίμα της, πέρασε εκείνο το βράδυ στην αιωνιότητα για να ξημερώσει σ΄ έναν άλλο κόσμο, δίχως ορφάνια και πόλεμο, χωρίς χιόνια, όλο αγάπη, ζεστασιά και φως.

Το πρώτο δοξαστικό της το΄ψαλλαν τ΄αγριοπούλια -τα πρώτα που την περιτριγύρισαν με αγάπη και θαυμασμό- και τ΄ αγγελούδια, σαν ήρθαν να παραλάβουν την  αμόλευτη ψυχή της για να την αποθέσουν μπροστά στο θρόνο του Θεού, της τραγουδούσαν σε τόνους χερουβικούς ύπνους για τη μεγάλη θυσία που βγάζει στην αθανασία, και που την ώρα αυτή, μόνο οι ψυχές σαν τη δική της μπορούσαν να χωρέσουν.

Την τύλιξαν με την Ελληνική σημαία.

Τη στεφάνωσαν με δάφνινο στεφάνι.

Κορίτσια δεν είχαν μείνει στο χωριό για να την κλάψουν και τη νεκροστολίσουν. Εκείνη τη νύχτα πήραν δεκαοχτώ κοπέλλες. Αργότερα έστησαν τον ανδριάντα της στο Καλεσμένο. Και από τότε παντού στην Ελληνική γη κι όπου η ψυχή του ανθρώπου στέκει ορθή και αφουγκράζεται το χρέος, οι μανάδες και οι αδελφές στέκουν με δέος μπροστά στην ηρωϊκή ψυχή, τη γλυκιά αδελφή και μάνα, Ευτυχία Καλύβα.

Ευαγγελίας Κουσκουλή

«Μυρσίνη Δοξαστική – Δάλογοι με την Παναγία»