Έχεις Μήνυμα… (14 Οκτωβρίου 2016)

[…] Μας κάνει, λοιπόν, έτσι τάχα ότι έχουμε πολλούς πειρασμούς, θέλουμε να πεθάνουμε, θέλουμε να κάμουμε, να φτιάξουμε, μας πιάνει η ολιγοψυχία… Γι΄αυτό μας διδάσκει εδώ ο Άγιος Νικόδημος ότι πρέπει να΄χομεν υπομονή στους πειρασμούς, ν΄αντέχομε, να λέμε ότι “έχει ο Θεός”, θα περάσουν όλα. Δεν θα μας αφήσει ο Θεός να χαθούμε. Με τον τρόπον αυτόν να μην αφήνουμε την αμέλειαν να μας κυριεύει. Γιατί, όταν ο άνθρωπος πέφτει συνέχεια σε πειρασμούς, τότε εύκολα παραδίδεται στην αμέλεια. Όταν έχουμε πτώσεις πνευματικές, μετά λέμε: “Μα…εγώ τώρα…αφού έκανα τόσες αμαρτίες, τώρα έχω μούτρα να πάω να προσευχηθώ; Να πάω να κάμω τ΄ Απόδειπνο; Να πάω να πω τους Χαιρετισμούς της Παναγίας; Αφού έκαμα τόσα πράγματα τώρα…πριν πέντε λεπτά. Δεν θα κάμω τίποτε! Άντε, πήγαινε ξάπλωσε, κοιμήσου”. Την άλλην ημέρα: “Αφού χτες έκαμα τόσα…ούτε τώρα κάμνω (Προσευχή)”. Ή διάφορα: “Ετσακώθηκα, έγινα άνω-κάτω, έβρισα, έφτιαξα… Ε…να πάω να προσευχηθώ τώρα; Να πάρω και την ευχή από πάνω; Δεν πάω!”. Αυτόν όμως το πράγμα, τι κάμνει; Ενώ φαίνεται ότι είναι κάτι, ας πούμε, ταπεινόν, απλόν και τα λοιπά, πολλαπλασιάζει το κακό. Μάλιστα! Ακριβώς επειδή έπεσες, κι έφαες τα μούτρα σου και τα΄καμες σαλάτα, ακριβώς τώρα χρειάζεται να προσευχηθείς. Τώρα χρειάζεται να σταθείς στα πόδια σου και να ζητήσεις το Έλεος του Θεού. Τώρα που τα έκαμες όλα γυαλιά-καρφιά. Όταν είσαι καλά, δεν έχεις τόσην ανάγκη, ας πούμε.

Λοιπόν, η αμέλεια, είναι ένας μεγάλος, μεγάλος εχθρός του Χριστιανού, του πνευματικού ανθρώπου. Η αμέλεια, που από την μιαν πηγάζει από την απελπισίαν -επειδή επέσαμεν μέσα στα πάθη, δεν θέλουμε να κάμουμε πνευματικήν εργασία- είτε αμέλεια για διάφορους λόγους άλλους: “Έχω δουλειές, είμαι κουρασμένος, είμαι πνιγμένος, δεν αδειάζω, δεν μπορώ να κάμω τίποτε, άστο σήμερα δεν πειράζει μην το κάμεις σήμερα, κάμνεις το αύριο, αύριο δεν το ξανακάμνεις, κάμνεις το μεθαύριο” και πάει η υπόθεση και ποτές σου δεν το κάμνεις βέβαια. Η αμέλεια καταστρέφει τον πνευματικόν άνθρωπο. Και εμείς που μπήκαμε, υποτίθεται, ένα βήμα μέσα στην Εκκλησία, τον πρώτον καιρόν είναι η δωρεάν Χάρις, πάμε στην Εκκλησία, πάμε στη Λειτουργία, πάμε στις Αγρυπνίες, πάμε στις ομιλίες, διαβάζουμε και κανένα βιβλίο, παίρνουμε και καμιάν ευκή που και που. Ύστερα, που φεύγει η Χάρις, με το κούντριμα να πάμε, με το κούντριμα να σταθούμε, “τώρα έχω εκείνο, τώρα έχω τούτον, τώρα έχω τ΄ άλλο” και αμελούμε και η αμέλεια μας υποβιβάζει πλέον, τελείωσε…

Μας δίδει, λέει, Αυτός, ο Αρχιστράτηγος (ο Χριστός) και μιαν μάχαιραν στο χέρι, που κρατούμε. Η μάχαιρα είναι η προσευχή. Η νοερά προσευχή. Η νοερά προσευχή αλλά και η προφορική προσευχή και η προσευχή που γίνεται με μελέτη. Ο Θεός σου δίνει κι ένα μαχαίρι να κόβεις τους πειρασμούς, να κόβεις τους λογισμούς, να χτυπάς κατακέφαλα τον εχθρό. Αυτό το μαχαίρι, αυτή η μάχαιρα, το ξίφος αυτό είναι η προσευχή. Η νοερά προσευχή, η επίκληση του Ονόματος του Χριστού. Η αδιάλειπτος επίκληση του Χριστού. Είτε με δικά σου λόγια να προσεύχεσαι. Δεν μπορείς να προσευχηθείς νοερώς; Πες δικά σου λόγια στον Χριστό! Μίλα στον Χριστό! Με απλότητα, με ταπείνωση. Όχι φιλοσοφίες και φιλολογίες. Απλά λόγια, ταπεινά. Ή με τις προσευχές της Εκκλησίας. Διάβασε προσευχές της Εκκλησίας, Ψαλμούς, Ύμνους, μιαν Ακολουθία, το Απόδειπνον, μιαν Παράκληση, διάβασε προσευχή. Όλα αυτά είναι προσευχή. Όλα είναι μάχαιρα κατά των πειρασμών και κατά του εχθρού μας. […]

– Πάτερ μου, θέλω να ρωτήσω για την αμέλεια. Γιατί λέμε ότι θέλω να κάμνω προσευχή, θέλω να πηγαίνω Εκκλησίαν και λοιπά, αλλά έχουμεν τούτην την αμέλειαν που, την ώραν που υποτίθεται ότι είναι να προσευχηθούμε, (λέμε) πιο ύστερα, πιο ύστερα και στο τέλος, ακόμα κι αν πείσουμε τον εαυτόν μας να προσευχηθεί, το μυαλό πετάει αλλού. Στο τέλος κοροϊδεύουμε και τον Θεόν, κοροϊδεύουμε και τον εαυτόν μας και τώρα είναι χειρώτερα…

– Κοίταξε, έλεγεν κι ο Πάτερ Παΐσιος: “Όσον κουρασμένος και να είσαι, πριν κοιμηθείς, ρίξε και καμιάν ριπή”. Όταν (ήταν) στρατιώτης, έριχνε έτσι και καμιάν ριπήν, τότε στον πόλεμον που ήταν, στην Κατοχήν. Δεν κοροϊδεύουμε τον Θεόν! Καλύτερα να προσευχηθούμε, έστω κι έτσι, με τα χάλια μας τα μαύρα που έχουμε, παρά να πούμε: “Θεέ μου, τώρα τι να σου πω, τι να προσευχηθώ, να σε περιπαίζω; Άντε καληνύχτα”. Έλεγε ένας απλός: “Μα, γιατί να διαβάσω το Απόδειπνο; Δεν το ξέρει ο Θεός; Αφού έχει τόσαν χρόνια που τ΄ ακούει, Του το’ παν τόσοι άνθρωποι… Αφού ξέρει το ο Θεός. Να του το μάθω εγώ τώρα του Θεού, τ΄ Απόδειπνο;” Η αλήθεια είναι ότι, έστω και με τα χάλια μας τα μαύρα, κάτι είναι η προσευχή. Είναι όπως, ας πούμε, ένας άνθρωπος για να μην πεθάνει από την πείνα, δεν έχει χρόνο να φάει, αρπάζει κάτι από το τραπέζιν, το τρώει, περπατάει και πάει και δεν καταλαβαίνει τι τρώει κιόλας. Αλλά, έφαεν κάτι, κάτι να τον κρατήσει, ας πούμε. Ενώ, εάν δεν φάει τίποτε, είναι να πέσει.

Όμως, καλύτερον είναι, γιατί να περιμένεις να πέσουν τα μεσάνυχτα που να πας να κοιμηθείς; Πήγαινε, προσευχήσου και ξαναεπέστρεψε στην δουλειά σου. Ή πες, έχω μιαν εργασίαν -εντάξει, όλοι μας- αλλά έχεις μιαν ώραν…μην περιμένεις να εξαντληθείς από την κούραση για να πας να προσευχηθείς. Ή βάλε ένα πρόγραμμα΄ το πρόγραμμα βοηθά πάρα πολύ να μην μας πιάνει η αμέλεια. Δηλαδή, αύριο είναι Κυριακή, θέλω να πάω Εκκλησία. Ωραία, θες να πας Εκκλησία! Προγραμμάτισε την ζωή σου. Εάν επέσεις να κοιμηθείς ώραν εξήμιση το πρωΐ, είναι να ξυπνήσεις επτά παρά τέταρτο; Δεν θα ξυπνήσεις. Κοιμήσου νωρίτερα. Ξάπλωσε, ετοιμάσου να πάεις στην Εκκλησία. Θέλεις να προσευχηθείς. Κάνε μιαν προεργασία στον εαυτό σου. Δεν μπορείς να φύγεις, ξέρω ΄γω, απ΄τον χορό και να πεις “να πεταχτώ δυό λεπτά να προσευχηθώ και να΄ρθω”. Χρειάζεται μιαν ετοιμασία. […]

Π. Αθανασίου Μητροπολίτου Λεμεσού

«Ο Αόρατος Πόλεμος» (απομαγνητοφωνημένη ομιλία)