Έχεις Μήνυμα… (12 Οκτωβρίου 2016)

Η δόξα με δαγκώνει

Η δόξα με δαγκώνει, κενή, μάταιη
τα δόντια της έμπηξε στην καρδιά μου,
κι όταν ήρθαν τ’ άγρια σκυλιά, το πλήθος τα θηρία,
με βρήκαν να κείτομαι και με κατασπάραξαν.
Η τρυφή κι ο έπαινος τον μυελό και τα νεύρα μου
διέσπασαν, της ψυχής τη δύναμη και προθυμία.

Όσα μου αφαίρεσαν, αλίμονο, πως να τα γράψω όλα;
Αντί γι’ αυτά μού ‘βαλαν νάχω ληστές
την οίηση και τον όκνο, την ηδονή και τη μέριμνα
πως ν’ αρέσω στους άλλους,
στ’ αντίθετα μ’ έσυραν και με διαμέλισαν.
Άλλοι τη σωφροσύνη παινεύοντας, τη νηφαλιότητά μου,
άλλοι τα έργα μου, νεκρό με κατάφεραν,
οίηση, το παράδοξο πράγμα, τη μεγάλη απορία, σε μένα έσπειραν, τον καταβρωμισμένο.

Γιατί πώς, εξήγησε, πώς δεν είναι ν’ απορεί κανείς,
πώς δεν είναι αξιολύπητο τελείως,
τόσα πάθη ξαφνικά μου επιτέθηκαν,
με κατάφεραν νεκρό, απ’ όλες τις αρετές γυμνό,
πάλι έχασα τον εαυτό μου, τον λησμόνησα, απ’ όσα έγιναν
δεν κατάλαβα τίποτα, αλλά έχω οίηση, πως είμαι ο μεγαλύτερος όλων
απαθής, άγιος, σοφός θεολόγος,
δίκαιο είναι κι όλοι οι άνθρωποι να με τιμούν,
αλλά και να μ’ επαινούν, γιατί αξίζω επαίνους
προσκαλώ κάθε άνθρωπο και νομίζω πως τιμή συγκεντρώνω,
όσο έρχονται και μαζεύονται, τόσο καμαρώνω
κι όλο κοιτάζω δεξιά αριστερά, μήπως έγινε κάποιος και λείπει,
δεν ήρθε, δε με θαύμασε,
κι αν τυχόν βρεθεί κανείς να με ξέχασε,
έχω κακία, τον κατηγορώ, τον διασύρω,
να το μάθει κι ο ίδιος, να τον πτοήσει ο ψόγος
και να ‘ρθεί, να προσφωνήσει, να δείξει υποταγή,
ότι κι αυτός ανάγκη έχει την ευχή και τη φιλία μου. …

Μη μ’ αφήσεις, Χριστέ, να πλανιέμαι στο μέσο του κόσμου,
Εσένα μόνο αγαπάω χωρίς ποτέ να Σ’ αγάπησα
και μόνη ελπίδα έχω τις δικές Σου εντολές να φυλάω,
αν κι ολόκληρος στα πάθη βρίσκομαι και δεν Σ’ έχω γνωρίσει καλά.
Γιατί ποιός, αν Σ’ αγάπησε, έχει ανάγκη τη δόξα του κόσμου;
Ποιός, αν Σ’ αγάπησε, θέλει κάτι άλλο από Σένα τον ίδιο;
Θα προσκαλέσει αυτός τους πάντες ή μερικούς θα κολακέψει,
ή θα φροντίσει να γίνει φίλος καθενός;
Όσοι είναι δούλοι Σου πραγματικοί δεν έκαναν τέτοια, ούτε ένας.
Γι’ αυτό έχω θλίψη και λύπη, Θεέ μου,
ότι βλέπω σ’ αυτά δουλωμένο τον εαυτό μου,
και δεν μπορώ να το νοιώσω καλά, ούτε να ταπεινωθώ,
τη δική Σου δόξα τη μόνη αληθινή δεν θέλω.

Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου

«Ύμνοι Θείων Ερώτων»