Έχεις Μήνυμα… (3 Οκτωβρίου 2016)

Δεύτε προς με πάντες οι κοπιόντες και πεφορτισμένοι καγώ αναπαύσω υμάς…

[…] «Ελάτε κοντά μου, όλοι οι κουρασμένοι», όλοι όσοι συμμαχήσατε με το διάβολο εναντίον μου, απολαύστε μαζί μου τα αγαθά μου. Όσοι κουραστήκατε από τους πολέμους εναντίον μου, αναπαυθείτε στα δικά μου δώρα. Να ανταλλάξετε τη διαβολική δουλεία με τη δική μου βασιλεία. Σας κούρασε εκείνος στις αντιπαραθέσεις εναντίον μου, σας όπλισε με παρανομίες ο δυσμενής, σας έντυσε με πανοπλία ασέβειας, σας φόρεσε θώρακα αιματοβαμμένο, έδωσε στα χέρια σας τόξα αδικίας, σας έσπρωξε σε ακόλαστες πράξεις, σας στρατολόγησε στη λατρεία των ειδώλων, σας εξάντλησε με συνεχείς πολέμους και δεν είχατε άνεση όταν με πολεμούσατε. Να, είμαι κοντά σας όταν με φωνάζετε. «Ελάτε κοντά μου, όλοι οι κουρασμένοι».

Είναι αρχαίος αυτός ο νόμος της φιλανθρωπίας, που πάντοτε συνόδευσε τις γενεές των ανθρώπων. Διότι αν απ’ την αρχή δεν εφάρμοζε ο Θεός αυτήν τη φιλανθρωπία, δεν θα συνεχιζόταν η ανθρωπινή φύση που άρχισε με την παρακοή, αλλά θα σταματούσε στον πρώτον άνθρωπο. Έπλασε τον Αδάμ με τα χέρια του. Και το μεν σώμα του διαμόρφωσε από τη γη, την δε αθάνατη ψυχή δημιούργησε από το μηδέν. Του έδωσε βασιλικά χαρακτηριστικά. Του παραχώρησε τον Παράδεισο ως τόπον απολαύσεως. Υπέταξε τις αγέλες των ζώων σ’ αυτόν· τον έκανε δημιουργό ονομάτων σαν να ήταν δικά του, και δημιούργησε τις φύσεις των ζώων που δεν υπήρχαν. Ο δε Αδάμ στα δημιουργήματα έδινε ονόματα. Ο Θεός μεν δημιουργούσε με πρόσταγμα, αυτός δε τα δημιουργηθέντα διακοσμούσε με ονόματα και με τον Δημιουργό μοιραζόταν την μεγαλοδωρία της κτίσεως. Ο Παράδεισος έγινε και νυμφικός θάλαμος. Και η μεν νύμφη δημιουργείτο από την πλευρά του, ο δε Θεός ως δημιουργός του γάμου των δύο πλασμάτων, τους ένωσε κρατώντας τα χέρια τους, και τους πλασθέντας ανέδειξε πατέρες της φύσεώς τους, και ρίζα του ανθρωπίνου φυτού, απ’ την οποίαν βλάστησε όλο το γένος.

Ποιό ήταν λοιπόν το αποτέλεσμα αυτής της ευεργεσίας; Αυτός που ευεργετήθηκε δεν τίμησε τον ευεργέτη με το να μη φάει από ένα φυτό, αλλά ανέχθηκε το διάβολο να μιλά εναντίον του Θεού, και έγινε ακροατής λόγων, διά των οποίων εθεωρείτο ο δημιουργός κακός και τόλμησε με το χέρι να πιάσει τον καρπόν που άνηκε μόνο στον Θεό. Η μεν λοιπόν τόλμη απαιτούσε την εσχάτη τιμωρία. Ο δε Αδάμ ελεγχόμενος από τη συνείδηση διά της φυγής επικύρωσε την καταδίκη και επειδή δεν μπορούσε να αντικρύσει το πρόσωπο του Θεού, απέδρασε και κρυβόταν.

Τί έγινε λοιπόν; Αμέσως αφού παρουσιάσθηκε ο Δεσπότης, φάνηκε φιλανθρωπότερος περισσότερο απ’ ό,τι περίμενε και είπε προς αυτόν πατρικό και όχι καταδικαστικό λόγο. «Αδάμ εσένα ζητώ, το δείγμα της μεγαλοπρέπειας, το έμψυχο άγαλμα της δικής μου αξίας. Γνωρίζω τις πανουργίες του διαβόλου εναντίον σου· γνωρίζω το φθόνο, με τον οποίον αφού κτυπήθηκες έχασες την παρρησία σου σε μένα. Σε παρουσίασε ως άτιμο φυγάδα, εσένα που τιμήθηκες να συνομιλείς με τον Θεό και την εικόνα που τοποθέτησα στο κέντρο της κτίσεως, διά μέσου της παρακοής την έκρυψε. Σε κτύπησε με τα βέλη της απάτης, σε φόρτωσε με την παράβαση. Σε δίδαξε να πολεμάς τον ευεργέτη, σε ανάδειξε αιχμάλωτο της ασέβειας, σε έκανε δούλο της αμαρτίας. Αλλά φανερώσου μόνον, και δέξου τη θεραπεία αυτού που λύπησες. Πάρε το φάρμακο του πταίσματος με τη μετάνοια. Πού είσαι;» […]

«Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι καγώ αναπαύσω υμάς». Δείξτε μόνο με ένα νεύμα τη διάθεσή σας και θα θεραπευθείτε. Δικά σας τα αμαρτήματα, δικά μου τα ιάματα. Δικά σας τα τραύματα, δικά μου τα φάρμακα. Ζητώ μόνον μετάνοια και θεραπεύω την πληγή. Δείξτε μου την αλλαγή της συμπεριφοράς και λάβετε από εμένα που λυπήσατε την απαλλαγή. Ο νόμος του Μωϋσέως σε κάθε πλημμέλημα είναι αυστηρός σαν το κοφτερό ξίφος, και ταυτόχρονα ο φόβος καταδικάζει σε θάνατο. Αμέσως εφαρμόζει τις αποφάσεις· δεν δέχεται ανταλλαγή πταίσματος· αποστρέφεται τα δάκρυα της μετανοίας· τιμωρεί μαζί με το πταίσμα και τον φταίχτη. Εγώ μισώ μεν την αμαρτία, ελεώ δε τον μετανοούντα αμαρτωλό. Και εάν δω να προσφέρει δάκρυα, αφήνω το χρέος. Όσα βλέπω, τα παραβλέπω κοιτάζοντας τη μεταβολή. Διαγράφω το παρόν πταίσμα, διότι ελπίζω στο μελλοντικό κατόρθωμα (τη μετάνοια) και σβήνω τα πρώτα με τα δεύτερα.

«Ίδετε γαρ ότι πράος ειμι και ταπεινός τη καρδία, και ευρήσετε ανάπαυσιν. Ο γαρ ζυγός μου χρηστός και το φορτίον μου ελαφρόν εστι». Ερευνώ τη διάθεση και ζητώ τη γνώμη και μόνο από τον πόθο της ψυχής, εννοώ την αρετή. Γνωρίζω να συγχωρώ τα ακούσια και παραθεωρώ τα εξ αγνοίας πταίσματα. Τη φιλανθρωπία μου αυτή απήλαυσε ο προφήτης Δαβίδ, που έλαβε πείρα πριν απ’ τον καιρό της χάριτος, όταν κάποτε άφησε λίγο τη σκέψη του και κτυπήθηκε από το διάβολο με το τόξο της μοιχείας. Γι’ αυτά ο μεν νόμος όριζε τιμωρία και εναντίον του προφήτη ακόνιζε το ξίφος του. Διότι ο νόμος δεν γνωρίζει να μετρά το πλημμέλημα από τη διάθεση, αλλά κρίνει μόνον το αμάρτημα που έγινε, χωρίς να σέβεται το πλήθος των προηγούμενων κατορθωμάτων, και τιμωρεί την πράξη. […]

Αγίου Βασιλείου Επισκόπου Σελευκείας

Λόγος ΚΘ΄