Έχεις Μήνυμα… (30 Ιουλίου 2016)

[…] Όταν, λοιπόν, η συνείδησή μας παύει να μας ελέγχει για αμαρτίες, ας προσέξουμε μήπως αυτό δεν οφείλεται στην καθαρότητα, αλλά στην κόπωση, στην άμβλυνση και στην πώρωση αυτής της συνειδήσεως, εξαιτίας του πλήθους των αμαρτιών. Όταν προσερχόμαστε στην εξομολόγηση και υποστηρίζουμε πως δεν έχουμε τίποτα, ούτε και οι άλλοι μας πιστεύουν, ούτε και μεις πιστεύουμε αυτό που λέμε. Είναι συνηθισμένος ο διάλογος:

– Πάτερ, αν θέλετε, ρωτήστε με…

– Μα η εξομολόγηση δεν είναι ανάκριση. Δεν έχετε κάτι να πείτε;

– Τι να πω; Ούτε έκλεψα, ούτε σκότωσα… (Αμέσως οι Δέκα Εντολές γίνονται δύο!)

– Ξέρετε, δεν είναι μόνον η πράξη, αλλά και η παράλειψη αμαρτία. Εχετε κάποια ευαισθησία για τον πλησίον σας;

– Α! πάτερ, εγώ ό,τι μπορώ κάνω…

Και αρχίζει τότε ο αυτοδικαιωτικός κατάλογος. Απαριθμούνται τα καλά μας έργα και οι «αρετές» μας, για να δείξουμε πόσο «καλοί» είμαστε και πόσο υποχρεωμένος (!) είναι ο Θεός απέναντί μας. Και το άσχημο είναι ότι πιστεύουμε πως από τώρα έχουμε εξασφαλίσει οικόπεδο στον παράδεισο. Βολεμένοι, δηλαδή, και εδώ και στην άλλη ζωή. Αν είμαστε όμως ειλικρινείς με τον εαυτό μας, θα βλέπαμε την άβυσσο των αμαρτιών μας. Θα παρατηρούσαμε ότι δεν υπάρχει αμαρτία που να μην την έχουμε κάνει με κάποιο τρόπο. Επειδή δεν μας συνέλαβε ο αστυνόμος σημαίνει ότι είμαστε εντάξει; Επειδή είμαστε έξυπνοι και καλύπτουμε τη βρωμιά μας, πάει να πει πως είμαστε στον σωστό δρόμο; Για τον Ιησού Χριστό, δεν έχει τόση σημασία η ανθρώπινη συμπεριφορά, αλλά η κατάσταση της ανθρώπινης καρδιάς. Εκείν γίνεται η αμαρτία. «Εκ γαρ της καρδίας εξέρχονταο λογισμοί πονηροί, φόνοι, μοιχείαι, πορνείαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι» (Ματθ. ιε’, 19).

π. Νεκταρίου Αντωνόπουλου, Μητροπολίτου Αργολίδος

«Επιστροφή-Μετάνοια και Εξομολόγηση»