Έχεις Μήνυμα… (27 Ιουλίου 2016)

Ο Άγγελος του Μαρτυρίου

[…] Μιας άλλης ποιότητας αιτία μου έγνεφε από το καταφύγιό μου. Το πρόβλημα δεν ήταν να πειστώ ότι υπάρχει ζωή μετά τον θάνατο, ούτε ότι υπάρχουν ιδέες δυνατότερες απ΄ αυτόν. Ζητούσα την έσχατη πηγή της δυνάμεως, την πρωταρχική αιτία, ζητούσα αυτό που θανάτωσε τον θάνατο. Ζητούσα να μοιραστώ κι εγώ τον θρίαμβο αυτής της νίκης. Η αγωνία αυτή διαπερνούσε την ψυχή μου, όσο τα πυρωμένα άγκιστρα. Κι ένιωθα πως, εάν κάτι υπήρχε περίπτωση να με οδηγήσει στη λιποταξία, θα ήταν αυτή η αβάσταχτη αβεβαιότητα: Μπορώ να νικήσω τον θάνατο; Εγώ, ο Παντολέων, ένας ασήμαντος κρίκος στην άπειρη αλυσίδα της ζωής, μια σταγόνα στη θάλασσα των μελλοθάνατων της Ιστορίας, ένα θλιβερό τίποτα στην ανακυκλούμενη ματαιότητα των πραγμάτων, μπορώ να καταλύσω το κράτος του θανάτου; Κι αν όλα είναι μάταια; Κι αν απαρνιόμουν τις απλές, τις καθημερινές χαρές της ζωής για μια ουτοπία; Κι αν ρέει το αίμα μου μόνο για να ποτίσει μία άβυσσο; […]

Η τελευταία μου προσευχή στη ζωή αυτή! Κι όχι για μένα, μα για τ΄ αδέλφια μου, τους δημίους μου! Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι με τη Χάρη Του νίκησα τους νόμους της επίγειας ζωής. Και, σαν να μου μιλούσε άνθρωπος, δίπλα μου άκουσα τη φωνή Του να μου σφραγίζει τις τελευταίες μου στιγμές μ΄ ένα καινούργιο βάπτισμα:

«Δεν είσαι πια ο Παντολέων αλλά ο Παντελεήμων, γιατί πολλοί με το  όνομά σου θα βρουν ευσπλαχνία και έλεος».

Παντελεήμων! Παντελεήμων! Για φαντάσου! Αλλιώς εγώ κατάλαβα το όνομά μου: Σε όλα ελεημένος. Όλη μου η ζωή οδηγημένη από Εκείνον. Τίποτε δικό μου. Όλα δώρα! Ακόμα και το δικό μου «ναι»  στο κάλεσμά Του, δώρο θεόσταλτο μου φαινόταν κι αυτό. Και τώρα, εγώ, κανάλι, να περάσει το έλεός Του στους ανθρώπους. Ναι, μόνο γι΄αυτό είχα λόγους να παινεύω τον εαυτό μου. Έκανα την ψυχή μου, το κορμί μου, τη ζωή μου, δίοδο του ελέους Του. Για τι άλλο να καμαρώσω; Τι καλό σε μένα ήταν δικό μου; Όλη μου η ζωή, όλη μου η ύπαρξη συμπυκνώθηκε σε μία στιγμή ευγνωμοσύνης στον δοτήρα της ανέκφραστης χαράς, στον νικητή της μαυρίλας, της μιζέριας και του θανάτου.

Ήμουν έτοιμος! Τουλάχιστον ποτέ δεν ήμουν πιο έτοιμος! Εγώ τώρα ενθάρρυνα τους στρατιώτες να αποτελειώσουν το έργο τους. Για σκέψου λίγο τη σκηνή! Περιγέλασε, για να μη σε τραλάνει η τραγωδία των πραγμάτων του κόσμου: Οι θύτες να ασπάζονται και να προσκυνούν το σφάγιό τους! Αχ! Κύριε, ελθέτω η γαλήνη στις ψυχές των παιδιών σου και η ειρήνη στον κόσμο!…

…27 Ιουλίου του 304! […]

Ηλία Λιαμή

«Ψίθυροι των Αγγέλων »