Έχεις Μήνυμα… (25 Ιουλίου 2016)

[…] Δεν τη γνώριζε πολλά χρόνια, αλλά είχε ψυχογραφήσει βαθειά τη διακόνισσα. Παρά το φαινομενικό δυναμισμό της, αγιάτρευτες πληγές είχαν υπερευαισθητοποιήσει τον ψυχικό της κόσμο. Ένας χωρισμός επιπλέον, μια άλλη στέρηση, ίσως έσπαζε τις αντοχές της. Την συμπονούσε ακόμα περισσότερο ο ιερός πατήρ, γιατί δεν εκδηλωνόταν παρά την υπερβολική λύπη της. Δεν ήθελε να κλονίσει τις μοναχές, ούτε να στενοχωρήσει τον Αρχιεπίσκοπο Ιωάννη (σημ. Χρυσόστομο).

Την κοίταξε με πατρική συμπόνοια.

– Ε, Ολυμπιάς, είπε, ένα μόνο πράγμα είναι λυπηρό και κακό, η αμαρτία. Γιαυτή μόνο να λυπόμαστε και να θρηνούμε. Την αμαρτία μόνο να αποφεύγουμε και να φοβόμαστε. Γιατί, πέστε μου, τι άλλο φοβόμαστε; Το θάνατο; Για μας η ζωή Χριστός και ο θάνατος κέρδος. Την εξορία; Στον Κύριο ανήκει κάθε γη και τόπος. Τη δήμευση της περιουσίας; Τίποτε δε φέραμε στον κόσμο και τίποτε δεν έχομε. Τη φτώχεια; Τη ζούμε σ΄ όλη μας τη ζωή. Τον πλούτο; Δεν τον έχομε. Φοβάμαι για την Εκκλησία; Η Εκκλησία είναι πιο δυνατή και από τον ουρανό. Μην ανεβάζεις πόλεμο στον ουρανό, θα νικηθείς. Φοβάμαι για το κήρυγμα; Ούτε από μένα άρχισε, ούτε σε μένα θα τελειώσει. Πέθανε ο Μωϋσής και βρέθηκε στη θέση του ο Ιησούς του Ναυή. Αναλήφθηκε ο Ηλίας και προγήτευσε ο Ελισσαίος. Πέθανε ο Σαμουήλ και χρίστηκε ο Δαβίδ. Η Εκκλησία συνεχίζει τη ζωή της, και όταν φεύγουν κάποιοι άνθρωποι. Τίποτε δε φοβάται η Εκκλησία. Τίποτε πιο δυνατό από την Εκκλησία. Εύχομαι να ζήσω μόνο για την προκοπή σας. Να έχετε θάρρος. Τίποτε δε διαλύει την εν Χριστώ αγάπη. […]

Η Ολυμπιάς επέστρεψε στο μοναστήρι της με κομμένα τα πόδια και την ψυχή της σπασμένη. Σκεφτόταν τις αντιθέσεις, που είχε η ζωή της. Ήταν πιο λαμπερή από το φως. Και όμως δεχόταν από κάθε πλευρά ενορχηστρωμένη επίθεση για πονηρές πράξεις και αισχρότητες. Η μεγάλη περιουσία της αιμοδοτούσε τα αναιμικά στρώματα της πόλεως. Και όμως την πλησίαζαν όλοι σαν χρυσάφι και ασήμι. Υπηρετούσε σ΄ όλα τα φιλανθρωπικά ιδρύματα προσωπικά ως δούλη. Και όμως την αποκαλούσαν ειρωνικά αρχόντισσα. Σκόρπιζε από σεβασμό και τιμή στους ιερωμένους τα χρήματά της. Και όμως οι άλλοι φαντάζονταν άνομες σχέσεις.  Ζούσε απόλυτα εγκρατής στην ενδυμασία, στη διατροφή, στον ύπνο. Και όμως την νόμιζαν ξιπασμένη αρχόντισσα. Ήταν πεντάρφανη από τα γεννοφάσκια της. Και όμως τη διεκδικούσαν όλοι. Έκτισε και ανακαίνισε περίπου εκατόν πενήντα ναούς. Και όμως την κατηγορούσαν ότι έκαψε την Αγία Σοφία.  Ευεργέτησε την Πόλη της με κάθε τρόπο. Και όμως γελούσαν σε βάρος της οι Πολίτες, όταν της πετούσαν λάσπη. Αυτές οι αντιθέσεις ανάμεσα στην αλήθεια και στο ψέμα, μπορούν να οδηγήσουν τον άνθρωπο ακόμα και στην τρέλλα. Ευτυχώς η Ολυμπιάς είχε δέσει το καράβι της στον κάβο της πίστεως, γιαυτό και δεν καταποντίστηκε στην τρέλλα. […]

Έγινε μοναχή, έγινε διακόνισσα, έγινε ηγουμένη και κτητόρισσα πολλών φιλανθρωπικών ιδρυμάτων. Ξεχώρισε απόλυτα απ΄ όλους τους συμπολίτες της και όταν μια γυναίκα ξεχωρίζει, πληρώνει βαρύ τίμημα. Στάθηκε απέναντί τους εύκολος στόχος. Ανέβηκε στην κορυφή. Έγινε περίοπτη. Ως πόλη επί του όρους κειμένη, ήταν περίβλεπτη. Αυτό το ξεχώρισμά της, τη διαφορετικότητα, το μεγαλείο και την ανωτερότητα, δεν τα άντεχαν οι συμπολίτες της. Η Ολυμπιάς δεν τα επεδίωξε, αλλά συνέβησαν εξαιτίας των χαρισμάτων της, του πλούτου των επιλογών και προπαντός της θείας χάριτος. Παρόλα αυτά την πετροβολούσαν αναλέητα όλοι. Οι άρχοντες την πολέμησαν για την παρρησία της στα λόγια, όταν έσφαλλαν και για τα έργα της, που εκείνοι δεν έπρατταν. Οι πλούσιοι την πολέμησαν, γιατί περιφρονούσε τα πλούτη, που είχαν θεοποιήσει εκείνοι. Οι ευεργετημένοι όλων των τάξεων την τρύπησαν με τα φαρμακερά βέλη της αχαριστίας. Επαληθεύτηκε ο λόγος του ιστορικού Θουκυδίδη που λέγει. «Οι ευεργετημένοι δεν αγαπούν τον ευεργέτη τους, ούτε θέλουν να βρίσκεται ανάμεσά τους. Διότι κάθε φορά που τον βλέπουν, θυμούνται τη δύσκολη ώρα, που άπλωσαν το χέρι και ζήτησαν βοήθεια». Αυτό ακριβώς συνέβη με την Ολυμπιάδα. […]

Είναι τραγικό σφάλμα να ξεχωρίζει ο άνθρωπος σε κάθε εποχή. Γίνεται στόχος όλων για διαφορετικές αιτίες. Η Ολυμπιάς από μικρό παιδί μέχρι το θάνατό της ξεχώρισε χωρίς να είναι αυτή η επιδίωξή της. Ήταν ξάφνιασμα στην Πόλη. Σημείο αντιλεγόμενο. Βεβαίως οι άνθρωποι έβλεπαν φαινομενικά μια σιδηρά και δυναμική Ολυμπιάδα, που μπορούσαν να σφυροκοπούν αλύπητα. Κανείς δεν υποψιαζόταν, πως κάτω από την σκληρή επιφάνεια κρυβόταν ένας εύθραυστος ψυχικός κόσμος, που έγινε θρύψαλα από τον αδυσώπητο και συνεχή πόλεμο. Καϋμένη Ολυμπιάς, όφειλες να είσαι μικρή, τιποτένια, ιδιοτελής, μικρόνοη και θα ζούσες επάνω στη γη ευτυχισμένη, μακροχρόνια και ήσυχα. Κανένας δεν ενοχλεί τον ασήμαντο, κανένας δε φθονεί το φτωχό, κανένας δεν πετροβολεί το άκαρπο δέντδρο, κανένας δεν σημαδεύει τον ταπεινό και άγνωστο.

Εσύ όμως τόλμησες στις καλές καταβολές σου να προσθέσεις τον πρσωπικό σου μόχθο και ξεχώρισες. Ήταν βεβαία η εξόντωσή σου. Την επέλεξες και έχασες την επίγειο ζωή σου. Όποιος όμως χάνει τη ζωή του στη γη, την κερδίζει στον ουρανό. Καϋμένη Ολυμπιάς, σε συμπονώ, για τη θλιβερή επίγεια ζωή σου. Σε ζηλεύω, γιατί κέρδισες τον ουρανό. […]

Το μόνο εμπόδιο στη λήθη της αρχόντισσας του Βυζαντίου Ολυμπιάδος ήταν το ιερό λείψανό της σε μια γωνία του ιερού του Αγίου Αποστόλου Θωμά.

Ο Θεός όμως δεν την είχε ξεχάσει. Για δεύτερη φορά την αποκάλυψε στην Πόλη με το εξής παράδοξο θαύμα, που συγκλόνισε τους Πολίτες και ομολόγησαν επιτέλους την αγιότητα της Οσίας και ομολογήτριας Ολυμπιάδος.

Οι μοναχές από το μοναστήρι της Αγίας Ολυμπιάδος θέλησαν να πάρουν το λείψανό της στο μοναστήρι, αλλά δεν τους επετράπη τότε.

Το μοναστήρι της Αγίας Ολυμπιάδος κάηκε στη στάση του Νίκα (532). Ανακαινίστηκε από τον Ιουστινιανό έξι χρόνια μετά και ονομαζόταν ιερά μονή της Αγίας Ολυμπιάδος. Αργότερα επί της βασιλείας του Ηρακλείου, στην επιδρομή των Περσών, πήρε φωτιά ο ναός του Αποστόλου Θωμά στους Ωρόχθους. Κάημε όλος ο ναός. Κατά θαυμαστό τρόπο σώθηκε μόνο το λείψανο της Αγίας Ολυμπιάδος ακέραιο και βρέθηκε να πλέει πάλι πάνω στα κύματα κοντά στο ναό, χωρίς να απομακρύνεται. Αυτή την εποχή ηγουμένη της μονής της Ολυμπιάδος είναι η Σεργία και Πατριάρχης ο Σέργιος. Μόλις πληροφορήθηκε η Σεργία την καταστροφή του ναού του Αποστόλου Θωμά από τους Πέρσες, έσπευσε να περισυλλέξει το ιερό λείψανο της Αγίας Ολυμπιάδος.

Να πως περιγράφει η ίδια το γεγονός.

«Μάζεψα τα άγια λείψανα της Οσίας Ολυμπιάδος καταμουσκεμένα από τα νερά, αλλά και -πιστέψτε με- καταματωμένα τόσο, ώστε να έχουν κοκκινίσει τα νερά της θάλασσας. Διακόσια χρόνια μετά τα ιερά οστά της Ολυμπιάδος είχαν γίνει κρουνοί, απ΄όπου έρρεαν άφθονα τα άγια αίματα. Τα μάζεψα συγκλονισμένη και τα έφερα στο μοναστήρι της. Ειδοποίησα τον αγιώτατο και μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Σέργιο για τα θαυμαστά λείψανα. Έστειλε τον πρεσβύτερο Ιωάννη μαζί με πολλούς άλλους ευλαβέστατους κληρικούς, για να κάνουν την τελετή της  καταθέσεως των ιερών λειψάνων στο ναό. Πιστέψτε με, την αθλία και αμαρτωλή Σεργία, που δε λέω τίποτε έξω από την αλήθεια.

Μόλις ο πατήρ Ιωάννης πήρε τα άγια λείψανα της Οσίας, να τα ξεπλύνει στην υδρία του αγίου βαπτίσματος, τόσα πολλά αίματα ανάβλυσανα από τα άγια λείψανά της, ώστε γέμισαν τα χέρια και όλα τα ρούχα του πατρός Ιωάννη. Παρόντες ήταν όλοι οι ιερείς και όλες εμείς οι μοναχές, που γίναμε μάρτυρες του εξαίσιου θαύματος. Ο πατήρ Ιωάννης γέμισε τα χέρια του με αίμα και έπλυνε το πρόσωπό του για αγιασμό. Γέμισαν και τα σάβανα και το κιβώτιο κόκκινο, αχνιστό αίμα.

Έπειτα οι άλλοι ιερείς έπιασαν τα ματωμένα λείψανα και εμείς όλες. Γεμίσαμε όλοι αίματα, άφθονα αίματα παντού, στα πρόσωπά μας, στα ρούχα και στο σώμα μας. Φόβος και τρόμος μας συγκλόνιζε. Ομολογούσαμε κλαίγοντας, πως ποτέ δεν είδαμε τέτοιο παράδοξο θαύμα.

Μετά την κατάθεση των ιερών λειψάνων στο μοναστήρι της, εμφανίστηκε η Αγία σε μια μοναχή και της είπε.

– Να, που μετά από τόσα χρόνια ήρθα να μείνω μαζί σας στο μοναστήρι και δε θα σας εγκαταλείψω ποτέ πια.

Το θαύμα διαδόθηκε στην Πόλη αμέσως. Το μοναστήρι της Ολυμπιάδος κατακλύστηκε από πλήθος πιστών και απίστων, που προσέρχονταν για να δουν και να αγγίξουν το θαύμα. Έγινε μεγάλο προσκύνημα.

Όλοι μάζευαν το αίμα της Οσίας. Το ακουμπούσαν στις πληγές τους και θεραπεύονταν. Έχριαν τα σακατεμένα μέλη τους και γίνονταν υγιή. Το τοποθετούσαν σε νεκρά κορμιά και ανασταίνονταν. Ακόμα και νεκρή, η Ολυμπιάς σκορπούσε τα ελέη της στην Πόλη.

Ώ, αρχόντισσα Ολυμπιάς, ήσουν, όσο ζούσες, αιμοδότης της Πόλεώς σου με την ανεξάντλητη αγάπη και τον πλούτο σου.

Ώ, Οσία Ολυμπιάς, ανάβλυσες ιαματικά αίματα από τα ιερά λείψανά σου διακόσια χρόνια μετά, για να θεραπεύσεις τις πληγές της Πόλεώς σου.

Δεν έχει σημασία, που η Πόλη σου συμπεριφέρθηκε σε αρκετές περιπτώσεις σκληρά και αχάριστα. Εσύ την εξάγνισες ραντίζοντάς την με τα άφθονα αίματά σου, που έρρευσαν -παράδοξο-  από τα στεγνά άγια λείψανά σου.

Εσύ συγχώρησες την Πόλη σου πλουτίζοντάς την με τα αιματόβρυτα και θαυματουργά λείψανά σου.

Και εμάς, που σε γνωρίσαμε πολλούς αιώνες μετά, πλούτισέ μας, ώ Οσία Ολυμπιάς, με την πρεσβεία και τη βοήθειά σου, για να εγκολπωθούμε, ευρισκόμενοι ακομα στα λυπηρά της επιγείου ζωής, την αλήθεια πως ένα είναι μόνο το λυπηρό: η αμαρτία.

Μοναχής Ολυμπιάδος Ντίτορα

«Η Αρχόντισσα του Βυζαντίου»