Έχεις Μήνυμα… (24 Ιουνίου 2016)

[…] Κατά τη διάρκεια των εργασιών της Τετάρτης Οικουμενικής Συνόδου στη Χαλκηδόνα, ορισμένοι επίσκοποι της συνόδου ζήτησαν να ακούσουν κάποιον εποικοδομητικό λόγο από τον Επίσκοπο Αντιοχείας Νόνο, πού είχε μετακληθεί από ένα μοναστήρι της Ταβεννησίας για να γίνει επίσκοπος Αντιοχείας,

Ο Νόνος, ανταποκρινόμενος στο αίτημα των συνεπισκόπων του, άρχισε να τους μιλάει. Καθώς οι επίσκοποι άκουγαν τα σοφά λόγια του Νόνου, πέρασε έφιππη η διασημότερη εταίρα και χορεύτρια της Αντιοχείας, πού ίππευε με τόση χάρη και με τόση πολυτέλεια, ώστε δεν έβλεπε κανείς παρά χρυσάφι, μαργαριτάρια καί πολύτιμους λίθους. Ακόμη κι αυτών των ποδιών της η γυμνότητα, ήταν καλυμμένη με χρυσάφι καί μαργαριτάρια καί τη συνόδευε μεγαλόπρεπη ακολουθία από νέους καί νέες ντυμένους με βαρύτιμα ενδύματα καί χρυσά περιδέραια γύρω στο λαιμό τους.

Μερικοί απ’ αυτούς προηγούνταν καί μερικοί ακολουθούσαν αλλά την ομορφιά καί τη θελκτικότητα εκείνης δεν μπορούσε να τη φθάσει ένας ολόκληρος κόσμος. Περνώντας μπροστά από τη σύναξη των επισκόπων γιόμισε τον αέρα με την ευωδιά ενός υπέροχου αρώματος.

Όταν οι επίσκοποι την είδαν να περνάει με ακάλυπτο το πρόσωπο, τους ώμους καί τα μέλη του σώματος της, με μια πομπή τόσο μεγαλοπρεπή και χωρίς ούτε ένα πέπλο στο κεφάλι αναστέναξαν και σιωπηρά έστρεψαν το κεφάλι από την άλλη μεριά σαν για να αποφύγουν βαριά αμαρτία.

Αλλά ο μακάριος Νόνος την κοιτούσε επίμονα και αδιάκοπα και αφού είχε περάσει, ακόμα εξακολουθούσε να την ακολουθεί με το βλέμμα του. Ύστερα, γυρνώντας, κοίταξε τους άλλους επισκόπους πού κάθονταν γύρω του και τους είπε, «δεν σας συγκίνησε η τόσο σπάνια ομορφιά της;»

Εκείνοι δεν έδωσαν καμιά απάντηση. Τότε αυτός κατέβασε το κεφάλι του, άφησε το ιερό βιβλίο πού κρατούσε και ενώ τα δάκρυά του κυλούσαν στο στήθος του, αναστενάζοντας βαριά, ξανάπε στους επισκόπους: «Δεν σας συγκίνησε η σπάνια ομορφιά της;»

Άλλα εκείνοι δεν απάντησαν και πάλι. Τότε εκείνος είπε: «στ’ αλήθεια συγκινήθηκα πολύ από την ομορφιά αυτής της γυναίκας, πού ο Θεός θα την καλέσει μπροστά στον τρομερό θρόνο Του, για κρίση δική μας και της επισκοπικής μας ευθύνης». Και συνέχισε:

«Πόσες ώρες νομίζετε πώς ξόδεψε αυτή η γυναίκα στα διαμερίσματα της, φροντίζοντας και στολίζοντας μόνη το σώμα της και τη μορφή της, έτσι πού να μην υπάρχει το παραμικρό στίγμα και η παραμικρή ατέλεια στην ομορφιά του σώματος και της εμφάνισής της, για να ευχαριστήσει τα μάτια των ανδρών και να μην απογοητεύσει τους αξιοθρήνητους εραστές της, πού είναι σήμερα κι αύριο δεν θα ’ναι. Κι εμείς πού έχουμε ένα παντοδύναμο Πατέρα κι ένα αθάνατο εραστή, με υποσχέσεις αιωνίων θησαυρών και ευεργεσίες ανεκτίμητες πού «οφθαλμός ουκ είδε καί ους ουκ ήκουσε καί επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη, α ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσι Αυτόν», (Α΄ Κορ. 2, 9) αλλά τί να τα λέω; Με τέτοιες υποσχέσεις για τη θέα του Νυμφίου, αυτή την υπέροχη και θεσπέσια μορφή, πού δεν τολμούν να κοιτάξουν τα Χερουβείμ, εμείς για χάρη αυτού του θείου εραστή ούτε στολίζουμε τις άθλιες ψυχές μας ούτε τις φροντίζουμε και ούτε καν ξεπλένουμε απ’ αυτές τον ρύπο, αλλά τις αφήνουμε στη βρωμιά».

Αφού είπε αυτά τα λόγια ο Νόνος έφυγε, πήγε στο κελί, στο οποίο έμενε με το διάκονό του και μαζί μ’ αυτόν έπεσε κάτω, με το πρόσωπο πάνω στη γη και κτυπώντας το στήθος, άρχισε να κλαίει λέγοντας «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησέ με τον αμαρτωλό καί ανάξιο, γιατί και μόνο μιας ημέρας το στόλισμα μιας πόρνης, είναι περισσότερο από το στόλισμα της ψυχής μου. Με τί όψη να Σε κοιτάξω; Πώς να παρουσιαστώ μπροστά Σου; Δεν μπορώ να κρύψω την καρδιά μου από Σένα, Εσύ ξέρεις τα μυστικά της. Αλίμονό μου, τον ανάξιο καί αμαρτωλό, πού στέκομαι στο θυσιαστήριο Σου καί δεν Σου προσφέρω την καθαρή καρδιά που έχεις ζητήσει. Αυτή, έχει υποσχεθεί να ευχαριστήσει τους άνδρες και έχει κρατήσει την υπόσχεσή της• εγώ έχω υποσχεθεί να ευχαριστήσω Εσένα καί μένω στη ραθυμία. Είμαι γυμνός στον ουρανό καί στη γη, γιατί δεν έχω τηρήσει τις εντολές σου. Η ελπίδα μου δεν είναι σε κανένα καλό πού έκανα αλλά στον οίκτο Σου, απ’ τον οποίο περιμένω τη σωτηρία μου».

Με τέτοιο πάθος ο μακάριος Νόνος λάτρευε τον γλυκύτατό του Κύριο. Με τέτοιο πάθος λάτρεψαν όλοι οι Άγιοι τον Κύριό τους. […]

Π. Φιλόθεου Φάρου

«Πρίν και μετά το Πάσχα»