Έχεις Μήνυμα… (21 Ιουνίου 2016)

Μέγας Κωνσταντίνος – Ο ρόλος του στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο

[…] Έργο της Θείας Πρόνοιας υπηρξε πράγματι εκείνη την εποχή η παρουσία του Μεγάλου Κωνσταντίνου στο θρόνο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Η σύγκλιση της Α’ Οικουμενικής Συνόδου και η αντιμετώπιση της αίρεσης του Αρείου αποδείχτηκε τελικά η μεγαλύτερη προσφορά του Κωνσταντίνου στην Εκκλησία.

Οι εργασίες της Συνόδου άρχισαν στις 19 Ιουνίου (325 μ.Χ.). Σ΄αυτή την Οικουμενική Σύνοδο μετείχαν 318 Πατέρες, στους οποίους προΐστατο ο αιωνόβιος επίσκοπος Κωνσταντινουπόλεος Μητροφάνης δια του Πρεσβυτέρου του Αλεξάνδρου (μετέπειτα επισκόπου και ο Αλεξανδρείας Αλέξανδρος, που ακολουθείτο από το νεαρό διάκονό του Αθανάσιο. […]

Ο Θεοδώρητος περιγράφει εναργέστερα τη συγκινητική εικόνα των επισκόπων συνέδρων, που είχαν υποστεί βασανιστήρια κατά την περίοδο των διωγμών: «ήσαν με πολλοί με αποστολικά χαρίσματα, που διέπρεπαν, πολλοί που έφεραν τα «στίγματα του Κυρίου Ιησού Χριστού», κατά τον θείο Απόστολο, στα σώματά τους, όπως ο Ιάκωβος ο Αντιοχείας της Μυγδονίας, που ανέστησε νεκρούς και τους συνέταξε μεταξώ των ζωντανών, και έκανε και άλλα θαύματα, ο Παύλος ο Νεοκαισαρείας, που είχε δοκιμάσει τη λύσσα του Λικίνιου, έχοντας τα δυό του χέρια αχρηστευμένα από πυρακτωμένο σίδερο και τα κινητικά νεύρα νεκρωμένα. Άλλοι με βγαλμένο το δεξί μάτι, άλλοι με κομμένες τις δεξιές κλειδώσεις. Ένας από αυτούς ήταν ο Παφνούτιος ο Αιγύπτιος. Και γενικά ήταν σαν να έβλεπες συγκεντρωμένο «δήμο μαρτύρων». […]

Σ΄ εκείνη τη Σύνοδο, που καθόρισε για πολλούς αιώνες την πορεία της Εκκλησίας, συγκεντρώθηκαν με την επίνευση του Αγίου Πνεύματος πολλοί Άγιοι Πατέρες και Ομολογητές και μάρτυρες, «κεκοσμημένοι δ΄αποστολικών χαρισμάτων«, μεταξύ των οποίων πρωτοστάτησαν στις συζητήσεις οι Άγιος Παφνούτιος Θηβών Αιγύπτου, Άγιος Ευστάθιος Αντιοχείας, Άγιος Μακάριος Ιεροσολύμων, Άγιος Σπυρίδων, Άγιος Ιάκωβος Αντιοχείας, Άγιος Παύλος Νεοκαισαρείας, Άγιος Μάξιμος, και άλλοι, και ο πρώτος των πρώτων, η ψυχή και η καρδιά της Συνόδου, ο Αθανάσιος, διάκονος τότε, αλλά πάντοτε Μέγας.

Ο Κωνσταντίνος, φτάνοντας στη Νίκαια νωρίς τον Ιούλιο, έκανε μια έκτακτη συνεδρίαση της Συνόδου στο παλάτι. Εκεί μπήκε ακολουθούμενος από λίγα μέλη της βασιλικής οικογένειας και όχι από φρουρούς. Γράφει ο Ευσέβιος: «Πέρασε ανάμεσά τους ωσάν άγγελος του Θεού φορώντας την αυτοκρατορική πορφύρα του που αστραποβολούσε, καθώς και τους ακτινοβόλους πολύτιμους λίθους. Αυτά ως προς το σώμα. Ως προς την ψυχή ήταν στολισμένος με το φόβο Θεού και την ευλάβεια. Με τα μάτια χαμηλά, κόκκινο το πρόσωπο, αργές κινήσες… Αφού βρέθηκε στο μέσον, κάθισε σ΄ ένα μικρό κάθισμα, επινεύοντας πρώτα στους επισκόπους να καθίσουν». […]

Πρώτα μίλησε ο επίσκοπος Καισαρείας Ευσέβιος προς τιμήν του αυτοκράτορα. ‘Υστερα έλαβε το λόγο ο αυτοκράτορας.

Όταν έγινε απόλυτη σιγή, ο Κωνσταντίνος από το χαμηλό κάθισμά του έφερε ολόγυρα στην αίθουσα το ήρεμο βλέμμα του και άρχισε να τους απευθύνει τα εξής παραινετικά λόγια:

«Ύστατη μεν ευχή, φίλοι, ν΄απολαύσω τη δική σας χορεία, και αφού πέτυχα τούτο, ομολογώ ευχαριστίες στο Βασιλέα των όλων για όλα τα πράγματα, αλλ΄ ιδιαίτερα για το σπουδαιότερο, για το ότι δηλαδή μου επέτρεψε ν΄ αποαύσω εδώ συγκεντρωμένους όλους σας και να ιδώ μία κοινή και ομόφρονα γνώμη όλων σας γενικώς. Για να μη εκμεταλλευτεί κάποιος βάσκανος εχθρός τα δικά μας, ούτε ο φιλοπόνηρος δαίμονας, τώρα που βγήκε από τα πόδια μας η θεομαχία των τυράννων με τη δύναμη του Σωτήρος, να περιβάλει με άλλον τρόπο το θείο νόμο της βλασφημίας. Καθώς εγώ νομίζω, η εμφύλια διαμάχη στην Εκκλησία του Θεού είναι δυσκολότερη από κάθε άλλον πόλεμο και φοβερή μάχη και μάλλον αυτά αποδεικνύονται πιο λυπηρά από τις εξωτερικές διαμάχες. Όταν λοιπόν αγαπούσα τις νίκες κατά των εχθρών χάρη στο νεύμα και τη συνεργασία του Αγαθότερου, νόμιζα, βέβεια, ότι δε λείπει τίποτε, παρά να γνωρίσω με την ευγνωμοσύνη στο Θεό, να συγχαίρω δε και με τους απελευθερωμένους από Εκείνον. Και επειδή για τι δική σας διάσταση παρά πάσαν ελπίδα πείσθηκα απ΄ όσα άκουσα, δεν έστησα για δεύτερη φορά την ακοή μου να πληροφορηθώ, αλλά με τη σοβαρή επιθυμία να βρεθεί μια θεραπεία γι΄αυτό το κακό μέσω της δικής μου μεσολάβησης, έστειλα αμέσως για ν΄ απαιτήσω τη δική σας παρουσία. Και χαίρω μεν βλέποντας τη δική σας ομήγυρη, αλλά θεωρώ ότι οι επιθυμίες μου θα είναι πλήρως ικανοποιημένες τότε, όταν θα μπορώ να δας βλέπω όλους ενωμένους σε μία απόφαση και ένα κοινό πνεύμα ειρήνης και ομόνοιας, να κυριαρχεί μεταξύ όλων σας, το οποίο σας ταιριάζει, ως καθιερωμένους στην υπηρεσία του Θεού να είσθε αποδεκτοί απ΄ όλους. Μη λοιπόν καθυστερείτε, ώ φίλοι και λειτουργοί του Θεού και του κοινού σε μας Κυρίου και Σωτήρος πιστοί δούλοι, να φέρετε από εκεί τα αίτια της διαστάσεώς σας ανάμεσά σας και ν΄ αρχίσετε να επιλύσετε με ειρηνικούς τρόπους κάθε σύνδεσμο αμφιλογίας. Διότι έτσι θα έχετε διαπράξει και τα αρεστά στον Θεό όλων, και σε μένα τον σύνδουλό σας θα κάμετε εξαιρετική χάρη«.

Ακολούθησαν ομιλίες των συνέδρων, δίχως να λείπουν οι διχογνωμίες τους […]

Ο Άρειος κλήθηκε ν΄αναπτύξει τις ιδέες του. […] Πολλοί Πατέρες έλαβαν το λόγο και τον αντέκρουσαν με ισχυρά επιχειρήματα. Ανάμεσα σ΄αυτούς διακρίθηκε ευθύς αμέσως ως ο δυναμικότερος πολέμιος του Αρείου ο διάκονος Αθανάσιος, ο βοηθός του επισκόπου Αλεξανδρείας Αλεξάνδρου.

Φυσικά και σ΄ αυτή τη θεόπνευστη Σύνοδο δεν έλειψαν οι ανθρώπινες αδυναμίες των συνέδρων. Από τις πρώτες κιόλας συνεδριάσεις κάποιοι από τους Πατέρες νόμισαν πως βρήκαν την ευκαιρία να εκφράσουν στον αυτορκάτορα τα παράπονα και τις διαμαρτυρίες τους εναντίον συναδέλφων τους. Μερικοί κρατούσαν στο χέρι το χαρτί με γραμμένα όλ΄ αυτά, και άλλοι είχαν φροντίσει να το λάβει ο αυτοκράτορας από την προηγύμενη μέρα. Ο Κωνσταντίνος κράτησε όλες τις αναφορές και ανακοίνωσε μια ορισμένη ημερομηνία, που θα επιλαμβανόταν αυτών των παραπόνων και των κατηγοριών.

Σαν έφτασε η προσδιορισμένη, καθώς μας πληροφορεί ο Σωκράτης, ο Κωνσταντίνος σύστησε στους κατήγορους να κάψουν αυτές τις αναφορές, παρατηρώντας τους ότι ο Χριστός διατάσσει, όποιον αγωνιά να λάβει τη συγχώρηση, να συγχωρήσει τον αδελφό του («Κελεύειν Χριστός αφιέναι τω αδελφώ τον αφέσεως τυχείν επειγόμενον«). […]

Τα υπομνήματα που του υπέβαλαν μερικοί με κατηγορίες κατά επισκόπων, γράφει ο Ζωναράς, δεν τα διάβασε, ούτε κίνησε διαδικασία έρευνας, αλλά μπροστά σ΄ όλους τα έρριξε στη φωτιά λέγοντας: «Και αν ακόμα έβλεπα με τα μάτια μου κάποιον αρχιερέα να διαπράττει ένα σφάλμα, θα τον κάλυπτα με την πορφύρα μου«. […]

Οι συνεδριάσεις γίνονταν καθημερινά. Οι εργασίες μέσα, βέβαια, από διαφωνίες και αντεγκλήσεις προχωρούσαν ικανοποιητικά. Ο Άρειος κλήθηκε πολλές φορές να δώσει εξηγήσεις και οι προτάσεις του συζητήθηκαν προσεκτικά σε όλες τους τις λεπτομέρειες.

Όλον αυτόν τον καιρό ο Αθανάσιος, μόλις εικοσάχρονος τότε, μικρός το δέμας, αλλά με μεγάλη ευφυΐα, θαυμάσια κατάρτιση στα ελληνικά γράμματα και την Αγία Γραφή, διακρίθηκε για την επιχειρηματολογίας του, με την οποία κατέρριψε τις θεωρίες του Αρείου, θεσπίζοντας ότι «Πίστις καθολική αύτη εστίν, ίνα ένα Θεόν εν Τριάδι και Τριάδα εν Μονάδι σεβώμεθα, μήτε συγχέοντες τας υποστάσεις, μήτε την ουσίαν μερίζοντες«.

Με βάση κυρίως την επιχειρηματολογία του Αθανασίου, οι 318 Άγιοι Πατέρες κατεδίκασαν τον αιρετικό Άρειο. Και αποφασίστηκε απ΄ όλους με ψηφοφορία, γράφει ο Ρουφίνος, και θεσπίστηκε να γράφει στο Σύμβολο της Πίστεως η λέξη «ομοούσιος» για τον Υιό, για ν΄αναγνωρίζεται ότι είναι της ίδιας ουσίας με τον Πατέρα.

Μετά από εντατικές εργασίες δύο μηνών, έφτασε η τελευταία μέρα, που η Σύνοδος θα λάβαινε επισήμως τις τελικές αποφάσεις της για τα μεγάλα θέματα της Εκκλησίας. Κάθε μέλος ήταν παρόν στο κεντρικό οικοδόμημα του παλατιού.

Ο αυτοκράτορας, αφού άκουσε υπομονετικά και προσεκτικά όλα όσα ειπώθηκαν, προσπάθησε με την πασίγνωστη προσήνειά του και με τη χρήση της ελληνικής γλώσσας, να τους κρατήσει στην ενότητα της πίστεως και να υπογράψουν όλοι τις αποφάσεις της Συνόδου. […]

Γεμάτος ενθουσιασμό και ευτυχής ο Κωνσταντίνος, που η ειρήνη επανήλθε στους κόλπους της Εκκλησίας, έγραψε: «Ο διάβολος δεν έχει πια καμιά δύναμη εναντίον μας, εφόσον εκείνο το οποίον με κακοπάθεια είχεν επινοήσει για την καταστροφή μας χτυπήθηκε γερά στη ρία του. Η Αλήθεια, με την βοήθεια του Θεού, σκόρπισε όλες τις διαφωνίες, τα σχίσματα, τις οχλαγωγίες και τα θανάσιμα δηλητήρια της ασυμφωνίας«.

Μετά τη λήξη των εργασιών της Συνόδου, ο Κωνσταντίνος κάλεσε στο παλάτι τους Πατέρες, να τους περιποιηθεί, αλλά και για να γιορτάσουν όλοι μαζί την εικοστή επέτειο της βασιλείας του (τα Βικενάλια). Ανάμεσα σ΄ εκείνους βρίσκονταν και πολλοί με κάθε λογής αναπηρία εξαιτίας των βασανιστηρίων, τους οποίους ο αυτοκράτορας αντιμετώπιζε με ιδιαίτερη αγάπη. Καθώς είδε σε μερικούς συνοδικούς να έχουν βγαλμένους τους δεξιούς οφθαλμούς, γράφει ο Θεοδώρητος, και μαθαίνοντας ότι αυτό συνέβη εξαιτίας της ευσέβειάς τους κατά τους διωγμούς, έφερνε τα χείλη του στις πληγές τους, πιστεύοντας ότι με το φίλημα αντλούσε ευλογία από αυτές. […]

Η Οικουμενική Σύνοδος της Νικαίας κατάρτισε τον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας, το Σύμβολο της Πίστεως, με τα επτά πρώτα άρθρα του, συνέταξε και επέβαλε είκοσι Κανόνες, που αφορούν κυρίως τη διοίκηση της Εκκλησίας και την Ιεροσύνη, καθόρισε την ημέρα εορτασμού του Πάσχα, την αργία της Κυριακής και αποκήρυξε τη διδασκαλία του Αρείου, φέρνοντας τη γαλήνη στην Εκκλησία και διασώζοντας την ορθή πίση από προφανέστατη εκτροπή. Η σπουδαιότητα της Συνόδου έγκειται ακόμα και στην ήττα του Γνωστικισμού, του φιλοσοφικού δηλαδή πνεύματος εκείνης της εποχής, που είχε την τάση να ερμηνεύει τα πάντα με τη γνώση, δίχως να παραδέχεται το δόγμα και το μυστήριο. […]

Κώστα Καραστάθη

«Μέγας Κωνσταντίνος, Κατηγορίες και Αλήθεια»