Έχεις Μήνυμα… (2 Μαΐου 2016)

Ἀλαλάξατε τῷ Κυρίῳ πᾶσα ἡ γῆ… (Πασχαλινή αθιβολή)

Η νεανική συντροφιά αποφάσισε να κάνει Πάσχα σε κανένα απόμακρο χωριό. Η νύχτα του Μεγάλου Σαββάτου τους βρήκε να περιπλανώνται σε κορφοβούνια άγνωστα. Είχαν χάσει οριστικά το δρόμο. Ξαφνικά ακούστηκε από πέρα το χτύπημα καμπάνας της αναστάσιμης λειτουργίας και τότε κατάλαβαν πως κινδύνευαν να μη κάνουν Ανάσταση τη χρονιά αυτή.

– Βρε παιδιά, βλέπω φως εκεί στη διπλανή κορφή, φώναξε κάποιος.

Ξεκίνησαν όλοι μαζί κατά ΄κεί, πλησίασαν, μα σταμάτησαν απότομα όταν ένας μαντρόσκυλος ούρλιαξε άγρια. Έτσι σκαρφαλωμένοι σ᾿ εκείνη την κορφή, είδαν από μικρή απόσταση τη σκηνή την αλησμόνητη: Ο βοσκός ανάμεσα στα πρόβατα, μ᾿ ένα κερί στο χέρι, έκανε μονάχος του την Ανάσταση. Ακουγότανε καθαρά κομμάτια από τροπάρια που έψαλλε με την χοντρή φωνή του και άλλοτε απάγγελλε σε εκκλησιαστικό τόνο. Κάπου – κάπου διέκοπτε το ψαλτικό του για να επιβάλει σιωπή στα γρυλίσματα του μαντρόσκυλου, που καθώς μας ένοιωθε κοντά ούρλιαζε και στο τέλος για να μείνει ήσυχος τον έδεσε σε κάποιο δεντράκι εκεί κοντά.

– «Την Ανάστασή σου Χριστέ Σωτήρ, …αγγέλοι κουνούσιν εν ουρανοί…, Αναστάσης ο Χριστός από του τάφου…», (και διέκοπτε για να επιβάλει σιωπή στους γρυλλισμούς του σκυλιού): Σώπα, μωρέ, άδικο να σού δώσει, καταραμένε και λειτουργιά γίνεται! (και συνέχιζε): «Ανάσταση Χριστού περασάμενος… Ιησούς ο μόνος αναμάρτητος.», «Τον Σταυρόν του προσκουνούμεν Δέσποτα…» (μπέε, έκαμε άξαφνα ο διπλανός του τράγος). «Είντα ῾χεις εδά κι η αφεδιά σου τέθοια ώρα; Κεδιά (σιωπή) να σε κόψει, δε θωρείς πως λειτουργώ;»

Καθώς είχαμε πλησιάσει τα μάτια μας είχανε συνηθίσει στο λίγο φως της αστροφεγγιάς κι βλέπαμε πιά καθαρά όλες τις λεπτομέρειες του προσευχόμενου. Με το ένα χέρι κρατούσε μία μεγάλη λαμπάδα αναμμένη, που την είχε βέβαια φέρει από το χωριό, και με το δεξί κουνούσε ένα θυμιατήρι δικής του κατασκευής: είχε δέσει με σπάγκο τον πάτο μίας σπασμένης στάμνας και μέσα είχε τα κάρβουνα και το λιβάνι.
Καθώς λοιπόν απάγγελνε ή έψαλλε τις προσευχές του, θυμιάτιζε συγχρόνως συνεχώς, καθώς κάνει ο διάκος στην εκκλησία. Και η ακολουθία συνεχιζόταν:

– «Κύματι θαλάσσης τον πρήξαντα πάλι διώχτη τύραννε…» σφεντονίζοντας την τελευταία λέξη με μίσος και αγανάκτηση.

Σε λίγο οι καμπάνες των γύρω χωριών χτυπούσαν χαρμόσυνα και απόμακροι κρότοι τουφεκοβολισμών έφτασαν και εκεί πάνω. «Ο Χριστός είχε αναστηθεί». Στο άκουσμα αυτό ο βοσκός άφησε το θυμιατήρι και παίζοντας ένα πήδημα, όπως θα έκανε και στο χορό, άρχισε με όλη τη δύναμη του στήθους του να ψέλνει το «Χριστός ανέστη», κουνώντας το κερί του, και πετώντας διάφορα σπασμένα πήλινα αγγεία που είχε συσσωρεύσει γύρω του εδώ κι εκεί, που καθώς σπούσαν έκαναν ένα τρομερό κρότο που αντιλαλιόταν στην ησυχία της ερημιάς. Μ᾿ αυτό τον τρόπο αντικαθιστούσε τα βαρελότα και τις γιορταστικές τουφεκιές. Τα πρόβατα με τους απροσδόκητους αυτούς θορύβους σκόρπισαν και το μαντρόσκυλο ούρλιαξε αγριεμένο, κοιτάζοντας κατά το μέρος που είμαστε…

– «Αναστήτω ο Θεός και σκορπιστείτε και σείς μωρέ, και του Θεού πλάσματα είσαστε…». Και δωσ᾿ του και πετούσε τις σπασμένες γλάστρες σε όλα τα σημεία… Ήτανε τόση η χαρά του, τόσος ο ενθουσιασμός του για την Ανάσταση του Κυρίου, που δε θυμούμαστε να είχαμε ιδεί ποτέ μεγαλύτερη θρησκευτική χαρά…

Αποφασίσαμε τώρα να παρουσιαστούμε και όλοι μαζί του φωνάξαμε:

– Χριστός Ανέστη, κουμπάρε.

– Αληθώς ανέστη ο Κύριος, είπε κι έτρεξε κοντά μας.

Ήτανε ένας θεόψηλος άντρας, ως 25 χρονώ, πλατύστερνος, με τεράστιες πλάτες, που η φωνή του καθώς μας μιλούσε αντιβοούσε στις γύρω λαγκαδιές.

– Εχάσαμε τη στράτα, και δεν προφτάξαμε να πάμε στο χωριό να κάμουμε εκειά Ανάσταση.

– Ο Θεός τα ῾φερε «δεξά», είπε ο βοσκός γελώντας να ῾ρθετε κατά το κονάκι μου απόψε να κάμω κι εγώ Λαμπρή μαζί σας, αλλιώς ήθελε να ῾μαι μονάχος.

– Καλώς ήρθετε, καλώς εκοπιάζετε. Πάμε στο μητάτο παρακάτω και πράμα δε θα μας-ε λείψει.

Και αληθινά τίποτε δεν έλειψε από το πλούσιο τραπέζι που μας έστρωσε, από τα κόκκινα αυγά και τον οβελία που ψήσαμε όλοι μαζί, ως τα παχύτατα γαλακτερά, που άφθονα, ακατάπαυστα, μας κουβανούσε.

Γ. Καφφετζάκη-Μαράντη

«Κρητική Πρωτοχρονιά 1961»