Έχεις Μήνυμα… (13 Ιανουαρίου 2016)

Ένας ληστής αποφάσισε να μετανοήσει για τα φοβερά του εγκλήματα και πήγε σ’ ένα κοινόβιο της Αιγύπτου. Ο άγιος και σοφός ηγούμενός του τον διέταξε στην αρχή να μην κάνει τίποτε, παρά μόνο επί επτά ημέρες να παρατηρεί τη ζωή και την τάξη της μονής.

Την ογδόη μέρα τον κάλεσε ιδιαιτέρως και τον ρώτησε αν του άρεσε να συγκατοικήσει μαζί τους. Όταν τον είδε να το επιθυμεί πολύ, τον ξαναρώτησε τί αμαρτήματα διέπραξε στον κόσμο. Ο ληστής αμέσως τα εξομολογήθηκε όλα! Τότε ο ηγούμενος, για να τον δοκιμάσει, του είπε:

– Θέλω όλα αυτά να τα φανερώσεις και στην αδελφότητα.

Κι εκείνος, έχοντας μισήσει τελείως τις αμαρτίες του και περιφρονώντας κάθε ντροπή, του απάντησε χωρίς δισταγμό.

– Αν θέλεις, τα εξομολογούμαι ακόμη και στο κέντρο της Αλεξάνδρειας!

Ύστερα από αυτό, ο ηγούμενος συναθροίζει στον κεντρικό ναό όλα τα λογικά του πρόβατα, διακόσια τριάντα τον αριθμό, και κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας, μετά την ανάγνωση του Ευαγγελίου, διατάζει να φέρουν στο ναό τον αθώο πλέον κατάδικο.

Τον έσυραν μερικοί αδελφοί χτυπώντας τον ελαφρά, με τα χέρια δεμένα πίσω, φορώντας τρίχινο σάκο και έχοντας ριγμένη στάχτη στο κεφάλι. Και μόνο η θέα του δημιούργησε κατάπληξη σε όλους, γιατί κανείς δε γνώριζα τι συνέβαινε. Μερικοί μάλιστα αναλύθηκαν σε δάκρυα. Μόλις η συνοδεία έφθασε στην πύλη του ναού, ο άγιος ηγούμενος φώναξε με δυνατή φωνή από το ιερό:

– Στάσου! Είσαι ανάξιος να μπεις εδώ μέσα…

Εκείνος συγκλονίστηκε! Νόμισε πώς άκουσε βροντή και όχι φωνή. Έπεσε αμέσως κάτω στο έδαφος, με το πρόσωπο στη Γη. Τρέμοντας από το φόβο. Ο θαυμαστός γιατρός των ψυχών, που όλα τα μεταχειριζόταν για τη σωτηρία του και που συγχρόνως ήθελε να δώσει και σε όλους τους αδελφούς παράδειγμα ταπεινώσεως και μετανοίας, τον πρόσταξε τότε να εξομολογηθεί μπροστά στην αδελφότητα μία-μία ξεχωριστά όλες τις αμαρτίες του.

Πράγματι ο ληστής άρχισε με τρόμο την εξομολόγηση. Έλεγε πράγματα που οι μοναχοί δεν είχαν ξανακούσει. Ακόμη και άλλα που παραξένευαν κάθε άνθριώπινη ακοή. Όχι μόνο σαρκικά αμαρτήματα παρά φύση ή κατά φύση, με ανθρώπους ή με ζώα, αλλά και μαγείες και φόνους και άλλα. Τα όποια δεν πρέπει ούτε να τα ακούσει κανείς ούτε να τα γράψει.

Έπειτα από την εξομολόγηση αυτή, ο σοφός γέροντας έδωσε μια ακόμη πρωτοφανή εντολή: να γίνει αμέσως η μοναχική του κούρα. Η μετάνοια και η εξομολόγησή του θεωρήθηκε επαρκής δοκιμασία!

Ο όσιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, που ως επισκέπτης παρακολούθησε τη σκηνή, ρώτησε τον άγιο ηγούμενο, γιατί χρησιμοποίησε αυτόν τον παράδοξο τρόπο.

– Για δύο λόγους, απάντησε εκείνος: Πρώτον, για χάρη του ίδιου του αδελφού, ώστε με τη ντροπή της δημοσίας εξομολογήσεως να τον απαλλάξω από τη μέλλουσα ντροπή, πράγμα που ασφαλώς έγινε. Διότι, αδελφέ μου Ιωάννη, δε σηκώθηκε από το έδαφος πριν συγχωρεθούν όλες οι αμαρτίες του! Και μην αμφιβάλλεις, γιατί κάποιος από τούς αδελφούς μου είπε ότι έβλεπε την ώρα εκείνη ένα φοβερό και επιβλητικό άνδρα, πού κρατούσε στα χέρια χαρτί γραμμένο και κοντύλι από καλάμι. Και κάθε φορά που ο αδελφός έλεγε μία αμαρτία, εκείνος με το κοντύλι τη διέγραφε! Δεύτερον, το έκανα αυτό, επειδή έχω μερικούς αδελφούς με ανεξομολόγητες αμαρτίες. Και με το παράδειγμα αυτό τούς παρακινώ και εκείνους στην εξομολόγηση, χωρίς την οποία κανείς δε θα επιτύχει την άφεση των αμαρτιών του.

Γεροντικό