Έχεις Μήνυμα… (29 Δεκεμβρίου 2015)

[…] Ιδιαίτερα δε ο μοναχός, αλλά και κάθε πιστός, πρέπει να πιστεύη στους αγγέλους, τους θεατάς και ακροατάς του Θεού, και στους αγίους, τους πεπληρωμένους υπό του Κυρίου και υπό του Πνεύματός του’ να πιστεύει πάντα σε αυτούς, και προ πάντων όταν νοιώθη πνευματική ακαρπία. Τότε χρειάζεται να έχη όλη την γεύση της πίστεώς μας, διότι είναι τρομερό να παλεύη κανείς χωρίς να βλέπη αποτελέσματα. Μπορεί να προσπαθής να αγρυπνής επτά ολόκληρα χρόνια, και τελικώς ακόμη να νυστάζης’ ή να παλεύεις να νικήσης το πάθος του θυμού, και ακόμη να είσαι οργίλος. Τότε ζης μία ακαρπία στην ζωή σου. Τότε χρειάζεται να πιστεύεις, για να νοιώθης αφ’ενός την μιζέρια σου, και αφ’ετέρου το μέγιστο που δίδει ο Θεός, μπροστά στο ελάχιστο που ζητάς.

Όταν νοιώθουμε πόνο σωματικό, ψυχικό ή πνευματικό, όταν υποφέρωμε από αρρώστια, διωγμό, συκοφαντία, πειρασμό αμαρτίας, έντονα πάθη, φόβο ή κίνδυνο θανάτου, και ταραζώμαστε από όλα αυτά’ όταν προβληματιζώμαστε, και αλλοιωνώμαστε και εξαγριωνώμαστε, διότι βλέπομε να πάσχωμε’ όταν θυμώμαστε τη δυνατότητά μας να γίνουμε θεοί, και δεν ανεχώμαστε να πάσχωμε’ όταν σε στιγμές οδύνης παλεύωμε να επιβιώσωμε και αρνούμαστε την παρουσία του Θεού’  όταν διαμαρτυρώμαστε λέγοντας: «που είναι ο Θεός; υπάρχει Θεός;» και κάτω από αυτό κρύβωμε το πόσο θα θέλαμε να είμαστε οι ίδιοι ο Ων επάνω στη γη, τότε χρειάζεται να πιστεύωμε στους αγγέλους και στους αγίους.

Όταν είναι μεγάλος ο προβληματισμός μας, η δυσκολία μας, όταν φθάνωμε -έφθαναν συχνά πυκνά όλοι οι άγιοι- σε ένα σκότος πνευματικό, διανοητικό, σε μια κατάστασι που αμαρτάνομε χωρίς να το καταλαβαίνωμε, χωρίς να το θέλωμε -άλλα θέλομε και άλλα νοιώθομε’ βλέπομε άγγελο και νομίζομε ότι βλέπομε σατανά’ λατρεύομε τον Θεόν στην ακολουθία και μέσα μας υπάρχει μια αντίδρασις, μια δυσχέρειεα, την οποία ζούμε δραματικά ως δεσμώτες, μη μπορώντας να κυριαρχήσωμε στον εαυτό μας-, όταν έχομε αγνωσία, τότε χρειάζεται να πιστεύωμε. Πολλές φορές φωνάζομε, που είσαι, Θεέ μου; γιατί, Θεέ μου; υπάρχεις, Θεέ μου; Καμία απάντησις. Ακούμε μια Παράκλησι της Παναγίας, κάνομε τον σταυρό μας, χύνομε ένα δάκρυ, αλλά και πάλι «ουκ έστιν ο ακούων, ουκ έστιν ο συνιών«‘ κανείς δεν μας καταλαβαίνει, κανείς δεν μας νιώθει, κανείς δεν μας αγαπά, κανείς δεν μας ακούει, και πρωταρχικά ό Θεός.

Όταν οι δυσκολίες της ζωής, οι πικρίες της ψυχής, οι αδυναμίες του εσωτερικού μας κόσμου, ο πόνος, η χαρά -ακόμη και αυτή αμαυρώνει τον άνθρωπο, τον τρελλαίνει- μας αφαιρούν κάθε ελπίδα, πνευματική ή ανθρώπινη’ όταν οι οφθαλμοί μας γίνωνται ξηροί από την προσδοκία και τελικώς δεν βλέπουν’ όταν το θεωμένο σώμα μας, το τίμιο ναϊδριο του Θεού γίνεται, όπως λέγει ο Ψαλμωδός, «ως ασκός εν πάχνη«, ένα τομάρι που έπεσε στην πάχνη και πάγωσε και έχασε το χρώμα του τόσο, ώστε να μην ξεχωρίζης αν υπάρχη, ή αν θέλετε, κατά το εβραϊκό κείμενο, όταν το σώμα μας γίνεται «ως ασκός εν καπνώ«‘ όταν η ζωή μου γίνη τέτοια που με κάνει να νοιώθω ότι ξηράθηκε η ύπαρξίς μου, ότι ξεχάσθηκα από την αγάπη των ανθρώπων, των αγγέλων, των αγίων, ότι χάθηκα και ζητάω από τον Θεόν λίγη ανάψυξι, λίγη ξεκούρασι -«άνες μου, ίνα αναψύξω«, Θεέ μου, άφησέ με λίγο να ξεκουρασθώ, δώσε μου κάτι από την ομορφιά σου, από την αγιότητά σου, από την βοήθειά σου-, και ο Θεός δεν μου δίδη τίποτε, και νοιώθω ως συντρίμμι της ζωής, τότε αξίζει να πιστεύωμε. […]

Πόσο ευγνώμονες πρέπει λοιπόν να είμαστε προς τον Θεόν! Ας είναι η ζωή μας ένα κρύψιμο της παρουσίας του Θεού, της Θεοτόκου, των αγγέλων και των αγίων.

Αρχιμανδρίτου ΑΙμιλιανού Σιμωνοπετρίτου

«Λόγοι εόρτιοι μυσταγωγικοί»