Έχεις Μήνυμα… (29 Μαΐου 2015)

«Το δε την πόλιν σοι δούναι, ούτ’ εμόν εστίν ούτ’ άλλου των κατοικούντων εν ταύτη΄κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν και ου φεισόμεθα της ζωής ημών.»

Κωνσταντίνος ΙΑ΄Παλαιολόγος, τελευταίος Αυτοκράτωρ των Ρωμαίων

Απάντηση στο τελεσίγραφο του σουλτάνου Μωάμεθ Β΄ για παράδωση της Βασιλίδας Πόλης

_____

[…] Καμία χριστιανική δύναμη δεν ερχόταν να συμμετάσχει στη μάχη για την Κωνσταντινούπολη. Η πόλη τώρα, είπε (σημ.: ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος), μπορούσε να εναποθέσει τις ελπίδες της μόνο στον Χριστό και στην Μητέρα Του, όπως και τον Άγιο Κωνσταντίνο, τον ιδρυτή της.

Ακόμα και αυτή η πίστη έπρεπε να δοκιμαστεί. Υπήρχαν σημάδια ότι οι ίδιοι οι Ουρανοί έστρεφαν την πλάτη τους στην πόλη. Στη διάρκεια αυτών των ημερών καθένας θυμόταν ξανά τις προφητείες ότι η αυτοκρατορία θα χανόταν. Ο πρώτος χριστιανός αυτοκράτορας ήταν ο Κωνσταντίνος, ο γιος της Ελένης, και ο τελευταίος θα είχε το ίδιο όνομα. […] Τη νύκτα της πανσελήνου υπήρχε μια έκλειψη και τρεις ώρες σκοτάδι. Πιθανόν την επομένη, όταν όλοι οι πολίτες γνώριζαν το μήνυμα απελπισίας που έφερε το μπριγκαντίνι (σημ.: το ότι η Δύση δε θα βοηθούσε καθόλου), και όταν η έκλειψη είχε χαμηλώσει το ηθικό τους, έγινε μια τελευταία έκκληση στη Θεομήτορα. Η πιο ιερή της εικόνα (σημ.: εικόνα της Παναγίας της Οδηγήτριας, έργο του Ευαγγελιστή Λουκά, την οποία κατέστρεψαν οι αλλόθρησκοι κατά την Άλωση) μεταφέρθηκε επάνω στους ώμους των πιστών γύρω από τους δρόμους της πόλης, και όλοι όσοι ήταν διαθέσιμοι από τα τείχη έλαβαν μέρος στη λιτανεία. Καθώς προχωρούσε αργά και με επισημότητα η εικόνα, ξαφνικά γλίτσησε από το βάθρο επάνω στο οποίο μεταφερόταν. Όταν οι άνθρωποι έτρεξαν να την σηκώσουν τους φάνηκε σα να ήταν φτιαγμένη από μολύβι. Μόνο με πολύ μεγάλη προσπάθεια μπόρεσαν να την ξαναβάλουν στη θέση της. Έπειτα, καθώς η λιτανεία ελισσόταν, ξέσπασε στην πόλη νεροποντή. Ήταν σχεδόν αδύνατο να αντιμετωπίσουν το χαλάζι, και η βροχή έπεφτε τόσο καταρρακτώδης, ώστε ολόκληροι δρόμοι πλημμύρισαν και παιδιά σχεδόν παρασύρθηκαν. Η λιτανεία έπρεπε να εγκαταλειφθεί. Την επομένη, σα να μην ήταν αρκετοί τέτοιοι οιωνοί, ολόκληρη η πόλη σκεπάστηκε από πυκνή ομίχλη, ένα φαινόμενο άγνωστό σ΄εκείνες τις περιοχές το μήνα Μάιο. Η θεία Παρουσία καλυπτόταν με σύννεφα για να αποκρύψει την αποχώρησή της από την πόλη. Εκείνη τη νύκτα (σημ. 24 προς 25 Μαΐου 1453), όταν διαλύθηκε η ομίχλη, παρατηρήθηκε ότι ένα περίεργο φως έπαιζε γύρω από τον τρούλο της μεγάλης εκκλησίας της Αγίας Σοφίας. Το είδαν και στο τουρκικό στρατόπεδο, όπως και οι πολίτες, αλλά και οι Τούρκοι θορυβήθηκαν. […]

Από τα τείχη μπορούσαν να δουν και φώτα να λαμπυρίζουν σε απόσταση στην ύπαιθρο, πολύ πίσω από το τουρκικό στρατόπεδο, εκεί όπου δεν έπρεπε να υπάρχουν φώτα. Μερικοί αισιόδοξοι φρουροί δήλωσαν ότι ήταν οι φωτιές των στρατευμάτων που έρχονταν με τον Ιωάννη Ουνυάδη να σώσουν τους πολιορκημένους Χριστιανούς. Αλλά δεν εμφανίστηκε κανένας στρατός. Τα περίεργα φώτα δεν ερμηνεύτηκαν ποτέ. […]

[…] Αργότερα εκείνο το βράδυ, ο ίδιος ο αυτοκράτορας πήγε ιππεύοντας την αραβική του φοράδα στη μεγάλη εκκλησία και έκανε την ειρήνη του με τον Θεό. Έπειτα επέστρεψε μέσα από τους σκοτεινούς δρόμους στο παλάτι του, στις Βλαχέρνες, και κάλεσε το υπηρετικό προσωπικό. Από αυτούς, όπως είχε κάνει και με τους υπουργούς, ζήτησε συγχώρηση για οποιαδήποτε αγένεια είχε δείξει απέναντί τους, και τους αποχαιρέτησε. […]

[…] Το απόγευμα της Δευτέρας, 28 Μαΐου, ήταν καθαρό και λαμπερό. Καθώς ο ήλιος άρχισε να δύει προς το δυτικό ορίζοντα, έλαμπε κατ’ ευθείαν επάνω στα πρόσωπα των υπερασπιστών στα τείχη, σχεδόν τυφλώνοντάς τους. Αυτή ήταν η ώρα που ξεκίνησε η δραστηριότητα στο τουρκικό στρατόπεδο. Άνδρες παρουσιάστηκαν κατά χιλιάδες για να ολοκληρώσουν το παραγέμισμα της τάφρου, ενώ άλλοι έφερναν κανόνια και πολεμικές μηχανές. Λίγο μετά τη δύση ο ουρανός συννέφιασε και έπεσε μια ραγδαία βροχή. Αλλά οι εργασίες συνεχίστηκαν χωρίς διακοπή, και οι Χριστιανοί δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτε για να τις σταματήσουν. Περίπου στις μιάμιση το πρωί ο σουλτάνος έκρινε ότι όλα ήταν έτοιμα και έδωσε τη διαταγή για την επίθεση.

Ο ξαφνικός θόρυβος ήταν τρομακτικός. Σε όλη την έκταση της γραμμής των τειχών οι Τούρκοι όρμησαν στην επίθεση, βγάζοντας τις πολεμικές κραυγές τους, ενώ τους παρότρυναν τύμπανα, σάλπιγγες και φλογέρες. Τα χριστιανικά στρατεύματα περίμεναν σιωπηλά, όταν όμως οι φρουροί στους πύργους έδωσαν το σύνθημα του συναγερμού, οι εκκλησίες κοντά στα τείχη άρχισαν να κτυπούν τις καμπάνες τους, και η μία εκκλησία μετά την άλλη στην πόλη μετέδιδε τον ήχο του συναγερμού, μέχρις ότου σήμαινε κάθε καμπαναριό. Τρία μίλια πιο μακριά, στην εκκλησία της Αγίας Σοφίας, οι πιστοί ήξεραν ότι η μάχη είχε αρχίσει. Κάθε άνδρας σε μάχιμη ηλικία επέστρεψε στη θέση του, και οι γυναίκες, μεταξύ τους και μοναχές, έσπευσαν στα τείχη για να βοηθήσουν στη μεταφορά λίθων και δοκαριών για την ενίσχυση των αμυντικών έργων, καθώς και κουβάδων με νερό για να φρεσκαριστούν οι υπερασπιστές. Οι γέροι και τα παιδιά βγήκαν από τα σπίτια τους και συνωστίστηκαν μέσα στις εκκλησίες, πιστεύοντας ότι οι άγιοι και οι άγγελοι θα τους προστάτευαν. Μερικοί πήγαν στις ενοριακές τους εκκλησίες, άλλοι στην ψηλή εκκλησία της Αγίας Θεοδοσίας, κοντά στον Κεράτιο. Την Τρίτη ήταν η γιορτή της, και το κτίριο ήταν διακοσμημένο με τριαντάφυλλα που είχαν περισυλλεγεί από τους κήπους και τους φράχτες.

Σίγουρα εκείνη δεν θα εγκατέλειπε τους πιστούς της. Άλλοι επέστρεψαν στη μεγάλη μητρόπολη, ενθυμούμενοι μια παλιά προφητεία που έλεγε ότι, μολονότι οι άπιστοι μπορεί να έμπαιναν μέσα στην πόλη μέχρι το ιερό κτίριο, εκεί θα εμφανιζόταν ένας Άγγελος Κυρίου και θα τους απωθούσε με την αστραφτερή ρομφαία του μέχρι τον όλεθρό τους. Σε όλη τη διάρκεια των σκοτεινών ωρών πριν από την αυγή τα εκκλησιάσματα περίμεναν και προσεύχονταν.

Στα τείχη δεν υπήρχε χρόνος για προσευχές. Ο σουλτάνος είχε προετοιμάσει τα σχέδιά του με προσοχή. Παρά τα αλαζονικά λόγια του προς το στρατό του, η εμπειρία του τού είχε δείξει να σέβεται τον εχθρό. Σ’ αυτή την περίπτωση θα τους καταπονούσε προτού διακινδυνεύσει τα καλύτερα στρατεύματά του στη μάχη. Πρώτους έστειλε στη μάχη τους άτακτούς του, τους βαζιβουζούκους. Υπήρχαν πολλές χιλιάδες από αυτούς, τυχοδιώκτες από κάθε χώρα και φυλή, πολλοί Τούρκοι, αλλά πολύ περισσότεροι από χριστιανικές χώρες, Σλάβοι, Ούγγροι, Γερμανοί, Ιταλοί, ακόμη και Έλληνες, όλοι τους έτοιμοι να πολεμήσουν εναντίον των ομοθρήσκων τους Χριστιανών έναντι της αμοιβής που τους έδινε ο σουλτάνος και των λαφύρων που τους υποσχόταν. […]

Η πολεμική μουσική που τους παρότρυνε ήταν τόσο δυνατή ώστε ο ήχος μπορούσε να ακούγεται μέσα από τις βροντές των κανονιών από την άλλη πλευρά του Βοσπόρου. Τους οδήγησε ο ίδιος ο Μωάμεθ μέχρι την τάφρο και στάθηκε εκεί φωνάζοντας ενθαρρυντικά, καθώς τον προσπερνούσαν. Το ένα κύμα μετά το άλλο από αυτούς τους φρέσκους, υπέροχους και ισχυρά εξοπλισμένους άνδρες (σημ. σώμα γενιτσάρων) ορμούσε στο φράχτη, για να ξηλώσει τα βαρέλια με το χώμα που στέκονταν επάνω του, για να κόψει τα δοκάρια που τον στήριζαν και για να ακουμπήσει τις σκάλες του επάνω του στα σημεία όπου δεν ήταν δυνατό να γκρεμιστεί, κάθε κύμα παραμερίζοντας χωρίς πανικό για το επόμενο. Οι Χριστιανοί ήταν εξουθενωμένοι. Είχαν πολεμήσει για περισσότερες από τέσσερις ώρες με μόνο μερικές στιγμές ανάπαυσης, αλλά πολεμούσαν με απελπισία, γνωρίζοντας ότι εάν έκαναν πίσω, αυτό θα ήταν το τέλος. Πίσω τους στην πόλη οι καμπάνες των εκκλησιών σήμαιναν και πάλι, και στον ουρανό υψώθηκε ένα μεγάλο μουρμούρισμα προσευχών. […]

Τώρα ο αγώνας στο φράχτη γινόταν σώμα με σώμα. Επί περίπου μία ώρα οι γενίτσαροι δεν μπορούσαν να ανοίξουν δρόμο. Οι Χριστιανοί άρχισαν να πιστεύουν ότι η επίθεση εξασθενούσε κάπως. Αλλά η μοίρα ήταν εναντίον τους. Στη γωνία του τείχους των Βλαχερνών, ακριβώς προτού ενωθεί με το διπλό Θεοδοσιανό τείχος, υπήρχε, μισοκρυμμένη σε έναν πύργο, μια μικρή πύλη εξόδου, γνωστή ως Κερκόπορτα. Είχε κλειστεί πριν από πολλά χρόνια, αλλά οι γέροι τη θυμούνταν. Ακριβώς πριν από την έναρξη της πολιορκίας την είχαν ξανανοίξει, για να διευκολύνει τις εξόδους στα πλευρά του εχθρού. Στη διάρκεια του αγώνα οι Μποκκιάρντι και οι άνδρες τους την είχαν χρησιμοποιήσει αποτελεσματικά εναντίον των στρατευμάτων του Καρατζά πασά. Αλλά τώρα κάποιος, κατά την επιστροφή του από μια έξοδο, ξέχασε να αμπαρώσει τη μικρή πύλη πίσω του. […]

Οι Έλληνες αντιστέκονταν πεισματικά, αλλά το βάρος των αριθμών τους έσπρωξε πίσω προς το εσωτερικό τείχος. Μπροστά από αυτό βρισκόταν ένα άλλο χαντάκι που είχε εκβαθυνθεί σε ορισμένα σημεία για να πάρουν χώμα προκειμένου να ενισχύσουν το φράχτη. Πολλοί Έλληνες σπρώχτηκαν πίσω, μέσα σε αυτές τις τρύπες και δεν μπορούσαν να βγουν εύκολα έξω, με το μεγάλο εσωτερικό τείχος να υψώνεται πίσω τους. Οι Τούρκοι, που τώρα ήταν στην κορυφή του φράχτη, τους πυροβολούσαν από ψηλά και τους έσφαξαν. Σύντομα πολλοί γενίτσαροι έφθασαν στο εσωτερικό τείχος και σκαρφάλωσαν χωρίς αντίσταση. Ξαφνικά κάποιος κοίταξε ψηλά και είδε τουρκικές σημαίες να κυματίζουν στον πύργο επάνω από την Κερκόπορτα. Ακούστηκε η κραυγή: «η πόλις εάλω».

Ενόσω παρακαλούσε τον Τζουστινιάνι, ο αυτοκράτορας πληροφορήθηκε την είσοδο των Τούρκων μέσα από την Κερκόπορτα. Έσπευσε αμέσως εκεί, αλλά έφθασε πολύ αργά. Μερικοί από τους Γενοβέζους εκεί είχαν καταληφθεί από πανικό. Μέσα στη σύγχυση ήταν αδύνατο να κλείσουν την πόρτα. Οι Τούρκοι ξεχύθηκαν μέσα από αυτήν, και τώρα οι άνδρες των Μποκκιάρντι ήταν πολύ λίγοι για να τους απωθήσουν. Ο Κωνσταντίνος έστρεψε το άλογό του και κάλπασε πίσω στην κοιλάδα του Λύκου και στα ανοίγματα στο φράχτη. Μαζί του βρισκόταν ο γενναίος Ισπανός που ισχυριζόταν ότι ήταν εξάδελφός του, ο δον Φρανσίσκο από το Τολέδο, ο πραγματικός του εξάδελφος, Θεόφιλος Παλαιολόγος, και ένας πιστός συμπολεμιστής, ο Ιωάννης Δαλμάτης. Μαζί προσπάθησαν, αλλά μάταια, να συσπειρώσουν τους Έλληνες. Η σφαγή ήταν πολύ μεγάλη. Κατέβηκαν από τα άλογά τους και για μερικά λεπτά οι τέσσερις τους κράτησαν την πρόσβαση προς την πύλη από την οποία είχε μεταφερθεί ο Τζουστινιάνι. Η πύλη είχε φρακάρει από χριστιανούς στρατιώτες που προσπαθούσαν να διαφύγουν, καθώς έπεφταν επάνω τους όλο και περισσότεροι γενίτσαροι. Ο Θεόφιλος φώναξε ότι προτιμούσε να πεθάνει παρά να ζει και εξαφανίστηκε μέσα στις ορδές που κατέφθαναν. Ο ίδιος ο Κωνσταντίνος γνώριζε τώρα ότι η αυτοκρατορία ήταν χαμένη, και δεν επιθυμούσε να ζήσει περισσότερο από αυτήν. Πέταξε από πάνω του τα αυτοκρατορικά του εμβλήματα και με το δον Φρανσίσκο και τον Ιωάννη Δαλμάτη στο πλευρό του ακολούθησε το Θεόφιλο. Δεν τον ξαναείδαν πια… […]

[…] Στην πόλη απέμενε μια μικρή εστία αντίστασης. Οι Κρητικοί ναύτες στους τρεις πύργους κοντά στην είσοδο του Κερατίου εξακολουθούσαν να αντιστέκονται και δεν ήταν δυνατός ο εκτοπισμός τους. Νωρίς το απόγευμα, βλέποντας ότι ήταν εντελώς απομονωμένοι, παραδόθηκαν με δυσφορία στους αξιωματικούς του σουλτάνου υπό τον όρο ότι η ζωή και η περιουσία τους θα παρέμεναν άθικτες. Τα δύο πλοία τους ήταν αραγμένα κάτω από τους πύργους. Ανενόχλητοι από τους Τούρκους, των οποίων είχαν κερδίσει το θαυμασμό, τα καθέλκυσαν και απέπλευσαν για την Κρήτη. […]

[…] Έπειτα οι (σημ.: Τούρκοι) ναύτες και από τους δύο στόλους και τα πρώτα στίφη (σημ.: Τούρκων) στρατιωτών από τα χερσαία τείχη συνέκλιναν στη μεγαλύτερη εκκλησία του Βυζαντίου, τη μητρόπολη της Αγίας Σοφίας.

Η εκκλησία εξακολουθούσε να είναι γεμάτη κόσμο. Η Θεία Λειτουργία είχε τελειώσει και έψαλλαν τη λειτουργία του Όρθρου. Με τους θορύβους της φασαρίας απέξω, οι τεράστιες μπρούτζινες πόρτες του κτιρίου έκλεισαν. Μέσα το εκκλησίασμα προσευχόταν για το θαύμα, που μόνο αυτό μπορούσε να τους σώσει. Προσεύχονταν μάταια. Δεν πέρασε πολλή ώρα προτού γκρεμιστούν οι πόρτες από τα σφυροκοπήματα. Οι πιστοί είχαν παγιδευτεί. Μερικοί από τους γέρους και τους ανήμπορούς σκοτώθηκαν επιτόπου, αλλά οι περισσότεροι δέθηκαν ή αλυσοδέθηκαν μαζί. Τα πέπλα και τα μαντήλια των γυναικών σκίστηκαν για να χρησιμοποιηθούν ως σχοινιά. Πολλές από τις ωραιότερες κοπέλες και νέους και πολλοί από τους πιο πλούσια ντυμένους ευγενείς σχεδόν κατασπαράχθηκαν, καθώς οι δεσμότες τους τσακώνονταν γι΄αυτούς. Σύντομα μια μακριά πομπή από αταίριαστες μικροομάδες ανδρών και γυναικών δεμένων σφιχτά μεταξύ τους, σύρονταν προς τους καταυλισμούς των στρατιωτών, για να γίνουν εκεί για μία ακόμα φορά αντικείμενα φιλονικιών. Οι ιερείς συνέχισαν να ψάλλουν στο Ιερό μέχρις ότου συνελήφθησαν και εκείνοι. Αλλά την τελευταία στιγμή, έτσι πίστευαν οι πιστοί, μερικοί από αυτούς άρπαξαν τα πιο ιερά σκεύη και κινήθηκαν προς το νότιο τοίχο του Ιερού. Εκείνος άνοιξε γι΄αυτούς και έκλεισε πίσω τους, και εκεί θα παραμείνουν μέχρις ότου το ιερό κτίριο ξαναγίνει πάλι εκκλησία. … […]

Sir Steven Runsiman

«Η άλωση της Κωνσταντινούπολης-1453»